Είναι ελάχιστοι ή αν θέλετε δεν είναι πολλοί εκείνοι, που θα πουν ότι ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν καλύτερος του Νίκου Γκάλη. Σε αυτούς τους όχι πολλούς είμαι και εγώ. Και υποστηρίζω ό, τι υποστηρίζω όχι μόνο επειδή είμαι Ιωνικός (σ.σ. για όσους δεν το γνωρίζουν ο Γιαννάκης ανδρώθηκε και μέχρι τα 25 του ήταν στον Ιωνικό), όχι μόνο επειδή ο «δράκος» ήταν απίστευτη κλάση, αλλά και διότι ήταν εκείνος, που άλλαξε την κατεύθυνση του ελληνικού μπάσκετ. Τεράστιος ο Νίκος Γκάλης, μύθος και δεν συμμαζεύεται. Δεν το συζητάμε καν αυτό. Δεν χρειάζεται. Η μεγάλη αλλαγή, όμως, στον Αρη και γενικότερα στο ελληνικό μπάσκετ άρχισε να γίνεται από το καλοκαίρι του 1984 όταν ο Γιαννάκης πήρε τον δρόμο από την Νίκαια για το Αλεξάνδρειο και τον Αρη. Την συνέχεια την ξέρετε: ο αυτοκράτορας Αρης, η μυθική Εθνική του 1987, το μπάσκετ, που μπήκε στο σπίτι του κάθε Ελληνα.
Ο Νίκος Γκάλης ήταν ένας παίκτης από αυτούς, που βγαίνουν κάθε 30 χρόνια. Μήπως, όμως, ο Γιαννάκης δεν ήταν τέτοιος; Δεν χωράει αμφιβολία ότι ο Γκάλης ήταν πιο χαρισματικός σκόρερ. Και ο «δράκος» έβαζε «25άρες» και «35άρες», όποτε ήθελε. Και 73 πόντους έβαζε, αν χρειαζόταν. Αλλά ο Γκάλης ήταν σαφώς καλύτερος σε αυτό το κομμάτι. Η διαφορά, όμως, στο ελληνικό μπάσκετ (και όχι μόνο) έγινε από το εξής: ότι ο Γιαννάκης δέχθηκε να πάρει τον δεύτερο ρόλο. Να κάνει την βρώμικη δουλειά και ο τεράστιος Νικ να κάνει αυτό, που ήξερε καλύτερα. Ετσι προέκυψε ο μαγικός συνδυασμός, έτσι παντρεύτηκε το δίδυμο, που έφτασε απίστευτα ψηλά το ελληνικό μπάσκετ.
Θα πει κάποιος ότι και πριν από το 1984 έπαιζαν μαζί Γιαννάκης και Γκάλης στην Εθνική. Το ίδιο είναι; Άλλο παίζουμε κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, άλλο είμαστε μαζί κάθε μέρα, όπως συνέβαινε στον Αρη με τους δύο σούπερ σταρ. Μην μπερδεύουμε τα πράγματα.
Εν πάσει περιπτώσει ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν εκείνος, που περισσότερο από κάθε άλλο με έκανε να αγαπήσω το μπάσκετ. Το πάθος, τα επιθετικά φάουλ, που έπαιρνε, η πάσα-κουτάλα από τη μία άκρη του γηπέδου στην άλλη ήταν μαγικά πράγματα για έναν πιτσιρικά, που εκείνες τις εποχές δεν μπορούσε να έχει τις εικόνες, που έχει ο σημερινός πιτσιρικάς. Ο, τι βλέπαμε από την τηλεόραση (ελάχιστα πράγματα δηλαδή) και βεβαίως από το γήπεδο τις φορές, που πηγαίναμε.
Από κει και πέρα, ο Λάρι Μπερντ ήταν ο παίκτης, που μου άρεσε περισσότερο από το ΝΒΑ. Και αυτό, γιατί απέναντι σε πιο αθλητικούς παίκτες, έβρισκε τον τρόπο να τους «κοροϊδεύει». Να τους κερδίζει. Παίκτης με απίστευτο μυαλό και μαγικό σουτ.
Υπήρχαν, πάντως, και άλλοι Αμερικάνοι παίκτες, μικρότερης εμβέλειας από τον Μπερντ, που μου άρεσαν τρομερά. Ενας τέτοιος ήταν ο Μαρκ Πράις, μεγάλος πλέι-μέικερ –βασικά- των Κλίβελαντ Καβαλίερς. Στο ίδιο στυλ παίκτη ήταν ο Τζον Στόκτον των Γιούτα Τζαζ. Ο Στόκτον έκανε μεγαλύτερη καριέρα από τον Πράις. Αλλά του τελευταίου το στυλ μου άρεσε περισσότερο.
Ο Μπράιαν Τζάκσον ένας λευκός φόργουορντ με σπουδαία καριέρα στην Ισπανία (έπαιξε και στην Ρεάλ), ήταν ένας παίκτης, που επίσης μου άρεσε τρομερά. Μυαλό και σουτ α λά Μπερντ, αλλά βεβαίως σε άλλο, χαμηλότερο επίπεδο.
Κάπου εδώ σταματάμε, γιατί είναι δεν είναι λίγοι οι παίκτες, που θέλω να αναφέρω. Οι εικόνες είναι πολλές (παρά τις όχι εύκολες συνθήκες της τότε εποχής), οπότε κάπου εδώ βάζουμε τελεία.
Τι είπατε; Να πούμε και για ποδόσφαιρο; Αντε να αφιερώσουμε πέντε αράδες και σε αυτό, το οποίο μας αρέσει επίσης τρομερά. Μόνο, όμως, αν μιλάμε για ποδόσφαιρο κανονικών συνθηκών. Καταλαβαίνετε τι εννοούμε.
Όπως έγραψε ο Μανωλιουδάκης, ο Μαραντόνα ήταν ένας και μοναδικός. Ενας Μάτζικ Τζόνσον του ποδοσφαίρου. Το κάτι άλλο. Ο Μέσι εκείνης της εποχής.
Μου άρεσαν επίσης ο τεράστιος Βραζιλιάνος Ζίκο (που ήρθε και στον Ολυμπιακό ως προπονητής), ο Γάλλος Μισέλ Πλατινί, ο Πορτογάλος, Πάολο Φούτρε, και βέβαια ο μύθος του Ηρακλή, Βασίλης Χατζηπαναγής.
Αλλους από το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν θα αναφέρω, γιατί θα τους ξέρει ελάχιστος κόσμος. ‘Η μάλλον θα τους αναφέρω, γιατί καλό είναι να ασχολούμαστε και με πράγματα πέρα από τη βιτρίνα. Ο Μάκης Βαβίλης, βιρτουόζος των πειραϊκών γηπέδων, ήταν σπουδαίος, όπως και ο Βέρρας, που έπαιξε κάποια στιγμή στην Προοδευτική. Τεχνίτης όσο δεν πάει. Ο Γιώργος Γλύκας και ο Κώστας Κωττάκης του Ιωνικού ήταν δύο παίκτες, που σίγουρα θα έπαιζαν σήμερα στην Superleague.
Και από τους πολύ γνωστούς, Νίκος Αναστόπουλος και Δημήτρης Σαραβάκος ήταν σπέσιαλ. Και ο Αναστόπουλος, αλλά κυρίως ο Σαραβάκος αν έπαιζε σήμερα, τα λεφτά, που θα έπαιρνε, θα έφταναν να ζήσουν 57 γενιές. Και λίγο λέμε.