MENU

Όσοι πάλεψαν πραγματικά για να αλλάξει το καθεστώς που κυριαρχούσε απολύτως στο ελληνικό ποδόσφαιρο από τα τέλη της δεκαετίας του 90 μέχρι και τα μέσα της προηγούμενης κοιτάζουν τη βαθμολογία στο φινάλε -και – του φετινού πρωταθλήματος με ενδόμυχη ικανοποίηση, όποια ομάδα κι αν υποστηρίζουν. Διότι για μια ακόμη σεζόν, οι ομάδες παίρνουν εντός αγωνιστικού χώρου αυτό που αξίζουν. Και σε κάθε περίπτωση, ακόμα και όταν δεν το παίρνουν έχουν επί της ουσίας μονάχα τον εαυτό τους να κατηγορούν.

Η βαθμολογία λέει την αλήθεια. Τα λάθη των διαιτητών (πάντα θα υπάρχουν παρά τη βοήθεια του - κατασυκοφαντημένου στην Ελλάδα – VAR) δεν έχουν διαμορφώσει τον βαθμολογικό πίνακα. Παρά τις φωνές, τις καταγγελίες, την τοξικότητα, ο καθένας μέχρι στιγμής βρίσκεται λίγο ως πολύ εκεί θα έπρεπε να είναι.

Ο Παναθηναϊκός ολοκλήρωσε έναν σχεδόν άπταιστο πρώτο γύρο , με δυο δύσκολες μα εξαιρετικά πολύτιμες νίκες κόντρα Παναιτωλικό και Ατρόμητο. Η μέτρια απόδοσή του στα συγκεκριμένα παιχνίδια αλλά και στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό έδωσε σε πολλούς την αφορμή να ισχυρίζονται ότι η καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα είναι η ΑΕΚ.

Η ΑΕΚ όντως τη δεδομένη στιγμή έχει τα πιο εντυπωσιακά διαστήματα από όλους μέσα στις αναμετρήσεις της. Υπάρχουν τέταρτα – εικοσάλεπτα κατά τα οποία πνίγει τον αντίπαλο με την πίεσή της και δημιουργεί πληθώρα ευκαιριών. Έκανε ένα κυριαρχικό πρώτο ημίχρονο στο «Καραϊσκάκης».

Η ΑΕΚ επίσης παίζει εδώ και καιρό στην υψηλότερη ένταση από όλους. Πλην όμως το πρωτάθλημα είναι μια διοργάνωση που επιβραβεύει την σταθερότητα και την ικανότητα των διεκδικητών να παίρνουν αποτελέσματα ακόμα και όταν δεν παίζουν καλά. Ο Παναθηναϊκός τα διαθέτει και τα δύο και για αυτό είναι δίκαια πρώτος.

Η Ένωση του Αλμέιδα φυσιολογικά άργησε να βρει το σχήμα που της ταιριάζει και χρειάστηκε κάποιο διάστημα για ρολάρει. Κυρίως για αυτό είναι δεύτερη.

Ο ΠΑΟ του Γιοβάνοβιτς αντιθέτως, ξεκίνησε από εκεί που ολοκλήρωσε πέρυσι. Δεν εντυπωσιάζει πάντα, αλλά έχει ξεκάθαρη ταυτότητα, πλάνο που μπορούν να υπηρετήσουν άπαντες, δέσιμο εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου και μεγάλη αυτοπεποίθηση. Παίζει περισσότερο ελεγχόμενο ποδόσφαιρο σε σχέση με την ΑΕΚ, με υπομονή και λίγα ρίσκα, χάρη στο οποίο και με εξαίρεση το ντέρμπι των «αιωνίων» και το πρώτο ημίχρονο στην Τούμπα, ήταν καλύτερος των αντιπάλων του σε όλα τα ματς.

Το βασικό του πρόβλημα βέβαια, μετά και τους τραυματισμούς Αϊτόρ – Παλάσιος κατά κύριο λόγο αλλά και του Τρουαγιέ, είναι η έλλειψη βάθους. Το μικρό rotation είχε ως αποτέλεσμα η κούραση να κάνει την εμφάνισή της μετά από μόλις δέκα αγωνιστικές (στις τελευταίες τρεις), παρά το γεγονός ότι οι Πράσινοι παίζουν μόνο ένα παιχνίδι την εβδομάδα (όπως όλοι πλην Ολυμπιακού). Η διακοπή ήταν μάλλον απαραίτητη για τον ΠΑΟ, όπως είναι και η μεταγραφική ενίσχυση. Ωστόσο ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το προφανές: το πρωτάθλημα είναι δικό του, για να το κερδίσει ή να το χάσει.

Ο ΠΑΟΚ, ο οποίος με τρεις σερί εύκολες νίκες πάει στη διακοπή ισόβαθμος με τον Ολυμπιακό στην 3η θέση και σε απόσταση βολής από τη δεύτερη, είχε μια εντελώς φυσιολογική πορεία για όσους καταλαβαίνουν τι επιχειρεί να κάνει. Η ανανέωση σε πρόσωπα και ηλικίες ήταν δεδομένο ότι θα χρειαστεί χρόνο για να φέρει αποτελέσματα και θα είχε οδυνηρά σκαμπανεβάσματα. Παρ’ όλα αυτά, το λέγαμε και το γράφαμε ακόμα και μετά από γκέλες: η καλή δουλειά στις προπονήσεις φαινόταν στο γήπεδο, όπου ο ΠΑΟΚ έπαιζε σωστά αλλά έχανε βαθμούς είτε λόγω χαμηλής αυτοπεποίθησης (απόρροια του σοκαριστικού αποκλεισμού από την Λέφσκι), είτε λόγω μέτριας μεσοεπιθετικής ποιότητας, είτε απλώς λόγω ατυχίας. Ο Λουτσέσκου, ως συνήθως, άργησε λίγο μα άνοιξε το rotation, οι δύο Σοάρες (Ράφα και Φελίπε) δείχνουν ότι ο ΠΑΟΚ έχει να πάρει πράγματα από εκείνους, ο Αουγκούστο στη φυσική του θέση και όχι στο δέκα είναι πολύ καλύτερος, ο Κωνσταντέλλιας στο φινάλε του πρώτου γύρου και ο Κουλιεράκης σε όλη τη διάρκειά της σεζόν μέχρι στιγμής επιβεβαιώνουν ότι οι Ακαδημίες των «Ασπρόμαυρων» είναι οι καλύτερες στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι ο Ρουμάνος λέει ότι του χρόνου θα αποδώσουν περισσότερο όσα δουλεύονται φέτος, ο ΠΑΟΚ οφείλει να ενισχυθεί τον Ιανουάριο για να διεκδικήσει τη δεύτερη θέση. Η ωρίμανση μιας ομάδας έρχεται και μέσα από την πίεση της διεκδίκησης υψηλών στόχων.

Για τον Ολυμπιακό δεν χρειάζονται πολλά λόγια, τα έχουμε πει και γράψει κάμποσες φορές. Ο τραγελαφικός μεταγραφικός σχεδιασμός είχε φυσιολογικό επακόλουθο τις δυο αλλαγές προπονητών πριν την 28η Οκτωβρίου, την κάκιστη χρονιά στην Ευρώπη και το -12 στο πρωτάθλημα. Ο Μίτσελ επιχειρεί να επαναφέρει τη λογική στον Πειραιά, διαθέτει τρομερά ποιοτικούς ποδοσφαιριστές, εφόσον ξεφορτωθεί όσους δεν χρειάζεται και ενισχυθεί στην άμυνα, ίσως και στα εξτρέμ, μπορεί να αντεπιτεθεί και να γίνει διεκδικητής ακόμα και στο φετινό «καραστημένο» πρωτάθλημα…

Ο Άρης επίσης πλήρωσε έναν αλλοπρόσαλλο μεταγραφικό σχεδιασμό, ίσως και την ακατανόητη αλαζονεία – πεποίθηση που ξεκίνησε από τον Καρυπίδη ότι είναι έτοιμος να διεκδικήσει τον τίτλο. Ωστόσο διαθέτει αναμφίβολα κάμποση ποιότητα και θα βελτιωθεί, ακόμα κι αν δεν πάρει τελικά το νταμπλ. Εκτός και αν εμφανιστούν κι άλλα προβλήματα όπως αυτό που προέκυψε με τον Μαντσίνι.

Ο Βόλος είναι η ευχάριστη έκπληξη της σεζόν (δεν ξέρω κατά πόσον θεωρείται έκπληξη βέβαια), ο ΟΦΗ η δυσάρεστη, οι υπόλοιποι περίπου όπως τους αναμέναμε.

Είναι κάπως παράδοξο ότι σε μια σεζόν όπου το ελληνικό ποδόσφαιρο βυθίστηκε αύτανδρο στην Ευρώπη, το πρωτάθλημα μας έχει αληθινό ενδιαφέρον και τουλάχιστον δυο πραγματικά καλές ομάδες. Αποδεικνύει ότι τελικά το πρόβλημα δεν είναι τόσο στην ποιότητα των ομάδων. Είναι σε όλα τα γύρω – γύρω που δεν επιτρέπουν σωστό και ενιαίο σχεδιασμό. Αλλά αυτό αποτελεί μια άλλη, πονεμένη ιστορία.

 

 

 

Ο καθένας παίρνει ό,τι αξίζει
EVENTS