Ο ίδιος στάθηκε στην ανάγκη να εξαχθούν συμπεράσματα και «μαθήματα» από τέτοιες απώλειες, σημειώνοντας ότι σε τέτοιες στιγμές «δεν μένει τίποτα άλλο από το να κάνουμε προσευχές».
Αμέσως μετά πέρασε στην ατζέντα της γεωπολιτικής και, ειδικά, στην κλιμάκωση γύρω από το Ιράν, χτίζοντας το σκεπτικό του πάνω σε μια κλασική ιστορική πρακτική: μεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσουν ως προθάλαμος πραγματικής στρατιωτικής επιχείρησης. Στο πλαίσιο αυτό, ανέδειξε την ανακοίνωση της CENTCOM για πολυήμερη αεροπορική δραστηριότητα/άσκηση στη Μέση Ανατολή, με ασάφεια ως προς χρόνο, διάρκεια και ακριβή περιοχή, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το πεδίο αφορά συνολικά την περιοχή ευθύνης της – συμπεριλαμβανομένου του Ιράν.
Στα επιχειρησιακά δεδομένα που κατέγραψε, έβαλε στο τραπέζι την κίνηση του αεροπλανοφόρου «Abraham Lincoln» με τα συνοδά πλοία, καθώς και τη μεταστάθμευση μίας μοίρας F-15 σε βάση στην Ιορδανία. Παράλληλα σχολίασε τη διττή ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ («μια στο καρφί και μια στο πέταλο»), η οποία –κατά την εκτίμησή του– δημιουργεί σκόπιμη ασάφεια για τις πραγματικές προθέσεις των ΗΠΑ: πίεση προς την Τεχεράνη, αλλά και παράθυρο διπλωματικής διευθέτησης.
Κομβικό σημείο της ανάλυσής του ήταν ο ρόλος του Χακάν Φιντάν ως διαμεσολαβητή/ενδιάμεσου στα αμερικανοϊρανικά, με αναφορά σε τουρκικά δημοσιεύματα για «συμβουλές» προς την Ουάσιγκτον να κινηθεί «βήμα-βήμα» (πυρηνικά, μετά πυραυλικά, μετά ανθρώπινα δικαιώματα κ.ο.κ.) και όχι με «πακέτο» συνολικής συμφωνίας που θα εξέθετε το ιρανικό καθεστώς. Ταυτόχρονα, υπενθύμισε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν στο παρελθόν επιφυλάξεις για τον Φιντάν, λόγω καταγγελιών περί «ειδικών σχέσεων» με τις ιρανικές υπηρεσίες, στοιχείο που –όπως το έθεσε– κάνει πιο περίπλοκο το παρασκήνιο.
Σε επίπεδο εκτίμησης, ο Καλεντερίδης απέφυγε να προβλέψει αν θα υπάρξει τελικά στρατιωτικό χτύπημα, επιμένοντας ότι σε τόσο ρευστό περιβάλλον το ασφαλέστερο είναι να παρουσιαστούν τα δεδομένα και να κριθούν από τον καθένα. Τόνισε όμως πως, αν το Ιράν στραφεί προς τη Δύση και απομακρυνθεί από Μόσχα και Πεκίνο, θα μιλάμε –κατά τη διατύπωσή του– για τη μεγαλύτερη γεωπολιτική ανατροπή των τελευταίων δεκαετιών, γιατί το Ιράν λειτουργεί ως «πυλώνας» στο πλέγμα Ρωσίας–Κίνας (με αναφορά και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης). Σε αυτή τη λογική πρόσθεσε και μια ακόμα προέκταση: μια τέτοια εξέλιξη θα μείωνε τη σχετική χρησιμότητα της Τουρκίας για τη Δύση, καθώς μέρος της «αξίας» που σήμερα αποδίδεται στην Άγκυρα θα μεταφερόταν σε ένα «ανατολικό αντίβαρο» όπως το Ιράν.
Στη συνέχεια η εκπομπή πέρασε και στο Ιράκ, με αιχμή την προσπάθεια σιιτικών κομμάτων/οργανώσεων να προωθήσουν τον Νουρί αλ-Μαλίκι για την πρωθυπουργία. Εκεί, το κεντρικό αφήγημα ήταν η άμεση παρέμβαση Τραμπ: προειδοποίηση προς τη Βαγδάτη ότι ενδεχόμενη επιστροφή Μαλίκι θα σημάνει διακοπή αμερικανικής στήριξης και αλλαγή στάσης/παρουσίας των ΗΠΑ στη χώρα. Από την άλλη πλευρά, παρουσιάστηκε η αντίδραση Μαλίκι και πολιτικών δυνάμεων που μίλησαν για παραβίαση της ιρακινής κυριαρχίας και απόρριψη της «γλώσσας των απειλών».
Από εκεί και πέρα, «πήγε στα καθ’ ημάς» (ΕΕ και Ελλάδα), ασκώντας σκληρή κριτική σε γερμανικές κινήσεις που –όπως είπε– ανοίγουν δρόμο για «Ευρώπη δύο ταχυτήτων», με πρωτοβουλία έξι μεγάλων οικονομιών. Στο ίδιο σημείο έβαλε ευθέως και το θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων, λέγοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να το επαναφέρει δυναμικά. Παράλληλα ανέδειξε δηλώσεις από ευρωπαϊκή πλευρά για τη δομική αλλαγή στις διατλαντικές σχέσεις και την ανάγκη αύξησης αμυντικών δαπανών, καθώς και τη συζήτηση για ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης.
Στο τουρκικό σκέλος, στάθηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση Ιμάμογλου, περιγράφοντας ως ένδειξη θεσμικής εκτροπής το γεγονός ότι –όπως είπε– ανώνυμη επιστολή εντάχθηκε στη δικογραφία με αναφορές περί «ελληνικής καταγωγής» και «χριστιανικού» παρελθόντος της οικογένειάς του. Εκεί έκανε και μια χαρακτηριστική διευκρίνιση: «Πόντιος» ως όρος είναι πρωτίστως τοπικός (καταγωγή από τον Πόντο) και όχι αυτομάτως εθνικός, ανεξαρτήτως του πώς έχει ταυτιστεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Το συμπέρασμά του ήταν ότι η εργαλειοποίηση τέτοιων ισχυρισμών με αυτόν τον τρόπο δείχνει φτώχεια πραγματικών στοιχείων.
Έπειτα, η εκπομπή επέστρεψε δυναμικά στο κουρδικό και στη Συρία, με βασικό άξονα την «προδοσία» των Κούρδων και το πώς μια σειρά συναντήσεων/διευθετήσεων (με αναφορά σε Παρίσι και μεταγενέστερα επεισόδια) οδήγησε σε επίθεση κατά κουρδικών περιοχών. Περιέγραψε επίσης τη δομή των SDF ως μεικτό σχήμα (Κούρδοι κορμός διοίκησης, Άραβες ενταγμένοι σε μονάδες για έλεγχο περιοχών), εξηγώντας γιατί η ανατροπή συμμαχιών στο πεδίο μπορεί να οδηγήσει σε αιματηρές απώλειες και αποσταθεροποίηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, υποστήριξε ότι στις ΗΠΑ φαίνεται να «ξύπνησε» ένα θεσμικό αντίβαρο (το αποκάλεσε «βαθύ κράτος») που πιέζει για διόρθωση της γραμμής, επικαλούμενος δημόσιες παρεμβάσεις υπέρ των Κούρδων (αναφορά σε άρθρο του Μάικ Πομπέο και κινήσεις γερουσιαστών για πλαίσιο προστασίας/κυρώσεων). Έθεσε επίσης ως μη πλήρως διασταυρωμένη πληροφορία αναφορές περί ελέγχου/έρευνας για τον ρόλο του Tom Barrack και χρηματοδοτικές διασυνδέσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν το έχει επιβεβαιώσει από αλλού.
Η εκπομπή έκλεισε, αφού πέρασε και από άλλα διεθνή μέτωπα (Ισραήλ–Ιράν, στενά του Ορμούζ, εξελίξεις σε Κούβα/Βενεζουέλα και δηλώσεις για Ουκρανικό), με επανάληψη συλλυπητηρίων για τις δύο τραγωδίες που ανέφερε στην αρχή, σε τόνο προσωπικό και φορτισμένο.
Δείτε την εκπομπή:
Πηγή: geopolitico.gr