Όταν ακούς τον προπονητή της ομάδας να λέει στη συνέντευξη Τύπου ότι το μέλλον του βρίσκεται στα χέρια της διοίκησης, προφανώς αντιλαμβάνεσαι πως γνωρίζει και ο ίδιος πολύ καλά ότι μετράει μέρες, βδομάδες ή στην καλύτερη λίγους μήνες.
Αυτή τη φορά δεν θα μπω στη διαδικασία καν να αναφέρω τη γνώμη μου για τον Καταλανό και για το πόσο τοις εκατό «φταίει» για την εικόνα του Ολυμπιακού το τελευταίο τρίμηνο. Ή για το αν πρέπει να στηριχθεί με κανονικές μεταγραφές και κανονικό ρόστερ. Από αυτά που έχει συνηθίσει να έχει ο Ολυμπιακός. Τα έχω γράψει και τα έχω ξαναγράψει, όποιος θέλει μπορεί να ανατρέξει στο αρχείο της στήλης για να τα ξαναδιαβάσει. Σε διαφορετική περίπτωση, με τον Ισπανό να «καίγεται» όλο και περισσότερο κάθε λεπτό που περνάει, όπως συμβαίνει συνήθως όταν τα αποτελέσματα δεν είναι τα επιθυμητά, θα γίνω ξανά ο γραφικός της υπόθεσης.
Το θέμα πλέον δεν είναι αν ο Γκαρσία θα μείνει στον Ολυμπιακό. «Καμένο χαρτί» μυρίζει άλλωστε από καιρό στου Ρέντη και με το συμβόλαιο που έχει λαμβάνειν σε σχέση με την εικόνα της ομάδας, οτιδήποτε άλλο φαντάζει τρελό σε μια χρονιά που κάθε αγωνιστική γίνεται όλο και χειρότερη. Το ερώτημα θα έπρεπε να είναι αν η ομάδα, οι παίκτες, τα αποτελέσματα, θα τον βοηθούσαν, εδώ που έφτασε η σεζόν, να κερδίσει έστω λίγους μήνες «ζωής». Να δείξει κάτι και να ανεβάσει λίγο την μετοχή του. Κανείς δεν το έκανε αυτό για τον ίδιο και το σημαντικότερο προφανώς και δεν το έκανε και ο ίδιος για τον εαυτό του. Με συνεχείς αλχημείες και ποικιλίες, ουδέποτε βοήθησε και ο ίδιος την ομάδα του.
Βεβαίως, όλα τα παραπάνω στα οποία επίσης έχω αναφερθεί πολλάκις, θα έπρεπε να τα γνωρίζουν στον Ολυμπιακό από τη μέρα που τον προσέλαβαν: ένας προπονητής που δεν προσαρμόζεται στις ομάδες αλλά θέλει τις ομάδες να κόβονται και να ράβονται στα «μέτρα» του. Με το συγκεκριμένο ρόστερ, ο μόνος που μπορούσε -αποδεδειγμένα- να προσφέρει αποτελέσματα και σταθερότητα, έφυγε για πολλοστή φορά το απόγευμα της Πρωτοχρονιάς για να έρθει στη θέση του «ξένος προπονητής εγνωσμένης αξίας που θα αναλάβει να χτίσει με ηρεμία και με τη στήριξη της διοίκησης την επόμενη ομάδα». Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Και ξανά ξανά, φτάσαμε Μάρτη ξανά, να ψάχνουμε τον επόμενο. Η ίδια ιστορία έκανε έναν ακόμη πανομοιότυπο κύκλο, όπως ανακυκλώνεται εδώ και αρκετά χρόνια.
Το δεύτερο ερώτημα είναι πως διάολο περίμεναν στον Ολυμπιακό να δουν κάτι διαφορετικό στην εικόνα της ομάδας, όταν κανείς εδώ και αρκετό καιρό δεν υπολογίζει σοβαρά στον άνθρωπο που βρίσκεται στον πάγκο. Κανείς δεν ασχολείται μαζί του, κανείς δεν τον αντιμετωπίζει σαν... υπαρκτό πρόσωπο, σαν προπονητή ο οποίος έχει μέλλον (και συμβόλαιο) με την ομάδα. Και ο Ισπανός στον ίδιο πλανήτη βρίσκεται και μοιραία καταλαβαίνει τι παίζει. Ε, δεν θα κάτσει να τρελαθεί κιόλας. Αν βγουν τα αποτελέσματα, βγήκαν. Αν δεν βγουν, παίρνει το ωραίο του το συμβόλαιο και αναχωρεί για άλλες πολιτείες. Κάτι που φαίνεται ότι ίσως γίνει και πιο γρήγορα απ' ότι περιμέναμε, πριν το τέλος της σεζόν. Έτσι, για να φτάσουμε ξανά στις παραδοσιακές 4 αλλαγές στον πάγκο σε μια σεζόν.
Από κει και πέρα, όλα πέφτουν σαν ντόμινο. Με τον προπονητή να έχει καταλάβει τη μοίρα του εδώ και καιρό, τη διοίκηση να ασχολείται με το μέλλον χωρίς αυτόν και τους παίκτες να προσπαθούν να βγάλουν άκρη στο γήπεδο με το τι τους ζητάει κάθε φορά ο καθένας, γενικά με όσα συμβαίνουν φέτος στο ελληνικό πρωτάθλημα, η 3η θέση φαίνεται να πλησιάζει απειλητικά πλην όμως φυσιολογικά για τον Ολυμπιακό.
Το αν τελικά αυτή η τακτική με τους προπονητές του τριμήνου από τους οποίους περιμένουν θαύματα και όταν φυσιολογικά αυτά δεν έρχονται ποτέ, αμέσως γίνονται τα εξιλαστήρια θύματα, πλέον δεν τολμώ καν να πιστέψω ότι υπάρχει έστω ένας στον Ολυμπιακό που πιστεύει ότι αποδίδει. Ακόμη περισσότερο, δε νομίζω πλέον να πιστεύουν ότι έχει μείνει έστω ένας οπαδός της ομάδας που θα ρίχνει κάθε φορά όλη την ευθύνη στον κάθε Γκαρσία, στον κάθε Λεμονή.
Θέλω να πιστεύω ότι αυτά είναι ρητορικά ερωτήματα και αρχής γενομένης από τις επόμενες κιόλας εβδομάδες, να αρχίσουν στο Λιμάνι να σκέφτονται και να σχεδιάζουν σοβαρά το μέλλον της ομάδας, ώστε να ξαναδεί ο κόσμος αυτά και αυτούς που έχει συνηθίσει να βλέπει. Σε διαφορετική περίπτωση, θα συνεχίσουμε να λέμε κάθε «του χρόνου» και χειρότερα.