MENU
Google Logo

Προσθέστε το sdna.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Τι μπορεί να οδηγήσει έναν συνηθισμένο άνθρωπο να προκαλέσει σοβαρό πόνο σε έναν άγνωστο, απλώς και μόνο επειδή κάποιος του το ζητά; Πόσο βέβαιοι μπορούμε να είμαστε ότι εμείς, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, θα αρνούμασταν να υπακούσουμε; Τα ερωτήματα αυτά βρίσκονται στο επίκεντρο ενός από τα πιο γνωστά και αμφιλεγόμενα πειράματα στην ιστορία της κοινωνικής ψυχολογίας: του πειράματος Μίλγκραμ, που πραγματοποιήθηκε το 1961 στο Πανεπιστήμιο Γέιλ των ΗΠΑ.

Όπως αναφέρει το BBC, σύγχρονες αναπαραγωγές του πειράματος, σε τροποποιημένη και ηπιότερη μορφή, αποκαλύπτουν ότι η ανθρώπινη υπακοή στην εξουσία μπορεί να είναι πολύ ισχυρότερη από όσο πιστεύουμε. Παράλληλα, οι επιστήμονες εντοπίζουν τους ψυχολογικούς και νευροβιολογικούς μηχανισμούς που ενδέχεται να εξηγούν αυτή τη συμπεριφορά, καθώς και τους παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν την ηθική αντίσταση.

Το πείραμα που συγκλόνισε τους επιστήμονες

Τον Ιούνιο του 1961, μια φαινομενικά αθώα αγγελία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New Haven Register του Κονέκτικατ. Το Πανεπιστήμιο Γέιλ αναζητούσε εθελοντές για μια μελέτη σχετικά με τη μνήμη, προσφέροντας αμοιβή τεσσάρων δολαρίων για μία ώρα συμμετοχής.

Στην αγγελία καλούνταν να λάβουν μέρος άνθρωποι διαφορετικών επαγγελμάτων, από εργάτες εργοστασίων και κουρείς μέχρι επιχειρηματίες. Δεν απαιτούνταν ιδιαίτερες γνώσεις ή προηγούμενη εμπειρία. Στην πραγματικότητα, όμως, ο ψυχολόγος Στάνλεϊ Μίλγκραμ δεν ενδιαφερόταν για τη μνήμη, αλλά για την ανθρώπινη υπακοή.

Στην αρχική δοκιμή συμμετείχαν 40 άνδρες, οι οποίοι πίστευαν ότι λάμβαναν μέρος σε ένα πείραμα εκμάθησης λέξεων. Ο καθένας αναλάμβανε τον ρόλο του «δασκάλου» και καλούνταν να χορηγεί ηλεκτροσόκ σε έναν «μαθητή» κάθε φορά που εκείνος έδινε λανθασμένη απάντηση.

Ο μαθητής βρισκόταν σε διαφορετικό δωμάτιο, ενώ ο συμμετέχων είχε μπροστά του έναν πίνακα με διακόπτες που αντιστοιχούσαν σε ολοένα υψηλότερες τάσεις. Αυτό που οι εθελοντές αγνοούσαν ήταν ότι τα ηλεκτροσόκ ήταν ψεύτικα και ότι ο υποτιθέμενος μαθητής ήταν συνεργάτης των ερευνητών.

Παρά τις διαμαρτυρίες που άκουγαν από το διπλανό δωμάτιο, 26 από τους 40 συμμετέχοντες, δηλαδή το 65%, έφτασαν μέχρι το υψηλότερο επίπεδο ηλεκτροσόκ, το οποίο παρουσιαζόταν ως δυνητικά θανατηφόρο. Ακόμη και όταν ο υποτιθέμενος μαθητής παρακαλούσε να σταματήσει το πείραμα ή εμφανιζόταν να αντιμετωπίζει καρδιακό πρόβλημα, πολλοί συνέχιζαν να υπακούν στις εντολές του ερευνητή.

Το αποτέλεσμα ανέδειξε μια εξαιρετικά ανησυχητική πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς: την προθυμία συνηθισμένων ανθρώπων να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη σε άλλους όταν θεωρούν ότι ενεργούν υπό την καθοδήγηση μιας αυθεντίας.

Τα πειράματα

Περισσότερες από έξι δεκαετίες αργότερα, επιστήμονες εξακολουθούν να μελετούν το φαινόμενο, χρησιμοποιώντας τροποποιημένες εκδοχές του αρχικού πειράματος, με χαμηλότερα επίπεδα υποτιθέμενων ηλεκτροσόκ.

Το 2009, ο Τζέρι Μπέργκερ, ομότιμος καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας, πραγματοποίησε μια τέτοια μελέτη. Παρότι περίμενε αποτελέσματα παρόμοια με εκείνα του Μίλγκραμ, ο ίδιος και η ερευνητική του ομάδα αιφνιδιάστηκαν βλέποντας τους συμμετέχοντες να εκτελούν τις εντολές χωρίς να προβάλλουν αντιρρήσεις.

«Ήταν πραγματικά συγκλονιστικό να βλέπεις ανθρώπους που έμοιαζαν απολύτως φυσιολογικοί, χαρούμενοι και καλοπροαίρετοι να πατούν αυτούς τους διακόπτες χωρίς να αντιδρούν», ανέφερε. Στο συγκεκριμένο πείραμα, το 70% των συμμετεχόντων υπάκουσε μέχρι το τέλος. Η έρευνα συμπεριέλαβε τόσο άνδρες όσο και γυναίκες, χωρίς να καταγραφούν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων.

Αντίστοιχα, το 2015, ο Τόμας Γκζιμπ, καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο SWPS της Πολωνίας, πραγματοποίησε άλλη μία μερική αναπαραγωγή του πειράματος. Εκεί, το ποσοστό υπακοής έφτασε το 90%, χωρίς σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.

Τα ποσοστά αυτά αφορούν τις ηπιότερες εκδοχές του πειράματος και δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα με το 65% της αρχικής μελέτης.

«Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε ανεξάρτητοι, ηθικοί άνθρωποι, που θα αντιστέκονταν σε μια εντολή εάν αυτή συγκρουόταν με τις αξίες μας», εξηγεί ο Γκζιμπ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, τα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι θα έπρεπε να είμαστε πολύ λιγότερο βέβαιοι.

Μάλιστα, μετά το τέλος της μελέτης του, μια νεαρή συμμετέχουσα ξέσπασε σε κλάματα, συνειδητοποιώντας, όπως είπε, ότι είχε την τάση να κάνει όσα της ζητούσαν οι άλλοι, ακόμη και όταν δεν το επιθυμούσε.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν υπακούμε

Μια διαφορετική προσέγγιση στην κατανόηση της υπακοής ακολουθεί η Εμιλί Κασπάρ, καθηγήτρια πειραματικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης, στο Βέλγιο. Η ερευνητική της ομάδα μελετά πώς επηρεάζεται η εγκεφαλική δραστηριότητα όταν οι άνθρωποι προκαλούν πόνο σε άλλους εκτελώντας εντολές.

Σε αντίθεση με το αρχικό πείραμα Μίλγκραμ, στις δικές της μελέτες 

χρησιμοποιούνται πραγματικά, αλλά ήπια και ανεκτά ηλεκτροσόκ, προσαρμοσμένα στο όριο αντοχής του ατόμου που τα δέχεται. Με τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου, όπως η μαγνητική τομογραφία, οι επιστήμονες συγκρίνουν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου όταν κάποιος προκαλεί ένα ηλεκτροσόκ με δική του απόφαση και όταν το κάνει κατόπιν εντολής.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι, όταν οι άνθρωποι ενεργούν υπό εντολές, παρατηρείται μειωμένη δραστηριότητα σε εγκεφαλικές περιοχές που συνδέονται με την ενσυναίσθηση, την ενοχή και την αίσθηση προσωπικής ευθύνης. Παράλληλα, τείνουν να αντιλαμβάνονται τον πόνο που προκαλούν ως λιγότερο έντονο.

Σύμφωνα με την Κασπάρ, αυτό ενδέχεται να εξηγεί γιατί η υπακοή μπορεί να αποδυναμώνει την ηθική κρίση και να διευκολύνει συμπεριφορές που, υπό διαφορετικές συνθήκες, το ίδιο άτομο θα απέρριπτε. Τα στοιχεία από τις μελέτες της είναι χαρακτηριστικά: μεταξύ περίπου 800 εθελοντών από διαφορετικές χώρες, μόλις 21, δηλαδή το 2,6%, αρνήθηκαν να χορηγήσουν τα ηλεκτροσόκ.  

Ένας συμμετέχων, μάλιστα, επέλεξε να μην προκαλέσει κανένα ηλεκτροσόκ όταν είχε ελευθερία επιλογής, αλλά συμμορφώθηκε πλήρως όταν άρχισε να λαμβάνει εντολές. Όπως εξήγησε ο ίδιος, η υπακοή τού φαινόταν απλώς ευκολότερη.

Η Κασπάρ υποστηρίζει ότι η ανυπακοή ενδέχεται να απαιτεί μεγαλύτερη γνωστική προσπάθεια, καθώς ενεργοποιεί διαδικασίες που συνδέονται με την ενσυναίσθηση, την ενοχή και την ανάληψη ευθύνης.

Η μετατόπιση της ευθύνης και η δύναμη της εξουσίας

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που εξηγούν την υπακοή είναι η πεποίθηση ότι την ευθύνη των πράξεων αναλαμβάνει κάποιος άλλος. Στο αρχικό πείραμα Μίλγκραμ, ο επιστήμονας που καθοδηγούσε τη διαδικασία διαβεβαίωνε τους συμμετέχοντες ότι εκείνος έφερε την ευθύνη για οτιδήποτε συνέβαινε.

Ο Μπέργκερ θεωρεί ότι αυτό το στοιχείο ήταν καθοριστικό. Σε μία από τις δικές του μελέτες, μια γυναίκα ρώτησε τον ερευνητή εάν υπήρχε κίνδυνος να αντιμετωπίσουν κάποια νομική συνέπεια. Όταν εκείνος της απάντησε ότι αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη, η συμμετέχουσα δήλωσε πως αυτή ήταν η διαβεβαίωση που χρειαζόταν και συνέχισε να πατά τους διακόπτες.

Η μετατόπιση της ευθύνης, σύμφωνα με τον Μπέργκερ, αποτελεί μηχανισμό που μπορεί να εμφανιστεί και σε άλλες πτυχές της καθημερινότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμπεριφορά στο διαδίκτυο, όπου η ανωνυμία συνδέεται, σύμφωνα με έρευνες του 2023 και του 2026, με την επιθετικότητα. Η αίσθηση ότι κάποιος δεν θα αντιμετωπίσει προσωπικά τις συνέπειες των πράξεών του μπορεί να τον οδηγήσει σε συμπεριφορές που θα απέφευγε σε μια διαπροσωπική συνάντηση.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα ακόμη εύρημα του Μίλγκραμ: όταν οι συμμετέχοντες βρίσκονταν στον ίδιο χώρο με το υποτιθέμενο θύμα, το ποσοστό υπακοής μειωνόταν στο 40%. Όταν υπήρχε άμεση σωματική επαφή με το θύμα, το ποσοστό έπεφτε στο 30%.

Γιατί η σταδιακή κλιμάκωση κάνει τους ανθρώπους να υποχωρούν

Ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό του πειράματος ήταν ότι οι συμμετέχοντες δεν καλούνταν εξαρχής να προκαλέσουν εξαιρετικά έντονο πόνο. Αντίθετα, ξεκινούσαν από χαμηλά επίπεδα ηλεκτρικής τάσης και προχωρούσαν σταδιακά σε υψηλότερα.

Σύμφωνα με τον Μπέργκερ, η διαδικασία αυτή αξιοποιούσε έναν γνωστό ψυχολογικό μηχανισμό, την τεχνική «το πόδι στην πόρτα» (foot-in-the-door). Όταν κάποιος έχει ήδη αποδεχθεί ένα μικρό αίτημα, είναι πιθανότερο να συμφωνήσει αργότερα και σε μεγαλύτερα. Επιπλέον, οι εθελοντές βρίσκονταν σε ένα ασυνήθιστο περιβάλλον και δεν είχαν ουσιαστικά χρόνο να σκεφτούν τις επιλογές τους. Κάθε φορά που δίσταζαν, ο ερευνητής τους πίεζε να συνεχίσουν, υποστηρίζοντας ότι δεν είχαν άλλη επιλογή.

Ο Μπέργκερ εκτιμά ότι αν τους δινόταν ακόμη και ένα δεκάλεπτο για να αξιολογήσουν την κατάσταση, περισσότεροι πιθανότατα θα αρνούνταν. Έτσι, μια σύντομη διακοπή πριν από την εκτέλεση μιας αμφιλεγόμενης εντολής μπορεί να προσφέρει τον απαραίτητο χρόνο για την επανεξέταση της απόφασης.

Πώς μπορούμε να αντισταθούμε σε μια ανήθικη εντολή

Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η αντίσταση στην εξουσία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον χαρακτήρα ή την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Ο Γκζιμπ επισημαίνει ότι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και η ιδιοσυγκρασία αποτελούν απροσδόκητα αδύναμους δείκτες για την πρόβλεψη του ποιος θα υπακούσει και ποιος θα αρνηθεί σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Αντίθετα, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι κοινωνικές συνθήκες, η πίεση της στιγμής και η δυνατότητα του ατόμου να αναγνωρίσει ότι εξακολουθεί να έχει προσωπική ευθύνη.

Μεταξύ των πρακτικών που μπορούν να ενισχύσουν την ηθική αντίσταση, οι ερευνητές αναφέρουν την ψυχολογική αποστασιοποίηση από το πρόσωπο εξουσίας, την αμφισβήτηση της νομιμότητας μιας εντολής και τη συνειδητοποίηση ότι η ευθύνη δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιος ακολουθεί οδηγίες.

Ο Γκζιμπ δίνει επίσης έμφαση στην ανάγκη δημιουργίας θεσμών που περιορίζουν την ανεξέλεγκτη άσκηση εξουσίας. Όπως προειδοποιεί, όταν ένα πρόσωπο αποκτά ανεξέλεγκτη εξουσία πάνω σε κάποιο άλλο, δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος κατάχρησής της.

Πρότυπα συμπεριφοράς και παιδική ηλικία

Η Κασπάρ έχει μελετήσει τις συμπεριφορές δραστών, παρευρισκομένων και ανθρώπων που διέσωσαν άλλους κατά τη γενοκτονία των Τούτσι στη Ρουάντα το 1994. Σύμφωνα με τα ευρήματα της ομάδας της, ένας σημαντικός παράγοντας που διαφοροποιούσε όσους διέσωσαν ανθρώπινες ζωές από εκείνους που συμμετείχαν στη γενοκτονία ήταν η παρουσία θετικών προτύπων κατά την παιδική ηλικία.

Όσοι προστάτευσαν άλλους ανθρώπους είχαν περισσότερες πιθανότητες να έχουν μεγαλώσει βλέποντας γονείς ή συγγενείς να βοηθούν συνανθρώπους τους. Η ίδια επισημαίνει ότι ακόμη και αν ελάχιστοι άνθρωποι αντιστέκονται σε μια ανήθικη εντολή, η ύπαρξή τους αποδεικνύει ότι η αντίσταση είναι εφικτή.

Οι μελετητές, πάντως, υπογραμμίζουν ότι η υπακοή στην εξουσία από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει πολύπλοκα ιστορικά φαινόμενα, όπως το Ολοκαύτωμα ή άλλες γενοκτονίες.

Η δίωξη και εξόντωση πληθυσμιακών ομάδων συνδέεται επίσης με διαδικασίες διακρίσεων, κατηγοριοποίησης και απανθρωποποίησης, οι οποίες συχνά προηγούνται της μαζικής βίας.

Για τον λόγο αυτό, η Κασπάρ θεωρεί ότι η αντίσταση πρέπει να αρχίζει πολύ πριν από τη στιγμή κατά την οποία ένα άτομο καλείται να εκτελέσει μια βίαιη εντολή, μέσα από την απόρριψη της δαιμονοποίησης κοινωνικών ομάδων και την καλλιέργεια της αντίληψης ότι όλοι οι άνθρωποι μοιράζονται μια κοινή ανθρώπινη υπόσταση.

«Λυπάμαι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν άνθρωπο»

Παρότι το πείραμα του 1961 έμεινε στην ιστορία κυρίως για το υψηλό ποσοστό των ανθρώπων που υπάκουσαν, υπήρχαν και εκείνοι που αρνήθηκαν να συνεχίσουν.

Ένας από αυτούς ήταν ο Τζο Ντάιμοου, ο οποίος σε δοκίμιό του το 2016 απέδωσε την άρνησή του, μεταξύ άλλων, στο οικογενειακό του περιβάλλον, όπου η εξουσία αμφισβητούνταν, αλλά και στη δική του πολιτική δραστηριότητα. Όπως εξήγησε, δεν ήταν άνθρωπος που θα εντυπωσιαζόταν εύκολα από την αυθεντία ενός επιστήμονα με λευκή εργαστηριακή ποδιά.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του αρχικού πειράματος καταγράφηκε όταν ένας εθελοντής αρνήθηκε να συνεχίσει, δηλώνοντας ότι ο άνθρωπος στο διπλανό δωμάτιο υπέφερε. Μια άλλη άρνηση συνοψίστηκε σε μια απλή φράση, η οποία διασώθηκε στα πρακτικά του Μίλγκραμ: «Λυπάμαι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν άνθρωπο».

Πηγή: protothema.gr

Θα βασάνιζες έναν άγνωστο αν σου το ζητούσαν; Το πείραμα Μίλγκραμ που αποκάλυψε τη σκοτεινή πλευρά της υπακοής