Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Ο Παναθηναϊκός πήγε να αγωνιστεί απέναντι στον Ολυμπιακό στο «Γ. Καραϊσκάκης», στη μητέρα των μαχών του ελληνικού ποδοσφαίρου, για να αντιμετωπίσει μία πολύ καλή ομάδα που προερχόταν από σημαντική ευρωπαϊκή νίκη στο Πόρτο.
Αρα είχε στον ύψιστο βαθμό τα επίπεδα αυτοπεποίθησης και ψυχολογίας, παίρνοντας κι έξτρα ώθηση από τον παράγοντα έδρα, με συνέπεια να υπάρχει ακόμη περισσότερο πίεση στον Παναθηναϊκό που σε περίπτωση ήττας θα έχανε το μεγαλύτερο μέρος των ελπίδων του για τη διεκδίκηση του πρωταθλήματος.
«Κερασάκι» σε όλα τα παραπάνω ήταν το γεγονός ότι στο πρώτο τέταρτο του ματς το τριφύλλι βρέθηκε πίσω στο σκορ. Αυτό δεν συνέβη τυχαία, παρότι ήταν εις βάρος του η συγκυρία του να δεχθεί γκολ στην πρώτη (στατική) φάση του αντιπάλου.
Κατ’ ουσίαν ήταν συνδυασμός της ασφυκτικής πίεσης και της ορμής των Πειραιωτών στα πρώτα λεπτά του ντέρμπι, μαζί με το χειρότερο 20λεπτο του τριφυλλιού, στο ξεκίνημα του αγώνα, επί των ημερών του Ρουί Βιτόρια στον πάγκο του.
Ο Ολυμπιακός εκτός από το γνωστό πρες που ασκεί πολύ ψηλά, δυσκολεύοντας τη μεταφορά της μπάλας των αντιπάλων του, ακόμη και ομάδων με υψηλά ευρωπαϊκά στάνταρ, προσπαθούσε διαρκώς να απομονώσει τον Μαρτίνς και να τον φέρει σε καταστάσεις ένας εναντίον ενός με τον Βαγιαννίδη, με μεγάλες διαγώνιες μπαλιές από την αντίθετη πλευρά.
Ο Παναθηναϊκός προσπαθούσε να πρεσάρει από το δεύτερο τρίτο του γηπέδου και είχε αρκετά καλή συνοχή των γραμμών πίσω από τη μπάλα. Δεν είχε, ωστόσο, καθόλου αυτοπεποίθηση, ήταν διστακτικός και άτολμος, πήγαινε δεύτερος στη μπάλα, καθώς οι περισσότεροι παίκτες του είχαν αργή σκέψη κι έμοιαζε, εν ολίγοις, να είναι στα χαμένα.
Μετά το πρώτο 20λεπτο ισορρόπησε ξεκάθαρα την κατάσταση, άρχισε να γίνεται απειλητικός βγάζοντας φάσεις με τον Ιωαννίδη (27’), τον Μπακασέτα (29’) και τον Τζούρισιτς (33’), πέραν της φάσης που προκάλεσε την αποβολή του Κοστίνια (44’) και της εκτέλεσης του φάουλ, αμέσως μετά, από τον Μλαντένοβιτς (45+2’).
Στο δεύτερο ημίχρονο το τακτικό πλάνο των δύο προπονητών τροποποιήθηκε λόγω της αλλαγής των αριθμητικών δεδομένων, με τον Βιτόρια να ψάχνει τουλάχιστον ένα γκολ και τον Μεντιλίμπαρ τουλάχιστον τον ενδεδειγμένο τρόπο για να μην δει την εστία του να παραβιάζεται.
Ο πρώτος έβαλε τον δημιουργικό Ουναϊ σε ρόλο πλέι μέικερ αντί του πιο ταχυδυναμικού Μαξίμοβιτς και αντικατέστησε, λόγω κίτρινης κάρτας, τον Βαγιαννίδη με τον Κώτσιρα. Ισως, εάν γνώριζε ότι θα γίνει αλλαγή ο Μαρτίνς, να μην έκανε τη δεύτερη κίνηση. Το πιθανότερο.
Ο Μεντιλίμπαρ έβαλε τρία αμυντικά χαφ, Εσε, Γκαρθία, Μουζακίτη μπροστά από τους στόπερ, για να θωρακίσει τον άξονά του, κι έφερε τον Τσικίνιο πίσω από τον Ελ Καμπί.
Με τη νέα αυτή συνθήκη ο Παναθηναϊκός απέκτησε την κατοχή της μπάλας, αλλά δυσκολευόταν να βγάλει υποσχόμενες ευκαιρίες, εξ ου και η είσοδος του Γερεμέγεφ στο ντέρμπι πριν το 70’, για να βρει περισσότερους χώρους ο Ιωαννίδης και να απεγκλωβιστεί από τους στόπερ του Ολυμπιακού.
Η κίνηση αυτή του βγήκε, αρχικά, διότι του έδωσε αυτό που προσδοκούσε. Μεγαλύτερη άνεση χώρου στον Ιωαννίδη που συνδυάστηκε έξω από την περιοχή με τον Ουναϊ και πήρε το πέναλτι που μετέτρεψε σε γκολ.
Οχι όμως και μετά την ισοφάριση, στο τελευταίο τέταρτο του ντέρμπι, διότι ο Γερεμέγεφ δεν πρεσάρει, δεν κρατάει μπάλα και έχουμε πλέον εμπεδώσει ότι σε αυτό το επίπεδο των αγώνων κι όταν η μπάλα δεν βρίσκεται κοντά στην αντίπαλη περιοχή, δυσκολεύεται τα μάλα να αντεπεξέλθει.
Ο Ολυμπιακός βρήκε κάποιες φάσεις στο τρανζίσιον μετά από λάθη των πράσινων, με τον Κωστούλα που είχε περάσει στο ματς ως αλλαγή φέρνοντας αναταραχή και δημιουργώντας προβλήματα στον Κώτσιρα, κι είχε μία μεγάλη υποσχόμενη ευκαιρία με την απευθείας εκτέλεση φάουλ του Μουζακίτη (από στατική φάση απείλησε και με τον Ελ Καμπί αλλά αυτός ήταν σε ξεκάθαρη θέση οφ σάιντ).
Το ντέρμπι ολοκληρώθηκε χωρίς νικητή, με τον Ολυμπιακό να μην καταφέρνει το στόχο του που ήταν τα… πρόωρα πανηγύρια και τον Παναθηναϊκό να μην εκμεταλλεύεται πλήρως την αριθμητική του υπεροχή για να φτάσει μέχρι την ανατροπή. Δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε θα είναι η τελευταία, που μία ομάδα αγωνίζεται με παίκτη παραπάνω και δεν κυριαρχεί απόλυτα, βγάζοντας πολλές υποσχόμενες ευκαιρίες.
Στο τέλος της βραδιάς το… κοντέρ έγραψε ότι το σκορ ήταν 1-1, ότι ο Παναθηναϊκός είχε τέσσερις τελικές στην εστία, όσες και ο Ολυμπιακός, είχε δύο κόρνερ, όσα και ο Ολυμπιακός, είχε 39-61% υπέρ του την κατοχή της μπάλας, σχεδόν τις διπλάσιες κίτρινες (τέσσερις έναντι επτά) και μία+μία κόκκινη κάρτα.
Επιπλέον, ο Παναθηναϊκός έφτασε τις εννέα διαδοχικές αναμετρήσεις χωρίς ήττα απέναντι στον Ολυμπιακό σε όλες τις διοργανώσεις, κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ από το 1959-60 και την καθιέρωση της Α’ Εθνικής/Superleague.
Εχει μόλις μία ήττα στα τελευταία του 17 παιχνίδια με τους Πειραιώτες ανεξαρτήτως έδρας, αυτή στη διαδικασία των προπέρσινων πλέι οφ, όπου το τριφύλλι είχε χάσει τις ελπίδες του για τον τίτλο, έχοντας 20 κρούσματα Covid.
Αυτά είναι χειροπιαστά δεδομένα. Στην πραγματικότητα κανείς δεν πάτησε κανέναν, στη φαντασία κάποιων μπορεί. Το αποτέλεσμα ήταν δίκαιο, όπως και οι αποφάσεις που… διορθώθηκαν μέσω VAR.
Ακόμη και η προπαγάνδα έχει τα όρια της.
Ο ελίτ Σλοβένος ρέφερι, Βίντιτς, που σφύριξε τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, πήρε λάθος αποφάσεις σε όλες τις κρίσιμες φάσεις, αλλά έδειξε ότι δεν είχε πρόθεση να ευνοήσει κάποια ομάδα -που είναι ασφαλώς και το σημαντικότερο- διορθώνοντας τις σοβαρές παραλείψεις του στον επανέλεγχο του VAR.
Ο Κάρμο που έκανε το πέναλτι στον Ιωαννίδη, δήλωσε ότι είναι υπεύθυνος για το γκολ της ισοφάρισης του Παναθηναϊκού, ο Κοστίνια αποχώρησε για τα αποδυτήρια χωρίς να διαμαρτυρηθεί καν, επειδή είχε καταλάβει προφανώς ότι έχει βρει τον Τζούρισιτς στον βηματισμό του ενώ αυτός ήταν σε προφανή θέση για γκολ, τετ α τετ με τον Τζολάκη.
Αρχικά ελέχθη ότι ο Κοστίνια δεν βρήκε καν τον Τζούρισιτς. Στη συνέχεια ότι ήταν τραγικός ο Βίντιτς που έδωσε σε πρώτο χρόνο φάουλ και κίτρινη αντί για αποβολή.
Κατόπιν ότι φταίει ο VAR που είναι… παιδάκι. Λες και δεν ήταν πακέτο στον τελικό οι Σλοβένοι με τον Βίντιτς. Τελικά, πάντα κάποιος άλλος θα πρέπει να φταίει όταν έχουμε ένα στα δεκαεπτά ντέρμπι και δεν είναι πιασμένα και τα τσιμέντα.
Εάν ήθελε κάποιος να κάνει ανάλογη προπαγάνδα, το άσπρο-μαύρο δηλαδή, θα μπορούσε να πει:
Α)Οτι υπάρχει καθαρό επιθετικό φάουλ από τον Κάρμο στον Αράο στη φάση του γκολ του Ολυμπιακού.
Β)Οτι ο Βίντιτς έδωσε «στοχευμένη» κίτρινη κάρτα στον Βαγιαννίδη, για σύγκρουση κεφάλι με κεφάλι στο 39’.
Γ)Οτι δεν έδειξε την κίτρινη κάρτα για θέατρο στον Ελ Καμπί, από τη στιγμή που πέφτει ξεκάθαρα μόνος του λες και τον πυροβόλησαν με sniper και εκβιάζει πέναλτι (38’).
Δ)Οτι δεν έδωσε κίτρινη στον Τσικίκιο για πάτημα στον Τζούρισιτς (55’) και ότι υπήρχαν δύο μέτρα και δύο σταθμά από τη στιγμή που ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε το ντέρμπι έχοντας τις μισές κάρτες σε σχέση με τον Παναθηναϊκό.
Ε)Οτι όλα τα αμφισβητούμενα φάουλ και πλάγια, μετά το καθαρό πέναλτι στον Ιωαννίδη και την ισοφάριση, δόθηκαν υπέρ του Ολυμπιακού.
Αλλά όχι. Ο,τι κι αν ακούμε, ό,τι κι αν διαβάζουμε, δεν θα κάνουμε αυτά που κοροϊδεύουμε.