Μια διαδρομή που ξεκίνησε από τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ, πέρασε από την αξιοποίηση της τεχνολογίας στην παραγγελιοληψία και κατέληξε σε ένα δίκτυο περίπου 110 καταστημάτων, με συνολικές πωλήσεις που, σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου, ξεπέρασαν τα 100 εκατ. ευρώ το 2025.
Σήμερα, ωστόσο, η Pizza Fan βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σοβαρής έρευνας για φερόμενη μη απόδοση ΦΠΑ τουλάχιστον 25 εκατ. ευρώ, με τον ιδρυτή της να περιλαμβάνεται στους συλληφθέντες και τις Αρχές να εξετάζουν τη χρήση ειδικού λογισμικού για την απόκρυψη πωλήσεων.
Πέρα από το αστυνομικό σκέλος, όμως, οι τελευταίες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας αποκαλύπτουν μια διαφορετική αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα εικόνα. Παρά την αύξηση του κύκλου εργασιών κατά σχεδόν 19% το 2025, τα καθαρά κέρδη υποχώρησαν κατά 66,5%, ενώ τα έξοδα διοίκησης εκτινάχθηκαν κατά 63,6%. Μάλιστα οι ορκωτοί ελεγκτές είχαν διατυπώσει επιφυλάξεις για συγκεκριμένα κονδύλια του ισολογισμού, αλλά και για τις φορολογικά ανέλεγκτες χρήσεις της εταιρείας.
Από τον Κοσκωτά στην πρώτη Pizza Fan
Ο Κωνσταντίνος Αντάρας ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία στον χώρο της διαφήμισης, έχοντας σπουδάσει μάρκετινγκ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από το 1985 έως το 1988 διετέλεσε εμπορικός διευθυντής πωλήσεων στη "Γραμμή", το εκδοτικό συγκρότημα του Γιώργου Κοσκωτά, ενώ στη συνέχεια δημιούργησε τη δική του διαφημιστική εταιρεία, τη Staff, την οποία διατήρησε μέχρι το 2005.
Η ιδέα για την Pizza Fan γεννήθηκε μέσα από τη συνεργασία του με τη Roma Pizza. Διαπιστώνοντας τις δυσκολίες στη διαχείριση των τηλεφωνικών παραγγελιών, πρότεινε τη δημιουργία ενός ενιαίου τηλεφωνικού κέντρου, το οποίο θα συγκέντρωνε τις παραγγελίες και θα τις διοχέτευε στα καταστήματα.
Το σχέδιο δεν προχώρησε από τη Roma Pizza και ο ίδιος αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και έτσι δημιούργησε τη δική του αλυσίδας. Το πρώτο βήμα έγινε το 1996, όταν άνοιξε το πρώτο κατάστημα της Pizza Fan στους Αμπελοκήπους.
Η εμπειρία του στη διαφήμιση αποδείχθηκε σημαντικό πλεονέκτημα. Η Pizza Fan επένδυσε από νωρίς στις προσφορές, στις ανταγωνιστικές τιμές και στην οργανωμένη παραγγελιοληψία. Χαρακτηριστική υπήρξε η πολιτική των κουπονιών με έκπτωση 50%, που συνέβαλε στην αναγνωρισιμότητα του εμπορικού σήματος.
Το 2001 η Vectis Capital απέκτησε το 34% της εταιρείας, ποσοστό το οποίο ο Αντάρας επαναγόρασε περίπου πέντε χρόνια αργότερα. Στη συνέχεια, η ανάπτυξη στηρίχθηκε στο franchising, με ένα μοντέλο που επέτρεπε την επέκταση του δικτύου χωρίς να απαιτείται από κάθε νέο συνεργάτη να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου τη δημιουργία καταστήματος.
Η αλυσίδα έφτασε τα 110 καταστήματα, ενώ για το 2026 είχαν ανακοινωθεί σχέδια για 36 νέα σημεία. Επίσης, η εταιρεία επιδίωκε επέκταση σε νέες κατηγορίες εστίασης, με τα MyCook και MyBurger, συνεργασία με τον σεφ Δημήτρη Σκαρμούτσο και ανάπτυξη νέων εμπορικών σημάτων.
Τζίρος 60,4 εκατ. ευρώ, αλλά κέρδη σε ελεύθερη πτώση
Η ανάπτυξη του δικτύου αποτυπώνεται και στις οικονομικές καταστάσεις της Φανατικς Πίτσα ΕΠΕ, της εταιρείας που βρίσκεται πίσω από την κεντρική δραστηριότητα της αλυσίδας. Ο κύκλος εργασιών της διαμορφώθηκε το 2025 στα 60,44 εκατ. ευρώ, έναντι 50,97 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 18,6%. Σε απόλυτους αριθμούς, η εταιρεία πρόσθεσε σχεδόν 9,5 εκατ. ευρώ στις ετήσιες πωλήσεις της.
Η αύξηση αυτή, ωστόσο, δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη ενίσχυση των αποτελεσμάτων. Αντίθετα, τα κέρδη προ φόρων περιορίστηκαν στις 772.829 ευρώ, από 2,18 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας πτώση 64,5%. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η υποχώρηση των καθαρών κερδών, τα οποία διαμορφώθηκαν σε μόλις 533.112 ευρώ, έναντι 1,59 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος, μειωμένα κατά 66,5%.
Η εικόνα γίνεται πιο χαρακτηριστική εάν εξεταστεί η τελευταία τριετία. Το 2023 η εταιρεία είχε εμφανίσει κύκλο εργασιών 46,27 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 1,61 εκατ. ευρώ. Δύο χρόνια αργότερα, με τον τζίρο αυξημένο κατά περισσότερα από 14 εκατ. ευρώ, η τελική κερδοφορία είχε περιοριστεί περίπου στο ένα τρίτο.
Εν ολίγοις, η Pizza Fan συνέχιζε να μεγαλώνει σε πωλήσεις, αλλά κρατούσε ολοένα μικρότερο μέρος τους ως κέρδος.
Το καθαρό περιθώριο κέρδους υποχώρησε από περίπου 3,5% το 2023 σε 3,1% το 2024 και μόλις 0,9% το 2025. Για κάθε 100 ευρώ πωλήσεων, δηλαδή, η εταιρεία εμφάνιζε λιγότερο από ένα ευρώ καθαρό κέρδος.
Πρέπει, πάντως, να γίνει μια σημαντική διάκριση, καθώς τα 60,44 εκατ. ευρώ αφορούν τον δημοσιευμένο κύκλο εργασιών της Φανατικς Πίτσα ΕΠΕ και δεν ταυτίζονται με τις συνολικές λιανικές πωλήσεις του δικτύου franchise, οι οποίες, σύμφωνα με δηλώσεις του ιδρυτή, ξεπέρασαν τα 100 εκατ. ευρώ.
Η εκτίναξη των εξόδων διοίκησης και το κόστος που ανέκοψε την ανάπτυξη
Πού οφείλεται, όμως, η μεγάλη απόκλιση μεταξύ πωλήσεων και κερδών; Μια πρώτη απάντηση προκύπτει από την εξέλιξη του κόστους πωλήσεων. Το σχετικό κονδύλι αυξήθηκε από 31,76 εκατ. ευρώ το 2024 σε 39,67 εκατ. ευρώ το 2025, δηλαδή κατά 7,91 εκατ. ευρώ ή 24,9%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από την αύξηση του τζίρου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το μικτό περιθώριο κέρδους να περιοριστεί από 37,7% σε 34,4%.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των εξόδων διοίκησης. Το 2024 ανέρχονταν σε 2,54 εκατ. ευρώ, ενώ το 2025 εκτινάχθηκαν στα 4,16 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 63,6%.
Πρόκειται για επιπλέον διοικητικές δαπάνες ύψους 1,62 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, ποσό μεγαλύτερο ακόμη και από τη συνολική μείωση των κερδών προ φόρων.
Στα έξοδα διοίκησης περιλαμβάνονται συνήθως οι αμοιβές διοικητικού προσωπικού και στελεχών, υπηρεσίες συμβούλων και εξωτερικών συνεργατών, δαπάνες κεντρικών γραφείων και άλλες λειτουργικές επιβαρύνσεις. Ωστόσο, από τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία δεν προκύπτει ποια συγκεκριμένα κονδύλια ευθύνονται για την τόσο μεγάλη αύξηση. Επίσης, τα έξοδα διάθεσης αυξήθηκαν από 15,78 εκατ. ευρώ σε 17,34 εκατ. ευρώ, επιβαρύνοντας περαιτέρω το αποτέλεσμα.
Έτσι, παρά την άνοδο των πωλήσεων, τα λειτουργικά κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) σχεδόν υποδιπλασιάστηκαν, από 3,84 εκατ. ευρώ σε 1,94 εκατ. ευρώ.
Στον ισολογισμό του 2025, οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας ανέρχονταν σε 17,13 εκατ. ευρώ, τα ίδια κεφάλαια σε 4,46 εκατ. ευρώ και τα ταμειακά διαθέσιμα σε 4,86 εκατ. ευρώ, μειωμένα από 6,02 εκατ. ευρώ το 2024. Ο μέσος αριθμός εργαζομένων διαμορφώθηκε σε 265.
Τα καμπανάκια των ορκωτών
Οι οικονομικές καταστάσεις του 2025, που εγκρίθηκαν στις 10 Οκτωβρίου και καταχωρίστηκαν στο ΓΕΜΗ στις 19 Οκτωβρίου, συνοδεύονται από έκθεση της PKF Ευρωελεγκτική με γνώμη με επιφύλαξη.
Οιι ελεγκτές εντόπισαν συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία, κατά την εκτίμησή τους, επηρεάζουν την εικόνα που παρουσιάζουν οι οικονομικές καταστάσεις ή δεν τους επιτρέπουν να επιβεβαιώσουν πλήρως ορισμένα μεγέθη.
Η πρώτη παρατήρηση αφορά απαιτήσεις περίπου 979.000 ευρώ από πελάτες και άλλους οφειλέτες. Πρόκειται για χρήματα που εμφανίζονται στον ισολογισμό ως ποσά τα οποία η εταιρεία έχει να εισπράξει, αλλά για τα οποία οι ορκωτοί θεωρούν ότι θα έπρεπε να έχει σχηματιστεί πρόβλεψη πιθανής μη είσπραξης. Χωρίς αυτήν, τόσο οι απαιτήσεις όσο και τα ίδια κεφάλαια εμφανίζονται υψηλότερα κατά το αντίστοιχο ποσό.
Η δεύτερη αφορά περίπου 164.000 ευρώ για αποζημιώσεις προσωπικού, για τις οποίες επίσης δεν είχε σχηματιστεί η απαιτούμενη πρόβλεψη.
Η τρίτη παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το φως των σημερινών εξελίξεων. Οι ορκωτοί επισημαίνουν ότι οι φορολογικές χρήσεις από το 2020 έως και το 2025 δεν είχαν ελεγχθεί από τις φορολογικές αρχές και, επομένως, οι φορολογικές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων ετών δεν είχαν οριστικοποιηθεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η εταιρεία δεν είχε υποβάλει φορολογικές δηλώσεις. Σημαίνει ότι δεν είχε ολοκληρωθεί ο φορολογικός έλεγχος των συγκεκριμένων χρήσεων και συνεπώς παρέμενε ανοιχτό το ενδεχόμενο να προκύψουν πρόσθετοι φόροι ή προσαυξήσεις.
Επιπλέον, σύμφωνα με τους ελεγκτές, η εταιρεία δεν είχε εκτιμήσει πόσο θα μπορούσαν να ανέλθουν τέτοιες επιβαρύνσεις ούτε είχε σχηματίσει σχετική πρόβλεψη στον ισολογισμό της.
Πηγή: thetoc.gr