Ο Ισπανός τερματοφύλακας αναφέρθηκε στην κουλτούρα των οπαδών στην Ελλάδα, ενώ δεν έκρυψε την έκπληξη του όταν έμαθε για την παρουσία ξένων διαιτητών στα ντέρμπι.
Αναλυτικά όσα δήλωσε:
Για τη ζωή στην Αθήνα: «Μέχρι στιγμής είναι πολύ καλά. Ως προς το μέγεθος, το κλίμα, το φαγητό, τους ανθρώπους και την ποιότητα ζωής, μπορεί να συγκριθεί με μια πόλη όπως η Βαρκελώνη. Η γλώσσα είναι πολύ πιο δύσκολη και προς το παρόν συνεννοούμαι στα αγγλικά. Η εμπειρία είναι πολύ θετική και αγωνιστικά πηγαίνουμε καλά».
Για τη σχέση με τους οπαδούς εκτός γηπέδου: «Εδώ είναι πολύ παθιασμένοι και όλα βιώνονται στα άκρα. Αν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, όλα είναι υπέροχα, αλλά αν στραβώσουν, εμφανίζεται αμέσως η ένταση. Δεν βγαίνω πολύ, επειδή μένω σε μια οικιστική περιοχή και κάνω πολύ οικογενειακή ζωή, καθώς έχω ένα μικρό παιδί και περιμένω άλλο ένα τον Ιανουάριο. Η αντιπαλότητα γίνεται αισθητή σε κάθε βήμα, αλλά προσωπικά δεν είχα κανένα πρόβλημα στον δρόμο και ο κόσμος με αντιμετωπίζει με σεβασμό».
Για την ατμόσφαιρα στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό: «Ήταν πολύ παρόμοια με όσα έζησα στην Τουρκία. Ήδη από τις προηγούμενες ημέρες καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο παιχνίδι. Από πλευράς ατμόσφαιρας ήταν εντυπωσιακό, παρότι είχαμε τον κόσμο απέναντί μας. Χάσαμε 1-0 από μια μακρινή εκτέλεση φάουλ και μια δεύτερη μπάλα, αλλά ήταν ένα στραβοπάτημα, επειδή δεν δείξαμε την καλύτερη εκδοχή μας. Μέχρι τώρα έχουμε κερδίσει όλα τα παιχνίδια εκτός από εκείνο».
Για την παρουσία του Ερνάντεθ Ερνάντεθ στο ντέρμπι: «Πριν από το παιχνίδι κοίταξα τις συνθέσεις και όταν είδα ποιος ήταν ο διαιτητής, εξεπλάγην αρκετά. Ήταν ο Ερνάντεθ Ερνάντεθ. Ρώτησα και μου είπαν ότι τα σημαντικά παιχνίδια, με τη μεγαλύτερη ένταση, τα διευθύνουν διαιτητές της UEFA, ώστε να αποφεύγονται οι υποψίες και οι εντάσεις. Το κάνουν εδώ και καιρό, με στόχο να αποφεύγονται τα προβλήματα».
Για τη συγκέντρωση του τερματοφύλακα σε μια τόσο φορτισμένη ατμόσφαιρα: «Όταν φτάνει εκείνη η στιγμή, ξέρεις ήδη πού πηγαίνεις και τι θα συναντήσεις. Προσπαθείς να προετοιμαστείς καλύτερα, ώστε να μη χάσεις τη συγκέντρωσή σου. Προσπαθούν να εξαλείψουν τα καπνογόνα, επειδή οι αγώνες διακόπτονταν υπερβολικά συχνά και όλοι συμφώνησαν να σχηματίσουν κοινό μέτωπο. Η προσπάθεια συνεχίζεται, αλλά υπάρχει και το πρόβλημα με τα λέιζερ».
Για το αν τον σημάδευαν με λέιζερ στο Καραϊσκάκη: «Ναι. Από τα 90 λεπτά, για περισσότερα από 70 με σημάδευαν από το απέναντι πέταλο, προσπαθώντας να μου αποσπάσουν την προσοχή. Χρειάστηκε να προσπαθήσω πολύ για να το βγάλω από το μυαλό μου, επειδή είναι δύσκολο να διακοπεί ο αγώνας και να εντοπιστεί αυτός που το κάνει. Έπρεπε να προσαρμοστώ, γιατί είναι πράγματα που δεν μπορώ να ελέγξω».
Για τη σύγκριση του ελληνικού ντέρμπι με το clasico: «Ως προς την προβολή και την παγκόσμια απήχηση, προφανώς δεν συγκρίνονται, αλλά μπορεί να συγκριθεί με ένα Μπέτις–Σεβίλλη. Το γεγονός ότι οι ομάδες βρίσκονται στην ίδια πόλη κάνει την αντιπαλότητα πιο έντονη και το κλίμα αρχίζει να θερμαίνεται πολύ νωρίτερα. Ακόμη και όταν βρίσκεσαι στο ξενοδοχείο, οι αντίπαλοι οπαδοί πετούν κροτίδες. Αυτό που έζησα στο Καραϊσκάκη, από πλευράς πίεσης και ατμόσφαιρας, δεν το βλέπεις σε ένα clasico. Είναι ζήτημα κουλτούρας και πρέπει να προσαρμοστείς».
Για την αντιπαλότητα και στο μπάσκετ: «Το μετατρέπουν σε προσωπικό ζήτημα. Είτε είσαι με εμάς είτε με τους άλλους. Το βλέπεις καθημερινά στον δρόμο. Όταν κυκλοφορείς με το αυτοκίνητο, βλέπεις συνθήματα στους τοίχους εναντίον των αντιπάλων και οι οπαδοί το βιώνουν με πολύ πάθος».
Για την κατάταξη των ντέρμπι σε Τουρκία, Ελλάδα και Ισπανία: «Η κατάταξη, ως προς την ατμόσφαιρα στο γήπεδο και το πάθος, θα ήταν Τουρκία, Ελλάδα και Ισπανία, με αυτή τη σειρά, μιλώντας για παιχνίδια μεγάλης αντιπαλότητας όπως το Μπαρτσελόνα–Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτά έζησα εγώ. Όσα λέγονται για την τουρκική κόλαση είναι απολύτως αληθινά».
Για την απόφαση να αποχωρήσει από την Μπαρτσελόνα: «Ήταν δύσκολο να πάρω την απόφαση να φύγω, επειδή είχα έρθει παιδί και ένιωθα τον σύλλογο σαν το σπίτι μου. Ήταν περίπλοκο σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, αλλά ήθελα να δοκιμάσω μια νέα περιπέτεια στο εξωτερικό και να γνωρίσω μια άλλη κουλτούρα. Είχα ανάγκη να παίζω και να αισθάνομαι σημαντικός, έχοντας συνέχεια στις συμμετοχές μου. Ήταν ένα βήμα που ήθελα να κάνω. Η αλλαγή ήταν απότομη, αλλά η απόφαση ήταν σωστή».