Ο αποκλεισμός στη Ναϊμέγκεν δεν μπορεί να περάσει στον φάκελο μιας κακής ευρωπαϊκής βραδιάς και να κλείσει εκεί. Το 2-1 στην παράταση έκοψε από τον Αύγουστο τον δρόμο του Ολυμπιακού προς το Champions League, όμως η πραγματική πληγή βρίσκεται στην εικόνα μιας ομάδας που πήγε στην Ολλανδία έχοντας ήδη πάρει την πρώτη και πολύ δυνατή προειδοποίηση στο Καραϊσκάκη, γνώριζε ακριβώς τι έπρεπε να διορθώσει και είχε ακούσει τον ίδιο τον προπονητή της να προαναγγέλλει βελτίωση. Μία εβδομάδα αργότερα, ο Ολυμπιακός εμφανίστηκε για μεγάλο διάστημα χωρίς καθαρή αγωνιστική ταυτότητα, έχασε τον έλεγχο όταν βρέθηκε μπροστά στο σκορ και στο τέλος άφησε τη Ναϊμέγκεν να του πάρει την πρόκριση.
Η λέξη του τίτλου είναι βαριά και χρειάζεται εξήγηση. Ντροπή δεν είναι μια ποδοσφαιρική ήττα. Ούτε αποτελεί ντροπή από μόνη της μια πρόκριση που χάνεται στην παράταση και μάλιστα με δέκα παίκτες. Η ντροπή αυτής της βραδιάς βρίσκεται στην τεράστια απόσταση ανάμεσα στον Ολυμπιακό που θέλει να βρίσκεται στο Champions League και στον Ολυμπιακό που παρουσιάστηκε όταν κλήθηκε να κερδίσει τη θέση του εκεί. Βρίσκεται σε μια ομάδα που είχε ήδη δει τη Ναϊμέγκεν για 90 λεπτά στο σπίτι της, είχε μία εβδομάδα να δουλέψει πάνω στα προβλήματά της και στη ρεβάνς χρειάστηκε σαράντα λεπτά για να δημιουργήσει την πρώτη πραγματικά μεγάλη ευκαιρία της. Βρίσκεται στο 0-1 που αντί να απελευθερώσει την ομάδα, την έκανε να γυρίσει πίσω και να περιμένει. Βρίσκεται στον αντίπαλο που χτυπούσε ξανά και ξανά την ίδια πλευρά χωρίς να βρίσκει απέναντί του ουσιαστική απάντηση. Βρίσκεται και σε έναν σχεδιασμό που έφερε τον Ολυμπιακό στις 11 Αυγούστου να παίζει την ευρωπαϊκή του χρονιά με βασικές εκκρεμότητες και χωρίς δεύτερο καθαρό φορ διαθέσιμο για ένα παιχνίδι που έφτασε στα 120 λεπτά.
Αυτή είναι η ντροπή του τίτλου. Η εικόνα, η διαχείριση, η ανετοιμότητα και οι ευθύνες που μοιράζονται από τον πάγκο μέχρι το γήπεδο και από εκεί μέχρι εκείνους που έχτισαν το ρόστερ.
Και η πρώτη μεγάλη ευθύνη πηγαίνει στον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ.
Ο Ισπανός είχε βάλει μόνος του τον πήχη μετά το 0-0 του Καραϊσκάκη. Είχε μιλήσει για όσα έπρεπε να βελτιωθούν, είχε μία εβδομάδα για να δουλέψει με τους παίκτες του και πριν από τη ρεβάνς επανέλαβε ότι ο Ολυμπιακός έπρεπε να παρουσιαστεί καλύτερος. Η σύγκριση ανάμεσα στα λόγια και σε αυτό που είδαμε στο πρώτο ημίχρονο της Ολλανδίας είναι αμείλικτη. Οι πέντε αλλαγές στην ενδεκάδα έφεραν διαφορετικά πρόσωπα, όμως το ποδόσφαιρο παρέμεινε προβληματικό. Η ομάδα δυσκολευόταν να περάσει οργανωμένα τη μεσαία γραμμή, οι γραμμές δεν συνδέονταν, η ανάπτυξη γινόταν συχνά χωρίς καθαρό προορισμό και η δημιουργία περίμενε περισσότερο την ατομική έμπνευση παρά κάποια δουλεμένη επιθετική συνεργασία.
Η πρώτη πραγματικά μεγάλη ευκαιρία ήρθε στο 40', όταν ο Ζέλσον Μαρτίνς έφυγε από αριστερά, βγήκε σχεδόν τετ α τετ και πλάσαρε πάνω στον τερματοφύλακα. Σαράντα λεπτά μιας ρεβάνς με το πρώτο παιχνίδι στο 0-0 είχαν περάσει μέχρι ο Ολυμπιακός να φτάσει σε τέτοια θέση. Για μια ομάδα που πήγε στην Ολλανδία για να πάρει την πρόκριση και είχε περάσει όλη την εβδομάδα μιλώντας για βελτίωση, η παραγωγή της ήταν φτωχή και η συνολική της παρουσία φοβισμένη.
Ο τραυματισμός του Ζότα Σίλβα στο 14' ασφαλώς επηρέασε το αρχικό σχέδιο. Ο Πορτογάλος έφυγε στην επίθεση, ένιωσε μυϊκό πρόβλημα και αναγκάστηκε να αποχωρήσει, φέρνοντας πολύ νωρίς τον Φορτούνη στο παιχνίδι. Ο Ολυμπιακός είχε ήδη όμως αρχίσει να δείχνει ένα πρόβλημα που θα τον ακολουθούσε σχεδόν μέχρι το τέλος της βραδιάς και η Ναϊμέγκεν το είχε διαβάσει από τα πρώτα λεπτά.
Η πλευρά του Ροντινέι ήταν η πληγή
Στο 9' οι Ολλανδοί μπήκαν από αριστερά, το σουτ του Σερι κόντραρε και η μπάλα κατέληξε στο οριζόντιο δοκάρι. Στο 22' δημιούργησαν νέα επικίνδυνη κατάσταση από εκεί. Στο δεύτερο ημίχρονο η ίδια διαδρομή έγινε σχεδόν μόνιμη επιλογή. Στο 58' το πλασέ πέρασε ελάχιστα πάνω από το δοκάρι, στο 68' η επίθεση βγήκε ξανά από αριστερά, ακολούθησε γύρισμα και προβολή του επιθετικού και χρειάστηκε μια καταπληκτική επέμβαση του Πόποβιτς με το πόδι για να μείνει ο Ολυμπιακός μπροστά.
Ο Ροντινέι έχει προσφέρει πάρα πολλά στον Ολυμπιακό και κανείς δεν σβήνει την ποιότητά του με την μπάλα. Η συγκεκριμένη βραδιά, όμως, ενίσχυσε δραματικά ένα ερώτημα που υπήρχε ήδη: μπορεί πλέον να υπηρετήσει με ασφάλεια τον ρόλο του δεξιού μπακ σε τέτοιο επίπεδο; Οι τοποθετήσεις του, οι αποστάσεις, η κάλυψη της πλάτης του και η συνολική αμυντική λειτουργία του έδωσαν στη Ναϊμέγκεν έναν διάδρομο που χρησιμοποίησε ασταμάτητα. Η βοήθεια που πήρε από μπροστά ήταν επίσης ανεπαρκής, επομένως η ευθύνη δεν μπορεί να φορτωθεί ολόκληρη σε έναν ποδοσφαιριστή. Η τελική εικόνα παραμένει σκληρή: με αυτόν τον Ροντινέι, η επιστροφή σε μόνιμο ρόλο δεξιού μπακ μοιάζει περισσότερο με ρίσκο παρά με λύση.
Μέσα στην ασχήμια του πρώτου μέρους υπήρχε πάντως ένας ποδοσφαιριστής που έμοιαζε έτοιμος να αλλάξει μόνος του τη θερμοκρασία του αγώνα. Ο Γκουστάβο Σα, στα 21 του, έπαιξε με θράσος, ποιότητα και καθαρή ποδοσφαιρική σκέψη. Ζητούσε μπάλα, κουβαλούσε παιχνίδι, έψαχνε κάθετα, δεν φοβόταν να επιτεθεί στον αντίπαλο και δικαιολόγησε τη φήμη που τον συνοδεύει.
Η φάση του 0-1 συμπύκνωσε όλα όσα έδειξε. Ο Φορτούνης τον βρήκε όμορφα από δεξιά και ο Γκουστάβο έκανε δύο αμυντικούς κομπολόι, δημιούργησε τη ρήξη και έβγαλε την μπάλα προς την περιοχή. Η άμυνα δεν καθάρισε και ο Ελ Κααμπί την έστειλε στα δίχτυα. Για λίγα δευτερόλεπτα δύο ποδοσφαιριστές με ποιότητα και ποδοσφαιρικό μυαλό έφτιαξαν αυτό που ολόκληρος ο Ολυμπιακός δυσκολευόταν να κατασκευάσει για 45 λεπτά.
Ο Γκουστάβο έδειξε κάτι ακόμη σημαντικότερο από μια καλή εμφάνιση: έδειξε προοπτική μεγάλου παίκτη. Μαέστρος μπορεί να γίνει αυτό το παιδί. Η αποχώρησή του στο 61' είχε λογική από πλευράς φυσικής κατάστασης, καθώς ενσωματώθηκε αργότερα και ακόμη δεν έχει στα πόδια του τέτοια 90λεπτα. Η επίδραση της αλλαγής στην ομάδα, όμως, ήταν τεράστια.
Με τον Μουζακίτη στη θέση του, ο Ολυμπιακός έχασε τον παίκτη που ένωνε τις γραμμές και μπορούσε να κρατήσει την μπάλα υπό πίεση. Ο Φορτούνης παρέμεινε περισσότερο δεξιά και δεν μετακινήθηκε στον δημιουργικό χώρο που είχε αφήσει ο Γκουστάβο, με αποτέλεσμα ο άξονας να χάσει συνοχή και η ομάδα να δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο να αναπνεύσει με κατοχή.
Το μεγαλύτερο λάθος του Ολυμπιακού είχε ήδη αρχίσει να συντελείται.
Το 0-1 έπρεπε να του δώσει αυτοπεποίθηση και να γεμίσει τη Ναϊμέγκεν αμφιβολίες. Συνέβη το αντίθετο. Ο Ολυμπιακός υποχώρησε, άφησε γήπεδο, έπαψε να κρατά την μπάλα και συμπεριφέρθηκε σαν να έπρεπε να προστατεύσει το αποτέλεσμα για λίγα τελευταία λεπτά. Η Ναϊμέγκεν πήρε το μήνυμα, ανέβηκε, πίεσε και άρχισε να παράγει φάσεις με ρυθμό που η άμυνα του Ολυμπιακού αδυνατούσε να ελέγξει.
Εδώ βρίσκεται ίσως η βαρύτερη αγωνιστική ευθύνη του Μεντιλίμπαρ στη ρεβάνς. Έχοντας αποκτήσει το προβάδισμα, ο Ολυμπιακός έδωσε μόνος του στον αντίπαλο το δικαίωμα να επιστρέψει. Για περισσότερο από δέκα λεπτά η περιοχή του βρισκόταν σε κατάσταση πολιορκίας. Ο Πόποβιτς έσωσε στο 68', η Ναϊμέγκεν συνέχισε να έρχεται και στο 70' βρήκε το 1-1 που δικαιούταν από την εικόνα του αγώνα. Το γκολ είχε προαναγγελθεί από όσα βλέπαμε να συμβαίνουν.
Ο Μεντιλίμπαρ δεν κατάφερε εκεί να ξαναφέρει τον Ολυμπιακό στο ποδόσφαιρο. Δεν έκλεισε τη δεξιά πλευρά, δεν ξαναπήρε το κέντρο, δεν έδωσε στην ομάδα τρόπο να κρατήσει την μπάλα και να μεταφέρει το παιχνίδι μακριά από τον Πόποβιτς. Η υπόσχεση για έναν βελτιωμένο Ολυμπιακό είχε πλέον μετατραπεί σε μια ομάδα που προσπαθούσε να επιβιώσει απέναντι στη Ναϊμέγκεν.
Και τότε ο Φορτούνης έκανε το λάθος που άλλαξε τις ισορροπίες οριστικά.
Μέχρι το 80' είχε πραγματοποιήσει μια εμφάνιση με πολλά θετικά στοιχεία. Είχε μπει αναγκαστικά στο 14', έτρεξε, πάλεψε, συμμετείχε στις μονομαχίες, βοήθησε ακόμη και σε αμυντικές καταστάσεις και είχε ουσιαστική συμμετοχή στη δημιουργία του γκολ. Το πάτημά του πάνω από τον αστράγαλο του αντιπάλου ήταν όμως επικίνδυνο και αχρείαστο. Η αρχική κίτρινη μετατράπηκε μέσω VAR σε απευθείας κόκκινη και η απόφαση ήταν σωστή.
Η εμπειρία του Φορτούνη κάνει το λάθος ακόμη βαρύτερο. Σε μια ρεβάνς που ισορροπούσε στην κόψη, με το σκορ 1-1 και την ομάδα ήδη υπό πίεση, ο Ολυμπιακός έμεινε με δέκα και βρέθηκε μπροστά στην προοπτική να παίξει σχεδόν ένα ολόκληρο επιπλέον ημίχρονο αριθμητικά μειονεκτώντας, εφόσον το ματς πήγαινε στην παράταση.
Πήγε. Κι αν ο Ολυμπιακός έφτασε μέχρι εκεί, ένα μεγάλο μέρος το χρωστά στον Πόποβιτς.
Ο τερματοφύλακας του Ολυμπιακού ήταν ο κορυφαίος της βραδιάς. Ο Γκουστάβο Σα ακολουθεί πολύ κοντά, όμως ο Πόποβιτς έπαιξε επί μεγάλα διαστήματα έχοντας μπροστά του μια άμυνα που τον εξέθετε διαρκώς και κατάφερε να κρατήσει την ομάδα ζωντανή. Η επέμβαση με το πόδι στο 68' ήταν τεράστια, στην παράταση χρειάστηκε ξανά να επέμβει και στο 105', ακόμη και όταν μια δική του ασταθής πρώτη απόκρουση δημιούργησε κίνδυνο, είχε το αντανακλαστικό να επανορθώσει αμέσως και να αποτρέψει το 3-1.
Η παράταση βρήκε τον Ολυμπιακό εξαντλημένο, αριθμητικά μειονεκτούντα, αλλά ακόμη ζωντανό. Ο Ρόκα δημιούργησε μια εξαιρετική στιγμή από αριστερά μέσα στην περιοχή, έκανε ωραίο ελιγμό και πλάσαρε λίγο έξω. Στο 98' ο Σιπιόνι βρέθηκε πολύ κοντά στο γκολ με κεφαλιά που πέρασε άουτ. Οι ευκαιρίες αυτές πονάνε περισσότερο μετά το τέλος, γιατί έδειξαν ότι ακόμη και μέσα σε αυτή την κατάσταση υπήρχε δρόμος προς την πρόκριση.
Το 2-1 ήρθε τελικά από τον Εμρέ Μορ. Τον πρώην παίκτη του Ολυμπιακού. Η επίθεση άρχισε (πού αλλού) από την αριστερή πλευρά, η μπάλα πέρασε μέσα από κόντρες γύρω από την περιοχή και έφτασε δεξιά στον αφύλακτο Μορ, ο οποίος εκτέλεσε δυνατά. Ο Πόποβιτς δεν είχε περιθώριο αντίδρασης. Ένας πρώην «ερυθρόλευκος» έβαζε την υπογραφή στο γκολ που έκλεινε την πόρτα του Champions League.
Στο τέλος των 120 λεπτών, το στατιστικό φύλλο δεν άφηνε χώρο για παραμύθια. Η Ναϊμέγκεν είχε 54% κατοχή, 16 τελικές έναντι 10, επτά σουτ στον στόχο απέναντι στα δύο του Ολυμπιακού, τρεις μεγάλες ευκαιρίες έναντι δύο και 603 πάσες απέναντι στις 505. Οι αριθμοί περιγράφουν μια ομάδα που κατάφερε να επιβάλει μεγαλύτερα κομμάτια του παιχνιδιού και να αναγκάσει τον αντίπαλό της να ζήσει για μεγάλο διάστημα από τις επεμβάσεις του τερματοφύλακά του.
Η συζήτηση όμως δεν τελειώνει στον Μεντιλίμπαρ και στους παίκτες που βρέθηκαν στο γήπεδο. Οι ευθύνες ανεβαίνουν και ψηλότερα, γιατί ένας ευρωπαϊκός αποκλεισμός στις 11 Αυγούστου αποτελεί ταυτόχρονα αξιολόγηση του καλοκαιρινού σχεδιασμού.
Ο Ολυμπιακός έφτασε στο πρώτο τεράστιο ραντεβού της χρονιάς με ανοιχτές υποθέσεις σε σημαντικές θέσεις. Το δεξί μπακ έγινε πληγή μέσα στο ίδιο το παιχνίδι. Στον άξονα η ανάγκη για περισσότερη ποιότητα στις θέσεις «6» και «8» παραμένει ορατή. Στα εξτρέμ ο τραυματισμός του Ζότα άφησε αμέσως το πλάνο πιο φτωχό και έφερε τον Φορτούνη στο γήπεδο από το 14'. Ο νεαρός Ρόκα έδειξε καλά στοιχεία όταν μπήκε, όμως ένας 21χρονος δεν μπορεί να κουβαλά από τόσο νωρίς την ευθύνη να καλύψει τα κενά μιας ομάδας που δηλώνει ότι θέλει Champions League.
Η μεγαλύτερη παραδοξότητα βρίσκεται στους σέντερ φορ. Ο Ολυμπιακός διαθέτει Ελ Κααμπί, Ταρέμι και Γιάρεμτσουκ και σε μια ρεβάνς που μπορούσε να φτάσει στα 120 λεπτά ο προπονητής του δεν είχε δεύτερο καθαρό φορ διαθέσιμο για να αλλάξει την επίθεση. Ο Ελ Κααμπί έπαιξε ολόκληρη τη βραδιά, κυνηγώντας μπάλες ανάμεσα στα στόπερ και συνεχίζοντας στην παράταση με εμφανή κόπωση. Σε τέτοιο παιχνίδι χρειάζεσαι επιλογή για 20 λεπτά, για μισή ώρα, για ολόκληρη την παράταση, ακόμη και για να παίξεις με δύο επιθετικούς όταν η πρόκριση χάνεται. Ο Ολυμπιακός είχε τρία ονόματα στη θέση και την ώρα που τα χρειαζόταν είχε έναν διαθέσιμο.
Εδώ δεν χωρά η συνήθης ελληνική αναμονή μέχρι το τέλος Αυγούστου. Το Champions League του Ολυμπιακού παιζόταν στις 11 Αυγούστου και η ομάδα όφειλε να είναι έτοιμη στις 11 Αυγούστου. Οι μεταγραφικές ευκαιρίες που μπορεί να εμφανιστούν αργότερα, οι πιθανές πωλήσεις και οι διαπραγματεύσεις δεν επιστρέφουν μια χαμένη πρόκριση. Η ευρωπαϊκή σεζόν έχει δικό της ημερολόγιο και όποιος φτάνει ανέτοιμος πληρώνει το τίμημα πριν προλάβει να ολοκληρώσει το ρόστερ του.
Γι' αυτό βράζει και ο κόσμος. Τα μηνύματα μετά το τέλος είχαν κοινή ρίζα: την αίσθηση ότι ο Ολυμπιακός χάνει την ταυτότητά του. Γράφτηκε ότι έχουν χαθεί οι βασικές αρχές της ομάδας, ότι αυτό που παρουσιάζεται δεν θυμίζει Ολυμπιακό, ότι ο αποκλεισμός ήταν δίκαιος. Κάποιοι προχώρησαν πολύ περισσότερο και έθεσαν ευθέως θέμα Μεντιλίμπαρ, θεωρώντας ότι ο κύκλος του έχει κλείσει.
Η συζήτηση για τον προπονητή δεν μπορεί να γίνεται με όρους οργισμένου timeline. Ο Μεντιλίμπαρ έχει κερδίσει με τη δουλειά και όσα έχει προσφέρει το δικαίωμα να αξιολογείται σοβαρά. Το ίδιο σοβαρά πρέπει να αξιολογηθεί όμως και η σημερινή εικόνα του Ολυμπιακού. Η ένταση έχει πέσει, η συνοχή παρουσιάζει ρωγμές, η δημιουργία απέναντι σε οργανωμένη άμυνα δυσκολεύεται και οι μεγάλες μπάλες προς έναν απομονωμένο Ελ Κααμπί εμφανίζονται πολύ συχνά ως λύση. Το ποδόσφαιρο που κάποτε είχε καθαρή σφραγίδα σήμερα μοιάζει θολό.
Και όταν καθαρίσει το κεφάλι από την ένταση του 120λέπτου, τουτο είναι που πονάει περισσότερο: η Ναϊμέγκεν δεν χρειάστηκε κάποιο ποδοσφαιρικό θαύμα για να αποκλείσει τον Ολυμπιακό. Δεν χρειάστηκε να κάνει το τέλειο παιχνίδι. Έπαιξε με μεγαλύτερη συνέπεια, διάβασε τις αδυναμίες του αντιπάλου της, επέμεινε εκεί όπου τον πονούσε και όταν ο Ολυμπιακός της παρέδωσε χώρο και πρωτοβουλία, τα πήρε.
Ο Ολυμπιακός είχε δύο παιχνίδια, 210 αγωνιστικά λεπτά, την προειδοποίηση του Καραϊσκάκη και μία ολόκληρη εβδομάδα για να βρει απαντήσεις. Έφτασε στο τέλος έχοντας βρει πολύ λιγότερες από όσες απαιτούσε το Champions League.
Γι' αυτό η βαριά λέξη του τίτλου δεν αφορά το 2-1. Αφορά όλα όσα οδήγησαν σε αυτό.
Ντροπή ρε...