Τους διέψευσε.
Όλους.
Έναν προς έναν.
Ο μόνιμος- και μοναδικός, μιας και μιλάμε για παιδί με ουρανόμηκες μπασκετικό ταλέντο- ψόγος για τον Ντόντσιτς εντός των τεσσάρων γραμμών είναι πως δε διαθέτει καλή φυσική κατάσταση, ότι, για να μιλήσουμε σωστά ελληνικά, το physical conditioning του κυμαίνεται περίπου σε επίπεδα θερμοκρασιών Ανταρκτικής (εκεί γύρω στο -50).
Σσσς, κάντε λίγο ησυχία και ακούστε: νομίζετε πως αυτοί οι τρομακτικοί θόρυβοι που ακούγονται έξω σήμερα είναι απόρροια της κακοκαιρίας Daniel; Καμία σχέση: είναι απλά η εκκωφαντική διάψευση του ίδιου του Λούκα σε όσους τόλμησαν να τον αμφισβητήσουν.
Γιατί, αλήθεια, ξέρετε τι φυσική κατάσταση πρέπει να έχει ένας αθλητής για να μπορεί να κάνει ό,τι έκανε ο Σλοβένος μάγος στο παρκέ; Να τρώει το ξύλο της πορτοκαλή αρκούδας από τον Μπρουκς και παράλληλα να διαμαρτύρεται από το πρώτο δευτερόλεπτο του ματς με τον Καναδά μέχρι και την ώρα της αποβολής του σε διαιτητές, γυμνασίαρχους, καθαρίστριες, φροντιστές, εφόρους, στον Θεό (τον οποίον επικαλέστηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του αγώνα, αλλά όχι σε αμιγώς θρησκευτικό πλαίσιο…) και τον κύριο που πουλούσε πατατάκια στην 3η σειρά στις εξέδρες; Είναι κυριολεκτικά εξουθενωτικό.
Εξουθενωτικό για τον ίδιο αλλά, δυστυχώς, και για τους όσους έβλεπαν τον αγώνα: ο Λούκα γκρίνιαζε κατά δικαίων και αδίκων σε τέτοιο βαθμό, που θεατές και τηλεθεατές ένιωσαν ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο του σώματός τους να διογκώνεται σε επικίνδυνο βαθμό, αρχίζοντας ν’ ανησυχούν για το αν αυτό θα σκάσει και θα ’χουμε άλλα. Εν τέλει @ρχίδια, δεν έγινε τίποτα, αλλά ο φόβος ήταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός.
Το φαινόμενο Ντόντσιτς έχει αναλυθεί πλειστάκις στα ισπανικά, τ’ αγγλικά, τα σλοβένικα, τα ελληνικά και σε όλες τις γλώσσες του Πύργου της Βαβέλ. Και δικαίως: ο άνθρωπος είναι παικταράς με όλα τα γράμματα της λέξης κεφαλαία (ΠΑΙΚΤΑΡΑΣ, δηλαδή, για να το κάνετε και εικόνα), πασάρει εκπληκτικά για παίκτη του ύψους του (αυτή η πρόταση θα μπορούσε να είχε σταματήσει στο «για παίκτη» σκέτο, αλλά οκ), έχει ασύλληπτη επαφή με το καλάθι, είναι αρκετά καλός ριμπάουντερ, διαθέτει μία κίνηση που λόγω ικανότητας και των 2 μέτρων που είναι το μπόι του απλά δεν κόβεται (αυτό το step back που κάνει στο τρίποντο, κι ας γίνεται σε slow motion) και, το κυριότερο όλων, κατά τον απολύτως δόκιμο μπασκετικό όρο «τα σέρνει». Το clutch gene του είναι τόσο ανεπτυγμένο, που ξέρεις πως όταν η μπάλα καίει ο Λούκα θα την πάρει στα ταλαντούχα χεράκια του και θα την στείλει συστημένη στο καλάθι.
Όλα τα (προφανή) ανωτέρω επέχουν θέση ηλεκτρονικής υπόκλισης στον ασύλληπτο Σλοβένο κι ευελπιστούν να μετατρέψουν σε θνησιγενή την όποια κουβέντα περί hating. Άλλωστε, το να μην παραδέχεται κανείς ένα παιδί που στα 18-19 του είχε πάρει χρυσό μετάλλιο σε Ευρωμπάσκετ, είχε σηκώσει την Ευρωλίγκα και ήταν ο MVP της, είναι απλά βλακώδες.
Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι να συγχωρείς τα πάντα στον Ντόντσιτς επειδή είναι ένας από τους 10 καλύτερους στον κόσμο, υπάρχει απόσταση- την οποία δεν προτιθέμεθα να καλύψουμε, γιατί πού να τρέχεις τώρα;
Ο Λούκα είχε την τύχη να βρίσκεται σε έναν οργανισμό, την Ρεάλ, που τον απογείωσε αγωνιστικά και της οφείλει τεράστιο μέρος της πασπαλισμένης με χρυσόσκονη καριέρας του. «Θήτευσε» δίπλα σε παίκτες-θρύλους του ευρωπαϊκού μπάσκετ, που του μεταλαμπάδευσαν, τρόπον τινά, τη νοοτροπία νικητή και του έδειξαν το μονοπάτι που οδηγεί στο μεγαλείο.
Την ίδια στιγμή, όμως, έμαθε κι από τους κορυφαίους στον τομέα των διαμαρτυριών, μιας και όλοι ξέρουμε πως οι Ισπανοί (των απροσμέτρητων προτερημάτων, προφανώς) έχουν ντοκτορά στη μίρλα.
Η εικόνα του Σλοβένου, ωστόσο, είναι απείρως χειρότερη των «προκατόχων» του- και, δυστυχώς, είναι μια εικόνα αλγεινή: μετά την rookie season του στο ΝΒΑ το 2018-2019 που ήταν ελαφρώς «μαζεμένος», η κατάστασή του έχει… ξεφύγει.
Δε χρειάζεται να είναι κανείς αμετανόητα ερωτευμένος με το ΝΒΑ και να ξενυχτάει περισσότερο κι από τον Κόμη Δράκουλα για να γνωρίζει πως ο Ντόντσιτς είναι εδώ και χρόνια το φαβορί για το βραβείο του MGP (Most Griniaris Player).
Αν κάποιος δει ένα τυχαίο παιχνίδι των Μάβερικς που δεν είναι περίπατος υπέρ τους (σπάνιο αυτό πέρυσι που δεν κατάφεραν να μπουν καν στο play-in…) και ο σταρ του Ντάλας δεν έχει ανάγκη να «φωνάζει», θα διαπιστώσει ότι ο τύπος με το 77 στην πλάτη διαμαρτύρεται σχεδόν σε κάθε φάση.
Βάζει καλάθι; Ζητάει και το φάουλ. Δε βάζει καλάθι; Ζητάει φάουλ. Έχει βγάλει την μπάλα έξω; Δείχνει τον αντίπαλο και ισχυρίζεται ότι την έβγαλε αυτός. Του δίνουν ότι πάτησε την γραμμή; Δείχνει επιδεικτικά το παρκέ και μετά το πόδι του, το οποίο, στο μεταξύ, επειδή έχει 9ψήφιο IQ, το έχει μετακινήσει πιο μέσα. Φωνάζει ο αντίπαλος προπονητής; Πάει στους ρεφ και τους κάνει το σήμα του «Τ»- δώστε του τεχνική ποινή.
Μία αέναη μουρμούρα και γκρίνια σε λούπα, αναμεμειγμένη με παρατεταμένες στιγμές μπασκετικού μεγαλείου που μόνο αυτός και μια χούφτα ακόμα στον κόσμο μπορούν να προσφέρουν.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος των διαμαρτυριών, αρκεί να δει κάποιος το πόσες τεχνικές ποινές «έφαγε» πέρυσι ο Λούκα: σε σύνολο 66 παιχνιδιών δέχτηκε 17, κάτι που μεταφράζεται σε ένα ταυ ανά λιγότερο από 4 παιχνίδια! Κι ολ’ αυτά έχοντας όλη την προστασία του κόσμου από τους γκρι, οι οποίοι, όπως συμβαίνει με όλους του superstars του ΝΒΑ, τον σέβονται υπέρ το δέον.
Η σημερινή «εμφάνιση» του αρχηγού της Σλοβενίας σε επίπεδο φωνών δεν είναι κάτι το καινοφανές για όποιον τον παρακολουθεί σε υποτυπωδώς σταθερή βάση: ακόμα και η υπέροχη εικόνα περί χρηματισμού προς τα επίσημα (μια αδιαμφισβήτητη σκηνή ανθολογίας) είναι κάτι που το έχει ξανακάνει. Η μηχανή παραγωγής γκρίνιας ξεκινάει στο φουλ από την στιγμή του τζάμπολ μέχρι την συνέντευξη μετά το τέλος του αγώνα, εκεί που συνήθως η καρτέλα με τα στατιστικά του γράφει κάτι παράλογο του στιλ 47 πόντοι/14 ριμπάουυντ/ 12 ασίστ.
Και, αν θέλει κανείς να είναι στοιχειωδώς αντικειμενικός, στο ματς με τον Καναδά δεν έγιναν πια και αίσχη που να δικαιολογούν όλον αυτόν τον χαμό: ο Λούκα ναι μεν εισέπραξε αρκετές ψιλές από Μπρουκς και σία, όμως και τα σφυριγματάκια του τα πήρε με τα διάφορα «Έεεεει, όοοοοοου!» που ξεστόμιζε λες και δέχτηκε πισώπλατο πυροβολισμό από επαναληπτική καραμπίνα και στο παρκέ έμεινε πολύ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, καθώς η εν γένει συμπεριφορά του ήταν για να αποβληθεί περίπου εκεί στο 12ο λεπτό- κι αυτό αν διαθέτουν οι διαιτητές ιώβεια υπομονή.
Το στενόχωρο στην υπόθεση Ντόντσιτς είναι πως το αντεπιχείρημα που φοράει τον μανδύα του ελαφρυντικού και λέει πως «Μικρός είναι ακόμα, θα το κόψει», δεν είναι απολύτως ακριβές. Ναι, μπορεί να είναι 24, όμως το παιδί παίζει σε τοπ επίπεδο από τα 16 του. Έχει «γράψει» ήδη 7 γεμάτες σεζόν και αυτή του 2023-2024 θα είναι η 8η του. Ελάχιστοι επαγγελματίες παρουσιάζουν ραγδαία αλλαγή στην συμπεριφορά και τα χούγια τους μετά από τόσο καιρό και ο Σλοβένος χρειάζεται ακριβώς αυτό: μια ραγδαία αλλαγή, προκειμένου να μην επηρεάζεται πρωτίστως ο ίδιος κι εν συνεχεία οι ομάδες του, που πολύ συχνά χάνουν το μυαλό τους και θεωρούν πως τις αδικούν συστηματικά.
Ο Λούκα, στο σύνολό του, είναι ένα περίεργο αμάλγαμα δύο ετερόκλητων στοιχείων: μπορεί να είναι ταυτόχρονα όσο κακός όσο ο χειρότερος αλλά, δόξα τω Θεώ, τόσο καλός όσο ο καλύτερος.
Η προσωπικότητά του σήμερα τσαλακώθηκε σημαντικά κι αυτό είναι μάλλον καλό για τον ίδιο. Οι αμφισβητίες, είναι δεδομένο, θα βγουν σεργιάνι και θα πουν πως στην πραγματικότητα στα 5 χρόνια του στο Ντάλας δεν έχει καταφέρει τίποτα ουσιώδες (Πορζίνγκις και Κάρλαϊλ εκπαραθυρώθηκαν κατόπιν δικής του επιθυμίας) και ότι η Σλοβενία από τότε που ο Γκόραν Ντράγκιτς δεν είναι αυτός που ήταν και αποχώρησε, «κόλλησε» σαν εθνική.
Στο χέρι- και στο στόμα- του είναι να τους διαψεύσει, λοιπόν.
Όλους.
Έναν προς έναν.
