Αν δεν ήταν ποδοσφαιριστής, θα ήταν σίγουρα μοντέλο. Έχει την κορμοστασιά, τον αέρα, το περπάτημα, το σώμα, τα μακριά μαλλιά του είναι λαμπερά, τα γένια του πάντοτε περιποιημένα.
Ντύνεται σχεδόν αποκλειστικά με κουστούμια, οι συνδυασμοί του άλλοτε είναι τολμηροί, κι άλλοτε κλασικοί, ανάλογα με την διάθεση. Είναι ένα fashion-icon, δεν ακολουθεί τις τάσεις, τις δημιουργεί.
Δεν είναι απλώς ο ιδρυτής της Balamonte, μίας εταιρίας που ράβει πολυτελή κουστούμια, τα σχεδιάζει κιόλας, τα προβάρει και τα διαφημίζει, ο φακός τον αγαπάει, ξέρει να ποζάρει υπέροχα. Του αρέσει το καλό ντύσιμο, είναι ο καλύτερος πελάτης των δύο μπουτίκ με δικά του ρούχα που διατηρεί μαζί με τον αδερφό του στην Βαρσωβία και στο Πόζναν.
Αν δεν ήταν ποδοσφαιριστής, θα ήταν σίγουρα ένας διπλωμάτης, πιθανότατα πρέσβης σε κάποια χώρα. Εκτός από την μητρική του γλώσσα, μιλάει άπταιστα γαλλικά, είναι η χώρα που τον «υιοθέτησε» ποδοσφαιρικά σε ηλικία 16 ετών, η χώρα καταγωγής της συζύγου του, με την οποία είναι μαζί από το 2010.
Μιλάει αγγλικά, μιλάει ιταλικά, πρόλαβε να μάθει και ρώσικα, από την πρώτη μέρα που πάτησε την χώρα του εκεί, είχε ένα τεφτέρι για να σημειώνει άγνωστες λέξεις, στο τέλος τα ‘μαθε κι αυτά.
Έχει μία έμφυτη ευγένεια, εκπέμπει μία αριστοκρατία, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε όταν μετακόμισε στην Μόσχα ήταν να επισκεφτεί το Θέατρο Μπαλσόι, στην θητεία του στην Παρί Σεν Ζερμέν και την πόλη του φωτός ήταν ένας τακτικός επισκέπτης της Όπερας του Παρισίου.
Στην χώρα του, θεωρείται το πρότυπο του σύγχρονου άντρα, πρόσφατα έβγαλε την δική του σειρά περιποίησης «Man by Gregorz Krychowiak», που περιέχει το δικό του άρωμα, αφρόλουτρα, σαμπουάν, shower gel, ενυδατικές κρέμες και λοσιόν περιποίησης για μαλλιά και γένια.
Οτιδήποτε αγγίζει «πουλάει». «Πουλάει» σαν τρελό. Διότι έχει το προφίλ του Mr. Perfect. Είναι λαμπερός, όμορφος, ευπροσήγορος, ξέρει να στέκεται, να μιλάει, να χαμογελάει.
Αν δεν ήταν ποδοσφαιριστής, θα μπορούσε να έχει μία ταξιδιωτική εκπομπή. Αν ψάξει κανείς τον λογαριασμό του στο Instagram θα δει φωτογραφίες από κάθε άκρη της γης. Είχε βάλει στόχο να δει με τα μάτια του και τα 7 θαύματα του κόσμου. Το έκανε.
Μαζί με την Σεσίλ έχει αφήσει το αποτύπωμά του στις Μαλδίβες, την Νότιο Αφρική, την Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία, το Βιετνάμ, την Μαλαισία, την Κίνα, την Καμπότζη, την Ινδία και την Σρι Λάνκα. Κάτι Μαϊάμι, κάτι Ντουμπάι, κάτι Μαγιόρκες είναι για… Σαββατοκύριακα. Ο πολυτελής βίος του αρέσει, δεν το κρύβει. Αλλά δεν ενοχλεί και κανέναν κιόλας.
Αν δεν ήταν ποδοσφαιριστής, σίγουρα δεν θα ήταν party-animal. Δεν του αρέσουν τα πάρτι, ούτε το αλκοόλ. Λίγο μετά την κατάκτηση του Europa League από την Σεβίλλη, ήταν ο μόνος που έλειπε από τα επινίκια. Έφαγε μαζί με την υπόλοιπη ομάδα και έφυγε για το σπίτι. Ξύπνησε στις 6 το πρωί και έκανε πισίνα για το πονεμένο του πόδι. Για πρώτη και μάλλον τελευταία φορά στην ζωή του, ήπιε αλκοόλ, ένα ποτήρι σαμπάνια. Λογικά δεν πρόκειται να ξαναβάλει στο στόμα του.
Προσέχει τι βάζει στο στόμα του, προσέχει το σώμα του σαν ιερό ναό. Εδώ και δύο χρόνια είναι ιδιοκτήτης της ΒιοGol μίας εταιρίας που ειδικεύεται στις βιολογικές τροφές.
Είναι φιλομαθής και ανήσυχο πνεύμα. Φοίτησε σε γαλλικό σχολείο και πήρε το Baccalauréat, που του επέτρεψε να γραφτεί στο πανεπιστήμιο του Claude Bernard στην Λιόν και να πάρει μετά από δύο χρόνια δίπλωμα στην διοίκηση αθλητικών επιχειρήσεων!
Όλες αυτές οι πόρτες άνοιξαν από την στρογγυλή Θέα, την οποία… αντιπαθούσε στο ξεκίνημα. Ο μόνος λόγος που έγινε ποδοσφαιριστής ήταν η επιμονή του μεγαλύτερου αδερφού του, Τόμας, να γραφτεί κι εκείνος στην ομάδα που έπαιζε για να έχει παρέα. Έκτοτε, όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
Από το Mrzeżyno μία μικρή πόλη κοντά σε γερμανο-πολωνικά σύνορα, η οποία βρέχεται από την Βαλτική, βρέθηκε από τα 16 του στις ακαδημίες της Μπορντό, μετά από το συνοικέσιο που έκανε η παλιά μεγάλη δόξα του πολωνικού ποδοσφαίρου Αντρέι Σάρμαχ, που αγωνίστηκε για πολλά χρόνια στην Οσέρ. Από αυτόν έμαθε ένα πράγμα: «Η καριέρα του ποδοσφαιριστή είναι εξαιρετικά σύντομη, μην αφήσεις ούτε μέρα να πάει χαμένη».
Ξεκίνησε από χαμηλά, πολύ χαμηλά, τις λάσπες της τέταρτης κατηγορίας με την ομάδα Νέων της Μπορντό. Τον παρομοίαζαν με τον Ρίνο Γκατούζο, ήταν ένας αυθεντικός μαχητής που σε κάθε μονομαχία έπαιζε για την ζωή του.
Μόνο που οι Γιρονδίνοι δεν εκτίμησαν ποτέ αυτό που ήταν, μέσα από τους δανεισμούς του σε Ναντ και Ρεμς άρχισε να εξελίσσεται ποδοσφαιρικά.
Η άνοδος της Ρεμς στην Ligue 1, ήταν η δική του ευκαιρία. Το καλοκαίρι του 2014, έγινε μία από τις πρώτες της μεταγραφές έναντι μόλις 800.000 ευρώ, ένα από τα καλύτερα deal που έκανε ποτέ ο γαλλικός σύλλογος.
Εκεί έγινε ο Πολωνός Robocop, παίζοντας κυρίως ως αμυντικός μέσος και άλλοτε ως κεντρικός αμυντικός. Δύο «γεμάτα» χρόνια ήταν αρκετά για να τραβήξει το βλέμμα του Μόντσι που τον τσίμπησε στην Σεβίλλη «μόλις» για 6 εκατομμύρια ευρώ, όταν σχεδόν κανείς δεν τον ήξερε.
Στην Ανδαλουσία ήρθε η εκτόξευση. Έγινε ο πνεύμονας της ομάδας. Η αυτοθυσία του, τον έκανε τον αγαπημένο των αφιοθιονάδος στο γρασίδι ήταν η δική τους προέκταση, ένας παίκτης σύμφυτος με τα ιδανικά του συλλόγου.
Στην ρούκι σεζόν του (2014-15) ψηφίστηκε στην καλύτερη ενδεκάδα της Primera Division. Στην δεύτερη χρονιά στο Νερβιόν, οι οπαδοί της Σεβίλλης τον ψήφισαν στην κορυφαία ενδεκάδα της δεκαετίας για την ομάδα τους. Και είχαν περάσει πολλοί συγκλονιστικοί μέσοι από την Ανδαλουσία την τελευταία δεκαετία.
Έκανε ένα υπέροχο Euro 2016 με την φανέλα της Εθνικής, όπου παίζοντας ένα βήμα μπροστά από του στόπερ, έμοιαζε με ένα Πολωνό Πίρλο, μοιράζοντας με ακρίβεια το παιχνίδι με τις 30άρες μπαλιές ακριβείας που είχε βάλει στο ρεπερτόριο του. To France Football τον συμπεριέλαβε στην κορυφαία ενδεκάδα της διοργάνωσης, ήταν πια ένας μέσος που είχε τα πάντα!
Το ίδιο καλοκαίρι ήρθε το όνειρο, η λάμψη, η χλιδή. Ο πρώην προπονητής του στην Σεβίλλη, Ουνάι Έμερι σχεδόν τον απαίτησε στην Παρί Σεν Ζερμέν. Η μεταγραφή κόστισε 30 εκατομμύρια ευρώ, ο Κριχόβιακ με την γαλλική κουλτούρα και την ποδοσφαιρική τεχνογνωσία που δίνει η Σεβίλλη έμοιαζε με… υπερόπλο.
Μόνο που για κάποιο λόγο, ο Έμερι αθέτησε όλες τις υποσχέσεις του και τον έθεσε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τον έβαλε τελευταίο στην ιεραρχία των μέσων (Ματουϊντί, Τιάγκο Μότα, Ραμπιό).
Ψηφίστηκε ως flop της χρονιάς, ως η χειρότερη μεταγραφή, «σκοτώθηκε» με τον Έμερι, ήταν η πρώτη φορά που έφτασε στα άκρα με κάποιον προπονητή του.
Στον μονοετή δανεισμό του στην Γουέστ Μπρομ (2017-18) πήρε γεύση από Premier League, όμως παρότι στάθηκε αξιοπρεπώς στο καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου (31 ματς / 3 ασίστ) οι μπάγκις έμειναν ουραγοί και υποβιβάστηκαν.
Επόμενος σταθμός η Μόσχα. Αρχικά ως δανεικός (2018-19), εν συνεχεία με νέα πανάκριβη μεταγραφή 12 εκατομμυρίων ευρώ. Έκεί έμαθε να παίζει πιο μπροστά. Έγινε κανονικό «δεκάρι», αν και η αγαπημένη του θέση παραμένει αυτή του επιτελικού αμυντικού χαφ, deep-lying playmaker που λένε και στην ποδοσφαιρική αργκό.
Τις δύο τελευταίες σεζόν έβαλε στο ρεπερτόριο του και το γκολ, τελείωσε με διψήφιο αριθμό τερμάτων (10 και 11 αντίστοιχα), χωρίς να παραλείπει να βγάζει ασίστ, κυρίως με χτυπήματα ακριβείας από στατικές φάσεις.
Το 2018-19 ψηφίστηκε καλύτερος χαφ στο ρωσικό πρωτάθλημα και την σεζόν 2020-21 μπήκε στην κορυφαία ενδεκάδα της ρωσικής λίγκας, κατέκτησε δύο κύπελλα με την Λοκομοτίβ, έπαιξε ομίλους Champions League, όμως η αλλαγή τεχνικού διευθυντή το καλοκαίρι του 2022, έφερε την μετακόμιση στην Κράσνονταρ με ηγεμονικό ετήσιο συμβόλαιο 3 εκατομμυρίων ευρώ, όπου έκανε ένα ηγετικό πρώτο μισό της σεζόν (5 γκολ σε 15 παιχνίδια), πριν ο πόλεμος αλλάξει όλες τις ισορροπίες της ζωής και της καριέρας του.
Φεύγοντας από το Κράσνονταρ, άφησε πίσω του το περιβραχιόνιο, το οποίο πρόλαβε να φορέσει μέσα σε μερικούς μήνες: «μερικοί παίκτες γεννιούνται αρχηγοί, δεν γίνονται», ήταν τα λόγια του πρώην προπονητή του, Βίκτορ Γκοντσαρένκο.
Σε μία Πολωνία που τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι, εκείνος είναι το δεκανίκι, η ισορροπία του, ο υπαρχηγός του, με 86 συμμετοχές και 5 γκολ δεν λείπει ποτέ από τις κλήσεις, το όνειρο του είναι ένα Μουντιάλ, τα πάντα θα παιχτούν σε μία ζαριά το καλοκαίρι στο μπαράζ είτε με την Σουηδία είτε με την Τσεχία.
O Γκρεγκόρζ Κριχόβιακ έχει ζήσει ήδη 100 ζωές, είναι ένας… γαλαζοαίματος του ποδοσφαίρου, ένας αυθεντικός μπόν-βιβέρ, μα πάνω από όλα ένας… οRiginal παιχταράς…