MENU

Η παράδοση των Γιορούμπα, της μεγάλης φυλής της Νιγηρίας (από την οποία κατάγεται και η οικογένεια Αντετοκούμπο) επιβάλλει να δίνεται σε κάθε παιδί ένα «παραδοσιακό» όνομα στη γλώσσα τους. Οι περισσότεροι Γιορούμπα είναι πια Χριστιανοί, διαφόρων δογμάτων, αλλά δεν έχουν απαρνηθεί αυτή την παράδοση. Έτσι, λοιπόν, όταν γεννήθηκε ο Σίριλ Ντέσερς στις 8 Δεκεμβρίου 1994 στην μικρή πόλη Τονγκέρεν του Βελγίου, στα βορειοανατολικά της χώρας, η μητέρα του επέμεινε εκτός από το χριστιανικό του όνομα να πάρει και αυτό της φυλής.

Το «Κολάγουολε» (Kolawole), το όνομα που επέλεξε και τον συντροφεύει ακόμα και στα επίσημα έγγραφά του, σημαίνει σε ελεύθερη μετάφραση «ο πλούτος επέστρεψε στο σπίτι». Τον αντιμετώπισε, δηλαδή, ως κάτι πολύτιμο, που φέρνει χαρά. Το ίδιο συνέβη και στους περισσότερους σταθμούς της επαγγελματικής ποδοσφαιρικής του καριέρας. Η αναλογία γκολ ανά συμμετοχή σε ολόκληρη την επαγγελματική του καριέρα (που ξεπερνάει το 0,40) δείχνει ανάγλυφα το γιατί. Αν η πεπτουσία του ποδοσφαίρου είναι το γκολ, ο 30χρονος φορ έχει (απο)δείξει σε πολλές και διαφορετικές συνθήκες ότι μπορεί να την προσφέρει.

Κι όπως συμβαίνει πολύ συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο δρόμος μόνο στρωμένος με ροδοπέταλα δεν ήταν. Για την ακρίβεια, οι δυσκολίες που αντιμετώπισε στα πρώτα του βήματα ήταν αυτές που τον ατσάλωσαν και τον βοήθησαν να ξεχωρίσει σ’ ένα ολότελα ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Σε αντίθεση, βέβαια, με άλλες ιστορίες παιδιών μεταναστών, όπου υπήρχε σχεδόν απόλυτη φτώχεια και το ποδόσφαιρο ήταν η μοναδική διέξοδος, για τον Σίριλ δεν ίσχυε αυτό. Από πλούσια οικογένεια δεν ήταν, αλλά οι βασικές του ανάγκες ήταν καλυμμένες και με το παραπάνω. Δεν είναι υπερβολή να αναφέρουμε ότι… αποφάσισε μόνος του να δυσκολέψει την κατάσταση, για να διαπιστώσει κι ο ίδιος αν αντέχει και πόσο στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Από τα επτά του χρόνια εντάχθηκε σε ποδοσφαιρικές ακαδημίες: Στην αρχή στη Ζβάλου Βέχμαλ (2001-05), την Ουνιόν Ρούτεν (2005-06) και την Τονγκέρεν, την «μεγάλη» ομάδα της πόλης. Ξεχώρισε σχεδόν αμέσως για την σωματική του διάπλαση, ήταν και ψηλότερος και δυνατότερος από τα άλλα παιδιά, γι’ αυτό στα 13 του μπήκε στα μπλοκάκια της Σιντ Τρούιντεν. Εκεί άρχισε να σκέφτεται το επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Το πέρασμά του από την εφηβική ομάδα των «καναρινιών» δεν ήταν αυτό που περίμενε. Έμεινε εκεί δύο χρόνια, αλλά οι τότε προπονητές ένα ωραίο πρωί του έβγαλαν εισιτήριο επιστροφής στην πόλη του! Ταλέντο μεγάλο, «έλεγαν» τότε τα μπλοκάκια, αλλά δεν δουλεύεται εύκολα. Παίζει με ένστικτο και όχι υπακούοντας σε εντολές, και σκοράρει μεν, αλλά χάνει και πολλές ευκαιρίες, κάποιες μάλιστα απ’ αυτές που… δεν χάνονται.

Στην ερασιτεχνική Τονγκέρεν αποφάσισε να μείνει δύο χρόνια ακόμα, αλλά στα 17 του πήρε τη μεγάλη απόφαση: Ανακοίνωσε στο σπίτι του ότι αποφάσισε να ζήσει μόνος του, χωρίς καμία οικονομική βοήθεια απ’ αυτούς, και ταξίδεψε με δικά του έξοδα στο Λέουβεν για να δοκιμαστεί από την τοπική ομάδα.

Εκεί είχε την τύχη να συναντήσει τον Χαν Βάντερ Ελστ, τότε διευθυντής της ακαδημίας της Λέουβεν. Παρ’ ότι κι αυτός συμφώνησε ότι ο νεαρός ήταν «εντυπωσιακός και ασταθής» ταυτόχρονα, όχι μόνο δεν τον έδιωξε, αλλά του έφτιαξε ένα μονοπάτι: Προπονούνταν με την ανδρική ομάδα έναντι ενός «ημιεπαγγελματικού» συμβολαίου και παράλληλα γράφτηκε στο τμήμα Νομικής του KU Leuven, του παλαιότερου και πιο πρεστιζάτου πανεπιστημίου του Βελγίου.

Στην Λέουβεν, παρ’ ότι προσπάθησε να εξελίξει το ταλέντο του, δεν έπαιξε παρά λίγα λεπτά και σ’ ένα ματς. Ήταν, όμως, ο πρώτος κρίκος σε μια αλυσίδα μεταγραφών, που συνοδεύτηκε από αξιοπρόσεκτα νούμερα, αν μη τι άλλο. Όχι τόσο στη Λόκερεν, τον πρώτο του σταθμό, όπου κατέγραψε 4 γκολ σε 32 ματς και την πρώτη γεύση από επαγγελματικό ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου, όσο στην Μπρέντα της σεζόν 2016-17. Εκεί ουσιαστικά «συστήθηκε» στο ποδοσφαιρικό στάτους: 22 γκολ σε 36 ματς. Αυτό του άνοιξε κι άλλες πόρτες, τόσο στην Ουτρέχτη (40 ματς/12 γκολ) και την Χέρακλες (15 γκολ σε 26 ματς), όπου αναδείχτηκε και πρώτος σκόρερ της Eredivisie τη σεζόν 2019-20.

Τότε προέκυψε και το θέμα με το ποια εθνική ομάδα θα εκπροσωπούσε. Ο ίδιος είπε ότι ποτέ κάτι τέτοιο δεν ήταν θέμα. Επέλεξε τη Νιγηρία, με την οποία έκανε ντεμπούτο τον Οκτώβριο του 2020 κι έχει 3 γκολ σε 8 συμμετοχές. Εκεί κι αν υπάρχει ανταγωνισμός (Όσιμεν, Λούκμαν, Μπονιφάσε ανάμεσα σε άλλους).

Οι επόμενοι σταθμοί ήταν πιο υψηλού επιπέδου: Η Γκενκ, με συνολική συγκομιδή 38 αγώνων και 10 γκολ, και φυσικά ο δανεισμός στη Φέγενορντ που του έδωσε ευρωπαϊκή αίγλη: 27 ματς, 9 γκολ στη λίγκα, συν 13 εμφανίσεις και 10 γκολ στο Europa Conference League. όπου αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης και μάλιστα επιλέχθηκε στη «Team of the Season». Εκεί απέδειξε ότι μπορεί και στο πιο ψηλό επίπεδο και δεν είναι μόνο για μικρομεσαίες ομάδες.

Το καλοκαίρι του 2022 ήλθε άλλη μια πρόκληση: Serie A. Η Κρεμονέζε «έσκασε» 6,5 εκατομμύρια ευρώ στη Γκενκ για να τον αποκτήσει. Το παράξενο είναι ότι εκείνο το ποσό υπερέβαινε την τότε «χρηματιστηριακή» του αξία στο Transfermarkt (6 εκ. ευρώ), η οποία συνήθως είναι αρκετά μεγαλύτερη της πραγματικής. Απ’ αυτό φάνηκε πόσο υποτιμημένος ήταν ο ρόλος του.

Στην Ιταλία, πάντως, δεν έλαμψε. Ο απολογισμός των 7 γκολ και 3 ασίστ σε 29 ματς δεν είναι και πανωλεθρία, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν αυτό που περίμενε η ιταλική ομάδα όταν τον αποκτούσε. Για να μην χαθεί, λοιπόν, το μομέντουμ η Κρεμονέζε «αποδέχτηκε» μια ζημιά ενός εκατομμυρίου και τον πούλησε για 5 εκ. ευρώ στη Ρέιντζερς το καλοκαίρι του 2023.

Το πέρασμά του από τη Ρέιντζερς δεν ήταν ομαλό από την αρχή. Οι φίλαθλοι τον δέχονταν επιφυλακτικά. Στον πρώτο του χρόνο, όμως, έδωσε απαντήσεις κι απέκτησε αυτοπεποίθηση. Ο Ντέρεκ Φέργκουσον παρατήρησε την εξέλιξη: σταμάτησε να κάνει «χαζές κινήσεις» και να βγάζει τους συμπαίκτες του οφσάιντ, έγινε πιο συνετός, ενώ βελτιώθηκε το τελείωμά του. Οι δύο τελευταίες του σεζόν ήταν εντυπωσιακές σε νούμερα: 2023-24: 35 συμμετοχές πρωταθλήματος με 16 γκολ, συνολικά 54 ματς και 22 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις και 2024-25: 35 ματς/18 γκολ στο πρωτάθλημα, συνολικά 55 αγώνες και 29 γκολ.

Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος δεν θεωρεί τις σεζόν πετυχημένες. Του λείπει αυτό που οι Άγγλοι πολύ ωραία αποκαλούν «silverware», δηλαδή τα… κατσαρόλια, οι τίτλοι. Το είπε κι ο ίδιος, στις πρώτες του δηλώσεις στην Ελλάδα για λογαριασμό του Παναθηναϊκού. Στην καριέρα του έχει κερδίσει ένα κύπελλο Βελγίου με τη Γκενκ κι ένα Λιγκ Καπ με τη Ρέιντζερς. Για τα γκολ που' χει βάλει, είναι λίγα.

Το καλοκαίρι αυτό δεν ήταν κομβικό μόνο επαγγελματικά, αλλά και προσωπικά. Έχοντας μακροχρόνιο δεσμό με την Ροσαλί Ντε Ρουσιέ (με την οποία ήταν μαζί φοιτητές νομικής στο πανεπιστήμιο!), αποφάσισε να το… πάρει το κορίτσι, και η τελετή έγινε στο Μονταλμπάνο, στη νότια Ιταλία, σ’ ένα ονειρικό σκηνικό.

Όσον αφορά το στυλ παιχνιδιού του: Υπάρχουν πολλοί που τον θεωρούν αυτό που λέμε «χασογκόλη» και επιμένουν στη στατιστική: Τα τελειώματά του, τα γκολ δηλαδή, σε αναλογία με τις τελικές του πάσες. Αυτό είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι βρίσκεται σε πολλές τελικές φάσεις, πολύ περισσότερες από τον μέσο όρο ενός σέντερ φορ. Έχει το ρεκόρ στο σκωτσέζικο πρωτάθλημα σ’ ένα ματς απέναντι στη Νταντί, όπου έκανε συνολικά 12 τελικές! Και μ’ ένα γκολ στις καθυστερήσεις έδωσε τη νίκη στην ομάδα του με το εντυπωσιακό 4-3. Αυτή η παρουσία του στα γκολ των τελευταίων λεπτών του έδωσε και το παρατσούκλι «Mister 90+2». Εκείνο το απόγευμα συμπλήρωσε 100 εμφανίσεις με τους Ρέιντζερς.

Για χάρη του οι φίλοι των Ρέιντζερς θυμήθηκαν και κάθε φορά που σκόραρε τραγουδούσαν το “Nice One Cyril”, ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια που δημιουργήθηκαν με… ποδοσφαιρικό θέμα. Γράφτηκε το 1973 για τον Σίριλ Νόουλς της Τότεναμ από τον Αγγλο-Κύπριο Χάρολντ Σπίρο, αλλά «αναβίωσε» στο Άιμπροξ.

 

Σίριλ Ντέσερς: Ο πλούτος έφτασε στο σπίτι (vids)