Στην 45η συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, οι μάρτυρες περιέγραψαν τις δραματικές στιγμές της σύγκρουσης, την προσπάθειά τους να βγουν από τα διαλυμένα βαγόνια, αλλά και την αγωνία που ακολούθησε για τις οικογένειες των ανθρώπων που χάθηκαν.
Σύμφωνα με το Onlarissa.gr, στη συνεδρίαση ήταν παρόντες οι κατηγορούμενοι Παύλος Κουζής και Σπυρίδων Πατέρας.
Παράλληλα, η εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί επί του αιτήματος του δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη να κληθούν να καταθέσουν οι γενικοί γραμματείς του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών που υπηρέτησαν από το 2016 έως το 2023, καθώς απέκτησαν την ιδιότητα του κατηγορουμένου σε άλλη δικαστική διαδικασία.
Αντίθετα, πρότεινε να γίνει δεκτό το αίτημα για τη διαβίβαση στο δικαστήριο των προειδοποιητικών επιστολών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την Ελλάδα σχετικά με την ασφάλεια των σιδηροδρόμων.
«Δεν ξέρουμε τι θάψαμε, μια μου λέγανε πως είναι καμένες, μια με ολόκληρο σώμα»
Τον εφιάλτη που έζησε η οικογένειά της μετά το δυστύχημα περιέγραψε η Marina Dos Santos, η οποία έχασε τη μητέρα και τη θεία της.
Όπως ανέφερε στην κατάθεσή της, οι δύο γυναίκες δεν απαντούσαν στις τηλεφωνικές κλήσεις των συγγενών τους, οι οποίοι έμαθαν για τη σύγκρουση και έσπευσαν στο νοσοκομείο της Λάρισας. Τρεις ημέρες αργότερα πληροφορήθηκαν ότι είχαν χάσει τη ζωή τους.
«Ούτε ξέρω τι έθαψα, ούτε ξέρω τι βρήκαν. Μια μου λέγανε πως είναι καμένες, μια με ολόκληρο σώμα. Δεν ξέρουμε τι θάψαμε», είπε χαρακτηριστικά.
Η ίδια αναφέρθηκε και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένειά της, η οποία ζει στη Γερμανία, σημειώνοντας ότι η απώλεια της μητέρας και της θείας της έχει κάνει τη ζωή τους ακόμη πιο δύσκολη.
«Άκουγα "βοήθεια, καίγομαι", αλλά ήμουν πάνω, δεν μπορούσα να βοηθήσω»
Τις στιγμές τρόμου που ακολούθησαν τη σύγκρουση περιέγραψε η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα, επιβάτιδα του βαγονιού Β2, η οποία κατάφερε να επιζήσει.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της, η πρόεδρος του δικαστηρίου τής έδειξε φωτογραφίες από τη δικογραφία, προκειμένου να εξηγήσει πού βρισκόταν και πώς κατάφερε να βγει από το βαγόνι. Η προβολή των εικόνων στην αίθουσα έκανε συγγενείς θυμάτων να μετακινηθούν από τις θέσεις τους για να τις δουν.
Η μάρτυρας περιέγραψε πως, περίπου δέκα λεπτά μετά την αναχώρηση από τη Λάρισα, ακούστηκε ένας ισχυρός κρότος και το τρένο υπέστη εκτεταμένες καταστροφές. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε, καθώς έσπασε την κλείδα της και τραυματίστηκε στο αυτί από τα θραύσματα των τζαμιών.
«Όταν έγινε η σύγκρουση και σταμάτησε, άνοιξα τα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτα. Απόλυτο σκοτάδι, χάος», ανέφερε, εξηγώντας ότι η πρώτη της σκέψη ήταν να δει αν η φίλη της ήταν καλά.
Ο διάδρομος του βαγονιού ήταν γεμάτος λαμαρίνες και οι επιβάτες αναγκάστηκαν να συρθούν για να βρουν διέξοδο. Η ίδια περιέγραψε ότι δεν μπορούσε να πηδήξει από το παράθυρο, καθώς βρισκόταν σε μεγάλο ύψος, ενώ κάτω υπήρχαν τραυματισμένοι άνθρωποι.
Για να καταφέρει να απομακρυνθεί, πέταξε τις βαλίτσες από το παράθυρο και χρησιμοποίησε αυτές για να κατέβει. Όπως είπε, αναζήτησε ανθρώπους που θα μπορούσε να βοηθήσει, ωστόσο η κατάστασή της δεν της επέτρεπε να κινηθεί εύκολα.
«Κάποια στιγμή ενώ ήμουνα πάνω στο τρένο άκουσα “βοήθεια καίγομαι”. Δεν μπορούσα να πάω, δεν μπορούσα να βοηθήσω», κατέθεσε.
Η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα μίλησε και για τη μεγάλη φωτιά που είχε ξεσπάσει, αλλά και για τη στιγμή που χρειάστηκε βοήθεια για να φτάσει στον δρόμο. Όπως ανέφερε, απομακρύνθηκαν από το σημείο ενώ οι φλόγες συνέχιζαν να καίνε, περιγράφοντας την έξοδό τους από το βαγόνι ως κάτι που έμοιαζε με θαύμα.
«Θυμάμαι να εκτοξεύομαι μετά τη σύγκρουση»
Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση της Ανθής Βάσσου, η οποία επέβαινε στο βαγόνι 2, στο κουπέ 6.
Η μάρτυρας περιέγραψε ότι κατά τη σύγκρουση έχασε για λίγα δευτερόλεπτα τις αισθήσεις της και, όταν συνήλθε, διαπίστωσε ότι το κουπέ είχε διαλυθεί. Το φως από τη φωτιά ήταν ελάχιστο, ενώ οι επιβάτες άκουγαν φωνές ανθρώπων που ζητούσαν βοήθεια.
«Θυμάμαι να εκτοξεύομαι μετά την σύγκρουση. Όταν ανέκτησα τις αισθήσεις μου είδα ότι είχε ελάχιστο φως από τη φωτιά», είπε.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, οι επιβάτες αναζητούσαν τρόπο διαφυγής, καθώς τα παράθυρα δεν προσφέρονταν για ασφαλή έξοδο και ο καπνός πλησίαζε. Τελικά, εντόπισαν ένα άνοιγμα μέσα από το οποίο κατάφεραν να συρθούν, αφού πρώτα μετακίνησαν συντρίμμια που εμπόδιζαν τη διέλευσή τους.
Η ίδια ανέφερε ότι, για να σωθούν, χρειάστηκε να πηδήξουν από ύψος περίπου τριών έως τεσσάρων μέτρων, σε ένα σημείο γεμάτο σπασμένες λαμαρίνες.
Όπως είπε, πριν από τη σύγκρουση είχε παρατηρήσει ανησυχία και κινητικότητα από ελεγκτές, ενώ μετά το δυστύχημα οι φωνές των εγκλωβισμένων επιβατών ήταν συνεχείς.
Τον πόνο της απώλειας των δύο αδελφών του περιέγραψε ο Στυλιανός Κουκαριώτης, ο οποίος έμαθε για το δυστύχημα ενώ βρισκόταν στη Γερμανία.
Όπως κατέθεσε, προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει μαζί τους, χωρίς να λάβει απάντηση. Στη συνέχεια πήγε στο νοσοκομείο, όπου επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση, ενώ η διαδικασία της ταυτοποίησης κράτησε τέσσερις ημέρες.
«Δεν διακατέχομαι από κακίες. Αλλά θέλω σύμφωνα με τον νόμο και την κρίση του δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι να τιμωρηθούν όπως πρέπει. Δεν θα ηρεμήσουμε αν δεν ληφθούν τα μέτρα που πρέπει για να μην συμβεί ξανά κάτι τέτοιο», τόνισε.