MENU

Συχνά αναρωτιέσαι: Από τι υλικό είναι φτιαγμένο τα όνειρα; Πλαστελίνη ίσως. Γιατί είναι η αφέλεια και η παιδικότητα που αρνούμαστε να εγκαταλείψουμε. Για να μπορούμε να τα αλλάζουμε. Να τα κάνουμε μια άμορφη σφαίρα και να τα φτιάχνουμε ξανά. Το υλικό πρέπει να είναι εύφλεκτο. Διότι συχνά πρέπει να δεχόμαστε ότι τα όνειρά μας παίρνουν φωτιά, και γίνονται στάχτες. Όμως πρέπει να είναι και σκληρό. Ενδεχομένως, εντέλει, να είναι σίδηρος. Αλλά όταν είσαι παιδί δε θες να είσαι σκληρός. Μεγαλώνοντας, καταλαβαίνεις τι χρειάζεται. Χρειάζεται τρομακτικά υψηλές θερμοκρασίες για να λιώσει, είναι επικίνδυνο, όμως και πάλι μπορείς να του δώσεις το σχήμα που εσύ θα διαλέξεις και άπαξ και κρυώσει ξανά, τότε δεν μπορεί να σπάσει εύκολα. Ούτε να λυγίσει.

Έτσι φτιάχτηκε ο Ματέους. Έτσι δεν ήταν. Έτσι έγινε.

Το Όστρουφ Βιελκοπόλσκι, όπως το google θέλει να το μεταφράσει και ποιοι είμαστε εμείς να του φέρουμε αντίρρηση, είναι μια μικρή πόλη στο κέντρο της Πολωνίας. 70.000 κάτοικοι, μια μαρτυρική πενταετία την περίοδο του ναζισμού, μια σοβιετική επιρροή μέχρι την πτώση του κομμουνισμού, και ελάχιστα αξιοθέατα συμπράττουν για την σκιαγράφηση της γενέτειρας του Ματέους. Και του Μάρσελ. Και του Κάτσπερ. Τρία αδέρφια, τα αδέρφια Πονίτκα. Ο Ματέους είναι ο μεγαλύτερος. Γεννημένος στις 29 Αυγούστου του 1993 – δεν ήξερε σε εκείνη την αθώα παιδική ηλικία πώς κάθε όνειρο μπορεί να γίνει εφιάλτης. Έμαθε, όμως, πώς κάθε εφιάλτη μπορείς να τον κάνεις ξανά όνειρο. Ευρωμπάσκετ, συμπεριλαμβανομένου.

«Ξεκίνησα να παίζω μπάσκετ περίπου πέντε ετών. Ο πατέρας μου ήταν εκείνος που μου έβαλε το «μικρόβιο». Έπαιζε στη σχολική ομάδα, χωρίς να είναι ιδιαίτερα καλός – ήταν όμως πολύ καλός κολυμβητής. Σε νεαρή ηλικία ήταν ανάμεσα στους κορυφαίους στην Πολωνία. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα και μετά το σχολείο πήγαινα στη δουλειά της και μέχρι να τελειώσει έπαιζα μόνος μου στο γήπεδο. Κάποια στιγμή είχα συνηθίσει τόσο πολύ, που δεν άντεχα ούτε δυο μέρες χωρίς την μπάλα μου», διηγείται ο Ματέους για την παιδική του ηλικία, η οποία στην πορεία έφερε περισσότερο κόσμο στο σπίτι και μια μπασκέτα στην αυλή.

«Πάντα ήθελα να πηγαίνω νωρίτερα για προπόνηση. Αν είχαμε στις 8, θα πήγαινα στις 7.30πμ.. Κι όταν ακόμα ζούσα με τους γονείς μου, μπορεί να υπήρχαν φάσεις που ξυπνούσα στις έξι κι έβγαινα έξω να παίξω πριν το σχολείο. Είτε είχε ήλιο, είτε έβρεχε, είτε χιόνιζε. Θυμάμαι ότι η μητέρα μου θύμωνε, γιατί το χειμώνα κατέστρεφα όλα τα γάντια που μου έπαιρνε. Είχε πολύ κρύο για να παίζω χωρίς γάντια».

Στην πορεία, ήρθε στη ζωή του ο Μαρσέλ. Ο μικρότερος αδερφός του, ο οποίος σήμερα είναι στη Σαραγόσα. «Φυσικά και ο Ματέους ήταν η άμεση επιρροή μου για να ξεκινήσω να παίζω. Μου έδωσε την ώθηση που χρειαζόμουν και χάρη σε εκείνον, έπαιζα συνέχεια με μεγαλύτερους», συμπληρώνει ο τέσσερα χρόνια και τέσσερα εκατοστά μικρότερος αδερφός. Τότε, μεγαλώνοντας, όλα έμοιαζαν πιθανά. Όλα έμοιαζαν ως δυνατότητες. «Όταν παίζαμε μαζί παιδιά, δεν φανταζόμασταν ότι θα παίξουμε αντίπαλοι σε μια ευρωπαϊκή διοργάνωση», δήλωνε ο Ματέους, για να συμπληρώσει ο Μαρσέλ. «Προφανώς και όνειρό μας είναι να παίξουμε συμπαίκτες!».

Τι γνώμη θα είχε για σένα το παιδί που ήσουν; Σήμερα, ο Μαρσέλ και ο Ματέους είναι σχεδόν εχθροί. Ακούγεται βαρύ, αλλά είναι. Περισσότερο από ποτέ πριν, το φετινό καλοκαίρι έφερε στην επιφάνεια το δράμα της οικογένειας Πονίτκα. Δράμα, με την έννοια του drama και όχι του θρήνου. Αφορμή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι ήταν οι κατηγορίες του Μαρσέλ ότι ο Ματέους είναι ο λόγος που δεν κλήθηκε στην Εθνική ομάδα. «Δεν καταλαβαίνω γιατί διαρκώς μπαίνει εμπόδιο στην καριέρα μου και προσπαθεί να με βλάψει με κάθε τρόπο», δήλωνε ο μικρός Πονίτκα και μετά από αρκετούς μήνες σιωπής, για όλα εκείνα που τον κατηγορούσαν (σ.σ. ανάμεσα στα οποία και ότι δεν έφυγε κατευθείαν από τη Ζενίτ εν καιρώ πολέμου), ο Μαρσέλ έλυσε τη σιωπή του.  

«Αν έχει κάποιο πρόβλημα μαζί μου, ας έρθει να το λύσουμε πρόσωπο με πρόσωπο. Μένω σιωπηλός τόσο καιρό. Ο κόσμος λατρεύει τον Μαρσέλ, αλλά κανείς δεν ξέρει την αλήθεια. Ήμουν 19 ετών, όταν οι γονείς μου μού έδωσαν το τελεσίγραφο. Θα έπρεπε να διαλέξω εκείνους ή τη σύζυγό μου. Επέλεξα εκείνη. Επέλεξα την αγάπη και τον άνθρωπο που νοιάζεται για μένα εδώ και δέκα χρόνια. Αυτή τη στιγμή είναι απίθανο να τελειώσει αυτή η κατάσταση. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να βρίσκεται στην ίδια ομάδα με τον Μαρσέλ. Αν κάποιος προπονητής θεωρεί ότι ο Μαρσέλ είναι καλύτερος, ευχαρίστως να του δώσω τη θέση μου. Ο ίδιος ο Μαρσέλ και όλη η οικογένειά μου, αρέσκεται στο ρόλο του θύματος. Το πουλάνε. Από τα 19 μου χρόνια με προσβάλλουν, με μειώνουν, μου επιτίθενται, με βρίζουν. Δεν μου επιτρέπουν να δω τον μικρό μου αδερφό. Ο κόσμος λατρεύει τους «μάρτυρες», αλλά δεν είναι έτσι. Ο πατέρας μου δεν μιλάει με τον παππού μου. Δεν μιλάει ούτε καν στη μητέρα του, επειδή με κάλεσε τα Χριστούγεννα να φάμε. Είναι γιατρός στο επάγγελμα, αλλά αν δείτε τη χυδαιότητα που μου μιλάει σε μηνύματα; Δε θα έπρεπε να μιλάει έτσι ένας γιατρός».

Το οικογενειακό δράμα δε μειώνεται, ούτε λύνεται με τον καιρό. Δεν το επηρέασε ούτε καν το μονοπάτι που είχε πάρει αρχές του 2022, ο Ματέους Πονίτκα προς το θάνατο.

Κατά λάθος ζωντανός…

Η Ζενίτ ήταν η όγδοη ομάδα στην καριέρα του. Ο Ματέους ανέβηκε τη σκάλα βήμα-βήμα. Κάποτε, στην ηλικία των 18 ετών ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα στην Ευρώπη. Είχε παίξει στο «Basketball without borders» στην Βαρκελώνη το 2010. Ήταν MVP του τουρνουά. Πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2011 για να παίξει στο Nike Hoop Summit και στον αγώνα ΗΠΑ-υπόλοιπος κόσμος (σ.σ. θα μπορούσε να είναι και τίτλος ντοκυμαντέρ του Μάικλ Μουρ) και ήταν πρώτος σκόρερ των Ευρωπαίων. Σε μια ομάδα με Πάνγκος, Φουρνιέ, Μπέρτανς, Σάριτς, Ουίλτζερ, Ραούλ Νέτο, Νογκουέιρα, Μπιγιόμπο, ήταν εκείνος που ξεχώρισε με την αθλητικότητα και την αποφασιστικότητά του. «Πολλοί δεν περίμεναν να δουν τέτοια εμφάνιση από τον Πονίτκα, όμως ήταν εξαιρετικός και μια λάμψη φωτός από το διεθνές ρόστερ που αντιμετώπισε τις ΗΠΑ», σημείωνε ο αρθρογράφος του αγώνα.  

«Πάντα θέλω περισσότερα. Είμαι σκληρός με τον αυτό μου και γι’ αυτό απαιτώ εξίσου πολλά από όσους είναι δίπλα μου. Μερικές φορές είναι ενοχλητικό, αλλά θέλω να κερδίζω», περιέγραφε τον εαυτό του ο Ματέους στην ηλικία των 18 ετών, όταν και άρχισε να παίζει στο πολωνικό πρωτάθλημα. Στο ντραφτ του 2015 δεν κατάφερε να επιλεγεί, όμως όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία σίγουρα κατάφερε να ομορφύνει μεγαλώνοντας. Στη ρούκι του χρονιά στην Πολωνία είχε 11,7 πόντους μέσο όρο, μισούσε τις Δευτέρες γιατί έπρεπε να έχει ρεπό και χωρίς να έχει τους προβολείς ποτέ πάνω του έχτιζε σιγά-σιγά την καριέρα του. Κι εκεί που έμοιαζε να βρίσκεται στα καλύτερά του, ήρθαν όλα μαζεμένα. Ο κορωνοϊός, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η 26η Ιανουαρίου. Η μέρα που απροσδόκητα λίγο έλειψε να του στερήσει τη ζωή.

Την παραμονή του αγώνα με την Εφές και στη διάρκεια της προπόνησης, ένα χτύπημα στη μύτη έφερε αιμορραγία και ο Ματέους Πονίτκα αναγκάστηκε να πάει στο νοσοκομείο. Πήρε διαβεβαιώσεις ότι όλα σύντομα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα και θα μπορεί να αγωνίζεται χωρίς πρόβλημα. «Είμαι σίγουρος ότι έγιναν λάθη. Μετά από λίγες μέρες προσπάθησα να επανέλθω, αλλά ζαλιζόμουν. Έπαιξα με την Εφές, και δε θυμάμαι τίποτα από εκείνο το ματς», αποκάλυψε ο ίδιος μετά από καιρό σε συνέντευξή του. «Μόλις φτάσαμε στην Ισπανία, αιμορραγούσα όλη μέρα. Δεν έπαιξα με την Μπασκόνια. Στην Μαδρίτη με είδαν οι γιατροί και αποφάσισαν ότι χρειάζομαι εγχείρηση επειγόντως. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω και είχα, ήδη, αρκετά βράδια άυπνος. Την επόμενη μέρα ήμουν στο χειρουργικό τραπέζι. Μου είπαν ότι θα μπορούσα σε τρεις μέρες να έχω πεθάνει. Ήταν τα λόγια του γιατρού: «Υπάρχει ολική μόλυνση στη μύτη σου, κοντά στον εγκέφαλο. Αν αρχίσει η σήψη, δεν έχεις πάνω από τρεις μέρες».

Ο Πονίτκα έζησε. Δεν κατάφερε να παίξει όσο ήθελε εκείνη τη σεζόν, ήρθε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, έμεινε – κατόπιν αρκετών νέων επεισοδίων – στο σπίτι του και έκανε επανεκκίνηση στην καριέρα του και στα όνειρά του. «Ο Ματέους Πονίτκα είναι ένας πολεμιστής που ονειρεύεται», είχε πει για εκείνον ο πρώτος του προπονητής. Η ασπίδα του είναι φτιαγμένη από σίδηρο. Την έλιωσε και την έφτιαξε ξανά, ώστε να μην λυγίζει. Ώστε να κρατάει μακριά εκείνους που κυνηγούν τα όνειρά του.

«Τα όνειρα κάνουν τη σκληρή δουλειά και τη μονοτονία να αξίζουν. Αν έχεις πάθος, μπορείς να αφοσιωθείς σε κάτι 100%. Κάνει τη ζωή όμορφη. Είμαι μαχητής. Δε φοβάμαι τον πόνο. Δεν φοβάμαι να πέσω στο παρκέ. Δε φοβάμαι να χτυπήσω».

Γιατί ξέρει πώς να σηκωθεί ξανά… Μόνος του.

Ο πολεμιστής που ονειρεύεται…