Παράλληλα η Ντάλμα Μαραντόνα, απευθύνθηκε προσωπικά σε έναν από τους κύριους κατηγορούμενους, τον νευροχειρουργό Λεοπόλντο Λούκε, ο οποίος ήταν ο de facto προσωπικός ιατρός του Μαραντόνα εκείνη την εποχή και ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια, «έπρεπε να ήταν αυτός που θ' αναλάμβανε» την υγεία του πατέρα της.
«Όλοι είχαν δεσμευτεί να διασφαλίσουν μια σωστή νοσηλεία στο σπίτι: ιατρικός εξοπλισμός, νοσηλευτές, φροντιστές, ένα ασθενοφόρο 24/7 στην πόρτα... Εκ των υστέρων, συνειδητοποιήσαμε ότι δεν ίσχυε αυτό», δήλωσε η Ντάλμα στο δικαστήριο του Σαν Ισίντρο κατά την διάρκεια της 17ης ακροαματικής διαδικασίας, που άρχισε στα μέσα Απριλίου. Επτά επαγγελματίες υγείας (ένας ιατρός, ένας ψυχίατρος, ένας ψυχολόγος και νοσηλευτές) δικάζονται για «ανθρωποκτονία με υπονοούμενη κακία», που σημαίνει αμέλεια που διαπράχθηκε γνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε θάνατο. Αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης έως και 25 ετών.
Στην σχεδόν τρίωρη κατάθεση της και με την φωνή της συχνά να σπάει από συγκίνηση ή να κατακλύζεται από δάκρυα, η 39χρονη Ντάλμα ανέφερε, συγκεκριμένα, ένα περιστατικό στο οποίο ο Μαραντόνα, κατά τη διάρκεια της μετεγχειρητικής νοσηλείας του στο σπίτι (σ.σ. μετά από νευροχειρουργική επέμβαση για αιμάτωμα), υπέστη τροφική δηλητηρίαση.
Η συντονίστρια νοσοκόμα -η οποία είναι μεταξύ των κατηγορουμένων- επικοινώνησε στην συνέχεια με τις κόρες του Μαραντόνα, αφηγήθηκε η Ντάλμα: «Και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι δεν υπήρχε ασθενοφόρο, επειδή της είπαν: "Θα τον μεταφέρουμε με ασθενοφόρο". Αλλά δεν υπήρχε και κανείς δεν αναλάμβανε την ευθύνη. Εάνν ξέραμε ότι θα εξελισσόταν έτσι, η νοσηλεία στο σπίτι δεν θα ήταν επιλογή. Εάν μας είχαν πει ότι δεν θα υπήρχε ασθενοφόρο, δεν θα είχε συμβεί έτσι. Γιατί με την κατάσταση του πατέρα μου, ήταν απαραίτητο».
Η Ντάλμα Μαραντόνα παραδέχτηκε ότι, έξι χρόνια αργότερα, δυσκολευόταν να θυμηθεί τις συζητήσεις σχετικά με την ανάρρωση του πατέρα της. Αλλά θυμόταν ξεκάθαρα ποιος υποτίθεται ότι ήταν υπεύθυνος, σύμφωνα με τις συζητήσεις εκείνη την εποχή μεταξύ της οικογένειας και των φροντιστών.
«Ήταν πολύ σαφές ότι ο Λούκε ήταν αυτός που αναλάμβανε την υγεία του Μαραντόνα», τόνισε η Ντάλμα Μαραντόνα και πρόσθεσε:
«Ο Λούκε, η Αγκουστίνα Κοσάτσοβ (σ.σ. ψυχίατρος και συγκατηγορούμενη) και ο Κάρλος Ντίαζ (σ.σ. ψυχολόγος και ειδικός σε θέματα εθισμών και επίσης συγκατηγορούμενος) θα το φρόντιζαν όλοι επειδή σχημάτισαν την ιατρική ομάδα του πατέρα μου. Αυτό δεν είναι ένα συμπέρασμα που έβγαλα η ίδια. είναι αυτό που προέκυψε σαφώς από τις συναντήσεις εκείνη την εποχή».
Μία από τις κατηγορούμενες, η Νάνσι Φορλίνι, συντονίστρια του παρόχου υγειονομικής περίθαλψης Swiss Medical, αναφέρθηκε στο θέμα, ισχυριζόμενη ότι ο Λούκε και η Κοσάτσοβ, όντως αναγνωρίστηκαν ως οι υπεύθυνοι θεράποντες ιατροί και υποτίθεται ότι υπέβαλαν τα αιτήματά τους για υπηρεσίες στη Swiss Medical: θεραπεία, εξοπλισμός, ασθενοφόρο κ.λπ.
Αυτά τα αιτήματα δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, εκτός από «νοσηλευτική φροντίδα» και «μία ιατρική επίσκεψη την εβδομάδα», υποστήριξε, προσθέτοντας: «Μπορείτε να φανταστείτε ότι ήταν ένας VIP ασθενής και όλα όσα ζήτησαν θα είχαν εγκριθεί».
Ενώ η αδελφή της Τζανίνα, 37 ετών, και η ετεροθαλής αδελφή της Τζάνα, 30 ετών, έχουν ήδη καταθέσει, η Ντάλμα μίλησε για πρώτη φορά σε αυτήν την δεύτερη «δίκη του Μαραντόνα», από τότε που η πρώτη ακυρώθηκε το 2025 μετά από δυόμισι μήνες εν μέσω σκανδάλου, καθώς μία εκ των τριών δικαστών, αποκλείστηκε επειδή συμμετείχε, εν αγνοία πάντων, στην παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ για την υπόθεση.
Ο Μαραντόνα πέθανε σε ηλικία 60 ετών στις 25 Νοεμβρίου 2020, από καρδιοαναπνευστική κρίση σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα, μόνος στο κρεβάτι του σε ένα σπίτι που είχε νοικιάσει για την ανάρρωσή του στο Τίγκρε (βόρεια του Μπουένος Άιρες).
Και σύμφωνα με μαρτυρίες ιατροδικαστών, υπέφερε για αρκετές ώρες.
Η δίκη, με δύο ακροάσεις την εβδομάδα, ενδέχεται να παραταθεί και μετά τον Ιούλιο.