Κάθε ανακοίνωση της κυβέρνησης για νέα μέτρα εδώ και καιρό προκαλεί τα ίδια ακριβώς σχόλια, τα οποία κυμαίνονται από την ειρωνεία έως τον θυμό. «Στα γήπεδα κολλάει, στα ΜΜΕ δεν κολλάει», «μέχρι τις 3 Ιανουαρίου ο ιός κάνει διακοπές, μετά πιάνει δουλειά», «έχουν χάσει τη μπάλα», «είναι σαλτιμπάγκοι», «δεν ξέρουν τι τους γίνεται» κ.λπ.
Παλιότερα έμπαινα στον πειρασμό να αντιπαρατεθώ με τέτοιους αφορισμούς. Πλέον δεν έχω το κουράγιο. Κουράστηκα. Και αναρωτιέμαι πώς δεν κουράστηκαν όλοι αυτοί που ξεκινώντας από το «μέχρι τις έξι δεν κολλάει, από τις έξι και μετά κολλάει» συνεχίζουν με παραλλαγές, εδώ και σχεδόν δυο χρόνια, το ίδιο τροπάρι.
Για να μην αποφύγουμε την ουσία: προφανώς η κυβέρνηση μοιάζει πανικόβλητη. Όπως και η συντριπτική πλειονότητα των κυβερνήσεων στον κόσμο, οι οποίες βρίσκονται διαρκώς προ εκπλήξεων και εκεί που πίστευαν ότι ξεμπερδεύουν με τον Covid-19, έρχονται οι μεταλλάξεις να μας στείλουν όλους μαζί πολλά βήματα πίσω. Δεν ζούνε σε υπόγειο παιδιά, καλό θα ήταν να βλέπουμε, μαθαίνουμε, ενημερωνόμαστε τι συμβαίνει αλλού για να ξεφύγουμε από το τριπάκι ότι όλα τα δεινά τυχαίνουν σε εμάς.
Προφανώς, λοιπόν, η κυβέρνηση έχει πολλές ευθύνες για οφθαλμοφανείς ολιγωρίες και λάθη. Παρότι οι περισσότεροι που την κατηγορούν, είτε πρόκειται για την Αντιπολίτευση, είτε για τους απλούς πολίτες, επί της ουσίας δεν έχουν κάτι χειροπιαστό να αντιπροτείνουν παρά μονάχα αοριστολογίες (να προσλάβει οδηγούς και να αγοράσει οχήματα για να αραιώσουν τα δρομολόγια στα ΜΜΕ; να φτιάξει κι άλλες ΜΕΘ και να προσλάβει εξειδικευμένο προσωπικό, που δεν υπάρχει μεν αλλά θα μπορούσε ίσως να εκπαιδευτεί; Να αραιώσει τους μαθητές στις τάξεις; Όλα σωστά και ταυτόχρονα όλα χρειάζονται χρήμα και χρόνο για να υλοποιηθούν αποτελεσματικά : χρόνο που η πίεση της πανδημίας, κι ας κρατάει δυο χρόνια, δεν προσφέρει).
Στο δικό μου το μυαλό, ένα διαρκές λάθος, από το δεύτερο κύμα και μετά, είναι επικοινωνιακό: η κυβερνητική βεβαιότητα ότι τελειώνουμε, τελειώσαμε, να τώρα διανύουμε το τελευταίο μίλι, όπως διαχέεται με τον πιο επίσημο τρόπο και από τα πιο επίσημα χείλη, έχει αποδειχθεί τρομερά επιζήμια. Και εξοντωτική ψυχολογικά.
Άλλο μεγάλο λάθος: το πρόσωπο που επιλέχθηκε, στο κρισιμότερο χρονικό σημείο της πανδημίας για Υπουργός Υγείας, αντί να εμπνέει εμπιστοσύνη και να ενώνει, διχάζει και προκαλεί τεράστια ανασφάλεια σε όλους μας.
Από εκεί και πέρα όμως φοβάμαι θα σας απογοητεύσω. Δεν έχω μέσα μου τον τρόμο ότι αν ήταν κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχαμε πάθει καμιά τρομερή καταστροφή . Αλλά ούτε και την πεποίθηση ότι θα είχε αντιμετωπιστεί η κατάσταση πολύ καλύτερα.
Τα δεδομένα που ίσχυαν προ πανδημίας στην Ελλάδα, άφηναν μικρά περιθώρια πρωτοβουλιών για κάτι δραστικά διαφορετικό. Είχαμε (και έχουμε) ΕΣΥ προβληματικό και υποστελεχωμένο, με νοσοκομεία διαφορετικών ταχυτήτων σε Αττική και Περιφέρεια. Είχαμε και έχουμε έναν δημόσιο τομέα βαρύ, νωθρό και δυσκίνητο. Είχαμε και έχουμε αστυνομία και διάφορες άλλες ελεγκτικές αρχές με πολλά προβλήματα, η οποία είτε δεν μπορεί, είτε δεν θέλει να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην τήρηση των μέτρων.
Είχαμε και έχουμε πολιτικό προσωπικό που λογαριάζει κατά κανόνα το πολιτικό κόστος ως βασικό κριτήριο για κάθε του ενέργεια.
Και έχουμε φυσικά μια διαχρονική κοινωνική ανωριμότητα που μεταφράζεται σε κουλτούρα ανυπακοής, ανόητη και επικίνδυνη.
Τα παραπάνω, μαζί με το πρωτοφανές της συνθήκης που κλήθηκε να διαχειριστεί η κυβέρνηση, την δεκαετή οικονομική κρίση, την ισορροπία υγείας – οικονομίας που έπρεπε να επιτύχει, την διείσδυση στην κοινωνία και την καταστροφική σε πολλές περιπτώσεις στάση της Εκκλησίας, καθώς και διάφορες άλλες παραμέτρους, εξηγούν γιατί μετά το πρώτο κύμα, και την συμμόρφωση που δείξαμε όλοι, πράγματι χάθηκε η μπάλα.
Δεν μιλώ καν για τα εμβόλια και πόσο καλύτερα θα είμασταν αν είχαμε πράξει το αυτονόητο.
Θέλω να πω, ναι, πρέπει να γίνεται κριτική στην κυβέρνηση για το ακατανόητο μέτρο π.χ. των 1.000 θεατών στα γήπεδα. Η κριτική που θα ασκούσα εγώ είναι γιατί δεν τα κλείνει εντελώς, με 15.000 κρούσματα την μέρα.
Πρέπει να γίνεται κριτική σε κάθε λανθασμένη απόφαση, κάθε καθυστέρηση, κάθε εξοργιστικό λιβάνισμα από τα συστημικά ΜΜΕ.
Όμως, πέρα από όλα αυτά, η πανδημία μας έδειξε με τον πιο ωμό τρόπο τις δομικές παθογένειες που έχουμε ως χώρα, σε όλα τα επίπεδα. Το ζητούμενο είναι να βγούμε στην άλλη άκρη του τούνελ κάπως καλύτεροι. Και τούτο δεν θα συμβεί με εξυπνακίστικα και επαναλαμβανόμενα σχόλια στα social. Τα οποία απορώ, πώς δεν σας κούρασαν ακόμα.
Τούτο ίσως προκύψει αν μαζί με την δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη οργή, μας έμενε και η ελάχιστη κοινή αντίληψη για τα πράγματα που πρέπει να αλλάξουν, πέρα από τα πρόσωπα.
Δεν το βλέπω. Αλλά μπορεί να έχω κι εγώ κουραστεί και να θόλωσε η όρασή μου.