MENU

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Νέο Κόσμο. Στο Ευρωμπάσκετ του ’87 ήμουν 8 ετών. Είμαι παιδί του. Αίφνης, παντού άρχισαν να φυτρώνουν μπασκέτες. Μέχρι τότε, δεν θυμάμαι να υπήρχε καμία.

Δεν μου άρεσε το μπάσκετ. Κυρίως, γιατί δεν ήμουν καλός. Κατά δεύτερον, γιατί μου φαινόταν δύσκολο. Έπαιζα, κυρίως, γιατί έπαιζαν όλοι οι άλλοι. Κανένα παιδί, δεν θέλει να μένει έξω από το παιχνίδι, να είναι στο περιθώριο της φάσης.

Στα γηπεδάκια του Πρωτέα είχε τέσσερις μπασκέτες. Στο βουναλάκι στον Λόφο Λαμπράκη παραδίπλα, άλλες δύο. Στο διπλανό γυμνάσιο-λύκειο άλλες πέντε-έξι. 

Σχεδόν κανείς δεν έπαιζε διπλό. Μόνο μονά για να παίζουν περισσότεροι. Ότι ώρα κι αν πήγαινες, μα ότι ώρα κι αν πήγαινες έπρεπε να περιμένεις, να πιάσεις στασίδι, να περιμένεις ώρα για να βρεις ελεύθερη μπασκέτα να παίξεις. Καμιά φορά, δεν έβρισκες ποτέ. Γύριζες σπίτι μετά από ώρες, άπραγος. 

Έπαιζαν όλοι μπάσκετ. Μικροί, μεγάλοι, εξωσχολικοί, ψηλοί, κοντοί, αλάνια, «φυτά», αγόρια, κορίτσια, όλοι έπαιζαν μπάσκετ. 

Ποδόσφαιρο έπαιζαν μόνο οι «κολλημένοι» . Μεταξύ μας, με αυτούς ήθελα να είμαι, αλλά δεν φτάναμε ούτε για μονάκι. Πρόβλημα.

Μεγαλώσαμε με την κουλτούρα του μπάσκετ στο αίμα μας. Κάθε Σάββατο όλο και σε κάποιο κλειστό θα την βγάζαμε. Στο Μετς για τον Πρωτέα που ήταν τότε στα ντουζένια του, έφτασε μέχρι Α2, στην Δάφνη, στην Αρτάκης για να δούμε Πανιώνιο, στην Καισαριανή για την Νηαρ Ήστ, στην Γλυφάδα, στο Σπόρτινγκ, στο νεότευκτο ΟΑΚΑ που έμοιαζε με παλάτι μπροστά στις «τρώγλες» που είχαμε συνηθίσει. 

Όλο και κάπου θα τρυπώναμε για να δούμε Α1, τις περισσότερες φορές κούτρα. Το γήπεδο ήταν η βόλτα μας. Δεν καταλαβαίναμε τι βλέπαμε, ούτε ποιους βλέπαμε. Υπήρχε όμως μία διαμορφωμένη, παγιωμένη μπασκετική γηπεδική κουλτούρα σε όποιον πήγαινε τότε γυμνάσιο, λύκειο. Τώρα δεν πάει κανείς. Μόνο συγγενείς και φίλοι των παικτών.

Έφτασα στην ηλικία που περνάω από τα ίδια γηπεδάκια, κρατώντας από το χέρι τα παιδιά μου. Οι αναμνήσεις, οι εικόνες, οι ήχοι, η μυρωδιά από τον ιδρώτα και την σκόνη από τα τσιμεντένια γήπεδα είναι ακόμα εκεί. Αυτό που λείπει είναι τα παιδιά, ο ήχος από τις μπάλες. Οι φωνές, τα επιφωνήματα, οι καβγάδες, οι μανούρες, τα γέλια, τα στοιχήματα, οι παρέες, τα τσακαλάκια.

Τα γήπεδα είναι έρημα, άδεια, σχεδόν στοιχειωμένα. Κάποιες μπασκέτες ξεριζώθηκαν, κάποιες παραμένουν εκεί ίδιες κι απαράλλαχτες από τότε. Αραιά και που θα δεις κάποιους να ξεχαρμανιάζουν, κάνοντας σουτάκια.

Οι μάχες μεταφέρθηκαν στις κονσόλες. Καλό σουτ έχει πια αυτός που αφήνει μαλακά τον μοχλό στο τηλεχειριστήριο. Οι μάχες μεταφέρθηκαν στο NBA2K. Τα ανοιγμένα γόνατα, έγιναν τενοντίτιδες και σύνδρομα καρπιαίου σωλήνα από το πολύ Playstation.

Είχα γραφτεί για λίγο στον Πρωτέα, κάπου έχω μια κυανέρυθρη φανέλα σε κάποιο συρτάρι -νομίζω με το 8 στην πλάτη, ήταν για μένα τότε ιερή, με το ζόρι άφηνα να μου την πλένουν. Δεν έπαιξα ποτέ σε γήπεδο με παρκέ, δεν είχαμε ποτέ παπούτσια με αερόσολες, μα ένα ζευγάρι σπορτέξ για όλες τις χρήσεις -μέχρι να λιώσουν. Οι ακαδημίες σε όλα τα ομαδικά σπορ ήταν σε εμβρυακό επίπεδο, τις έτρεχαν μόνο κάτι χομπίστες, κι όμως τότε έπαιζαν όλοι. 

Σήμερα, οι εγκαταστάσεις είναι έτη φωτός καλύτερες από τότε, τις ακαδημίες τρέχουν καταρτισμένοι επαγγελματίες, τα παιδιά φορούν γυαλιστερές εμφανίσεις και παπούτσια ίδια με αυτά των κορυφαίων σταρ, μα μόνο μία μικρή μειοψηφία προτιμά να ιδρώσει από ότι να… αράξει.

Η ομάδα Εθνική Γερμανίας που έφτασε πέρσι ως το χάλκινο μετάλλιο του Ευρωμπάσκετ και φέτος μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου αποκαλείται «τα παιδιά του Ντιρκ Νοβίτσκι». Ενός εναλλακτικού ήρωα που ήρθε από το πουθενά να δώσει μία διαφορετική αθλητική δίοδο, σε μία χώρα καθαρά ποδοσφαιρική, όπου το μπάσκετ δεν ήταν ποτέ ούτε καν ανάμεσα στα 5 πιο δημοφιλή αθλήματα. 

Αλήθεια, τα παιδιά του Γιάννη Αντετοκούνμπο που είναι; Έχουμε την τύχη να ζούμε στην εποχή του κορυφαίου ίσως Έλληνα αθλητή όλων των εποχών. Σίγουρα, αυτού με την μεγαλύτερη παγκόσμια διείσδυση. Τα παιδιά μέσω του Ίντερνετ μπορούν να βλέπουν κάθε μέρα τα κατορθώματα του. Έχουν κάθε μέρα το αποτύπωμα του, στην ζωή τους. Θα έπρεπε οι μπασκέτες να σφύζουν από ζωή. Θα έπρεπε όλοι να θέλουν να γίνουν Γιάννης ή έστω Θανάσης, Κώστας, Άλεξ.

Εγώ, προσωπικά, στον μικρόκοσμο που ζω, δεν βλέπω κάτι τέτοιο. Άλλο ένα τρένο, όπως αυτό του 2004, έφυγε και μας άφησε μοναχούς στην αποβάθρα, να αναρωτιόμαστε τι δεν πάει καλά σε τούτο εδώ τον τόπο, της μόνιμης χαμένης ευκαιρίας…

Πού είναι τα παιδιά του Γιάννη;