Μόλις πέντε ημέρες μετά την αιχμηρή παρέμβασή του για την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή, όταν είχε καταγγείλει ότι οι εξελίξεις εκθέτουν «ανεπανόρθωτα» τόσο τον πρωθυπουργό όσο και τον επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας, ο πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται με άρθρο του στην «Εστία της Κυριακής», ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τους τόνους.
Αυτή τη φορά, η κριτική του δεν περιορίζεται στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής, με αιχμή το δόγμα των «ήρεμων νερών», τους χειρισμούς για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου και τις εξελίξεις γύρω από τη Μονή Σινά.
Με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα και ευθείες προσωπικές αιχμές, ο Αντώνης Σαμαράς καταγγέλλει την κυβέρνηση για υποχωρήσεις απέναντι στην Άγκυρα, καταλογίζει στον Κυριάκο Μητσοτάκη «τεράστια εθνική ευθύνη» και προειδοποιεί για τους κινδύνους που, κατά την εκτίμησή του, εγκυμονεί η ακολουθούμενη πολιτική για τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.
Παράλληλα, χαρακτηρίζει «μονόδρομο» την αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής και την αποπομπή Γεραπετρίτη, στέλνοντας το μήνυμα ότι «η πολιτική των υποκλίσεων θίγει την αξιοπρέπεια του λαού μας».
Ολόκληρο το άρθρο του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά:
Η πολιτική των υποκλίσεων θίγει την αξιοπρέπεια του λαού μας
Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν είναι προσωπική υπόθεση κανενός υπουργού και κανενός πρωθυπουργού. Αφορά το έθνος και την ιστορική του συνέχεια. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Λιβύη αποτελούν τον ορισμό της αποτυχίας. Αποτυχία στην γεωπολιτική ανάλυση. Αποτυχία στην πρόβλεψη. Αποτυχία στους χειρισμούς. Αποτυχία στο τελικό αποτέλεσμα. Οι ανοησίες που ψελλίζει δεξιά και αριστερά ο –κατά δήλωσή του– «φιλέλληνας» υπουργός των Εξωτερικών βαθαίνουν δραματικά τις ανησυχίες και τον προβληματισμό μας.
Η ευθύνη βεβαίως βαραίνει πρωτίστως τον Πρωθυπουργό, ο οποίος και τον πιστεύει, και τον ανέχεται. Το δόγμα των «ήρεμων νερών» και η περιβόητη Συνθήκη περί Φιλίας Ελλάδος και Τουρκίας είναι το κορυφαίο λάθος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά τις συμφωνίες Μαδρίτης και Ελσίνκι, με τις οποίες αναγνωρίστηκαν ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στην περιοχή.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα η κυβερνητική προπαγάνδα επιχείρησε να «βαφτίσει» το κρέας ψάρι. Θέλησε να πιστέψουμε πως τα δήθεν «ήρεμα νερά» και αυτή η Συνθήκη είναι απλά ένας... συνήθης διάλογος. Και, όταν δύο πρώην πρωθυπουργοί αντιδράσαμε, υποστηρίζοντας ότι η χώρα διολισθαίνει σε ντε φάκτο αποδοχή τετελεσμένων και ότι με αυτήν την πολιτική «ξεπλένεται» η Άγκυρα, δεχθήκαμε ειρωνείες και επιθέσεις. Δεν με πειράζει αυτό. Με ενοχλεί όμως ότι εθελοτυφλούν. Και ότι ο κομματικός φανατισμός ορισμένων εμποδίζει την ανάγνωση της εθνικής πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που αποτυπώνεται και στο μείζον εθνικό θέμα της Μονής Σινά. Πυκνώνουν τα σύννεφα κι εκεί. Πρέπει το Υπουργείο Εξωτερικών να δώσει στην δημοσιότητα το συμφωνητικό που προτείνουμε ως χώρα για το μέλλον της Μονής. Και μένω εδώ, προς το παρόν.
Έρχομαι στο Τουρκολιβυκό. Στις 24 Αυγούστου 2026, ο κ. Γεραπετρίτης διαβεβαίωνε δημοσίως πως η Ελλάδα διασφάλισε ότι δεν θα έχουμε από την Λιβύη την κύρωση του ανυπόστατου και παράνομου Τουρκολιβυκού. Με ποια στοιχεία μιλούσε με τέτοια βεβαιότητα; Ποιες δεσμεύσεις είχε εξασφαλίσει; Πώς αξιολόγησε την τουρκική προσέγγιση προς την ανατολική Λιβύη; Και τι ακριβώς απέγινε η δήθεν κατοχυρωμένη επιτυχία που παρουσίαζε στους Έλληνες; Μάλιστα, μόλις την Τετάρτη, ο ίδιος άνθρωπος δήλωσε πως δεν ήταν στο χέρι της Ελλάδας να αποτρέψει την κύρωση του Τουρκολιβυκού!! Ή μας κορόιδευε επομένως τον Αύγουστο ή δημοσίως ομολογεί πως είμαστε ανήμποροι να επηρεάσουμε την Λιβύη...
Και ο φίλτατος Χάφταρ; Από την ώρα που τον συνάντησε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός τον περασμένο Ιούνιο στο Μέγαρο Μαξίμου, όχι μόνον έχουμε την κύρωση του Τουρκολιβυκού, αλλά δεχόμαστε και χιλιάδες λαθρομετανάστες στην Κρήτη! Και όμως. Έχει η Κυβέρνηση το πολιτικό θράσος να ζητάει και τα ρέστα. Και να μας κατηγορεί συλλήβδην για «εχθροπάθεια». Την δική μου βαθειά αγωνία, μάλιστα, την βάφτισαν «βαθειά μισαλλοδοξία» – τέτοια αναισθησία...
Η Κυβέρνηση διατυμπανίζει πως το μνημόνιο παραμένει παράνομο και ότι η λιβυκή απόφαση δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα του. Προφανώς! Νομικά είναι απολύτως έτσι. Η Τουρκία λειτουργεί ως πειρατής του Διεθνούς Δικαίου και στο Τουρκολιβυκό. Όσα λένε είναι παράνομα και παράλογα. Αλλά αυτήν την Τουρκία όρισε διεθνώς ως «φίλη», και μάλιστα με Συνθήκη, ο κ. Μητσοτάκης. Για αυτά τα «ήρεμα νερά» –που αποδείχτηκαν φουρτουνιασμένη θάλασσα– είπε «ας με πουν και μειοδότη» ο κ. Γεραπετρίτης.
Κι έρχομαι στο καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης. Διότι αυτά που ακούγονται δημοσίως είναι επιεικώς πολιτικά και νομικά παράλογα. Εξηγούμαι: Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν δήλωσε την Τρίτη: «Για το καλώδιο δεν προβάλλουμε αντιρρήσεις, υπό την προϋπόθεση όμως η Τουρκία να ενημερώνεται γραπτώς για τις έρευνες και με τις σχετικές συντεταγμένες». Γιατί, λέει, δεν θέλει να διαταραχθεί το «status quo» στην περιοχή. Και ως status quo, προφανώς, εννοεί το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Και τι απάντησε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών; Επί λέξει, το εξής: «Η ενημέρωση σχετικά με την έρευνα και την πόντιση είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι δυνατόν, με την σαφή αναφορά ότι δεν πρόκειται για αδειοδοτική διαδικασία»...
Όταν, λοιπόν, ο κ. Γεραπετρίτης μας λέει ότι δεν έχει αντίρρηση να ενημερωθεί η Τουρκία, στην πραγματικότητα αναγνωρίζει, εμμέσως πλην σαφώς, δικαιοδοσία της Τουρκίας. Όμως η Τουρκία δεν δικαιούται το καλώδιο! Και κανείς δεν υποχρεούται να της ζητήσει άδεια για να περάσει καλώδιο. Η ενημέρωση γίνεται από την χώρα που έχει δικαιοδοσία, δηλαδή την Ελλάδα, στην συγκεκριμένη περίπτωση, μέσω έκδοσης Navtex. Και αυτό αρκεί. Εάν εμείς δεχθούμε οτιδήποτε παραπάνω, παίζουμε το παιχνίδι της Τουρκίας. Και, μάλιστα, πάνω σε θαλάσσια περιοχή που είναι ήδη διακηρυγμένη (με την Αίγυπτο) ελληνική ΑΟΖ!
Επί τέλους, σκέφτονται τι λένε και τι πρόκειται να κάνουν; Δεν αποτελεί αυτό υποχώρηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων; Ποιος έδωσε τέτοιο δικαίωμα στην Κυβέρνηση; Κανείς! Ο κ. Μητσοτάκης έχει τεράστια εθνική ευθύνη. Εγώ υπήρξα πρωθυπουργός και γνωρίζω το βάρος της Ιστορίας. Γι’ αυτό και λέω στην Κυβέρνηση να μην παίζει άλλο με την φωτιά.
Η αλλαγή της εξωτερικής μας πολιτικής, με την αυτονόητη αποπομπή Γεραπετρίτη, είναι μονόδρομος. Η Ελλάδα μπορεί να πετύχει τους εθνικούς στόχους της – όχι όμως έτσι.
Δεν αξίζει ούτε στην Ιστορία της χώρας ούτε στην ιστορία της παράταξης, αλλά ούτε και στην αξιοπρέπεια του λαού μας, η πολιτική των υποκλίσεων.
Πηγή: skai.gr