MENU
Google Logo

Προσθέστε το sdna.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Η σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, με την κατάκτηση τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, αποκάλυψε τις αδυναμίες της δεύτερης προεδρικής του θητείας και έφερε στο προσκήνιο τα λάθη που απομάκρυναν σημαντικά τμήματα του εκλογικού σώματος από τους Ρεπουμπλικανούς.

Σε ανάλυσή τους με τίτλο «Η μεγάλη ταπείνωση του Ντόναλντ Τραμπ», οι Financial Times εντοπίζουν πέντε βασικές αιτίες πίσω από την εκλογική κατάρρευση: την εμπορική πολιτική των δασμών, την αδυναμία αντιμετώπισης της ακρίβειας, την εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν, τις προσωπικές παρεμβάσεις του προέδρου στην επιλογή υποψηφίων και την απόσταση ανάμεσα στην αντισυστημική ταυτότητα του κινήματος MAGA και την εικόνα της σημερινής κυβέρνησης.

1. Οι δασμοί που επιβάρυναν τελικά τους Αμερικανούς

Η επιβολή δασμών αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του Τραμπ ήδη από την πρώτη προεκλογική του εκστρατεία, το 2016. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίαζε την εμπορική προστασία ως μέσο ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής, δημιουργίας θέσεων εργασίας και θωράκισης των εργαζομένων απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.

Στη δεύτερη θητεία του, όμως, η εφαρμογή της πολιτικής αυτής σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα προκάλεσε παρενέργειες στην αμερικανική οικονομία. Οι επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και εξαρτήματα βρέθηκαν αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος, ενώ η αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες ενίσχυσε τις πιέσεις στις τιμές.

Ιδιαίτερα ευάλωτοι αποδείχθηκαν παραγωγοί σε αγροτικές πολιτείες, όπου οι εμπορικές αντιπαραθέσεις επηρέασαν τις εξαγωγές. Έτσι, ένα μέτρο που είχε παρουσιαστεί ως προστασία της αμερικανικής οικονομίας επιβάρυνε τμήματα της εκλογικής βάσης που ο Τραμπ είχε υποσχεθεί να υπερασπιστεί.

2. Η ακρίβεια που ο Λευκός Οίκος υποτίμησε

Το δεύτερο μεγάλο λάθος, σύμφωνα με την ανάλυση, ήταν η αδυναμία της κυβέρνησης να αντιληφθεί πόσο καθοριστικό είχε γίνει το κόστος ζωής για τους Αμερικανούς.

Ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος ότι θα περιορίσει τον πληθωρισμό και θα αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Ωστόσο, οι τιμές βασικών αγαθών, τα έξοδα στέγασης και οι καθημερινές δαπάνες εξακολούθησαν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Η δυσαρέσκεια αυτή αποτυπώθηκε στην κάλπη. Οι ψηφοφόροι έδιναν μεγαλύτερη σημασία στο κόστος της βενζίνης, των τροφίμων και της κατοικίας παρά στις αναφορές του προέδρου για τις επιδόσεις της Wall Street και την οικονομική «χρυσή εποχή».

Η αντίφαση ανάμεσα στις κυβερνητικές διακηρύξεις και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιζήμια για ένα πολιτικό κίνημα που είχε στηρίξει μεγάλο μέρος της ανόδου του στην υπόσχεση ότι θα υπερασπιστεί τους οικονομικά πιεσμένους Αμερικανούς.

3. Ο πόλεμος στο Ιράν και η υπόσχεση που διαψεύστηκε

Η στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν αποτέλεσε ένα ακόμη σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ. Ο ίδιος είχε οικοδομήσει την εικόνα του ως προέδρου που θα απέφευγε νέες μακροχρόνιες στρατιωτικές περιπέτειες και θα έβαζε τέλος στις δαπανηρές αμερικανικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.

Η σύγκρουση με την Τεχεράνη ήρθε σε αντίθεση με αυτή την υπόσχεση. Η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές, οι κίνδυνοι για τη μεταφορά πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ και η άνοδος των τιμών των καυσίμων μετέτρεψαν την εξωτερική πολιτική σε άμεσο οικονομικό πρόβλημα για εκατομμύρια Αμερικανούς.

Παράλληλα, η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό του MAGA, όπου σημαντικό μέρος των υποστηρικτών του είχε ταυτιστεί με την αντίθεση σε νέες στρατιωτικές επεμβάσεις. Ο Τραμπ και ο Λευκός Οίκος εξακολουθούν να υπερασπίζονται την επιχείρηση ως αναγκαία για να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, όμως το εκλογικό κόστος της αποδείχθηκε δύσκολο να αγνοηθεί.

4. Οι προσωπικές επιλογές υποψηφίων που γύρισαν μπούμερανγκ

Η επιρροή του Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπήρξε καθοριστική και στην επιλογή των υποψηφίων. Η προσωπική αφοσίωση στον πρόεδρο είχε εξελιχθεί σε σημαντικό κριτήριο πολιτικής επιβίωσης, καθώς η υποστήριξή του μπορούσε να καθορίσει την έκβαση των εσωκομματικών αναμετρήσεων.

Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δημιούργησε προβλήματα όταν οι υποψήφιοι χρειάστηκε να διεκδικήσουν την ψήφο ενός ευρύτερου εκλογικού σώματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, η στενή σύνδεσή τους με τον Τραμπ έγινε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι μετέτρεψαν τις εκλογές σε δημοψήφισμα για τη δεύτερη θητεία του.

Οι απώλειες σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά προπύργια ανέδειξαν τα όρια της προσωπικής επιρροής του προέδρου. Παρά τις πολυπληθείς προεκλογικές συγκεντρώσεις του, η δημοτικότητά του δεν μεταφράστηκε αυτομάτως σε ψήφους για τους υποψηφίους που είχε επιλέξει ή στηρίξει.

Το πρόβλημα αυτό αποκαλύπτει και μια βασική αδυναμία του MAGA: την εξάρτηση από την προσωπικότητα του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος δεν μπορεί να βρίσκεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.

5. Από το αντισυστημικό MAGA στην εικόνα μιας κυβέρνησης ελίτ

Το πέμπτο λάθος αφορά την ίδια την πολιτική φυσιογνωμία του τραμπισμού. Το 2016, ο Τραμπ είχε εμφανιστεί ως ο άνθρωπος που θα συγκρουόταν με το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον, εκπροσωπώντας εργαζομένους και πολίτες που αισθάνονταν εγκαταλελειμμένοι από το σύστημα.

Δέκα χρόνια αργότερα, η εικόνα της κυβέρνησής του είχε αλλάξει. Οι στενές σχέσεις με ισχυρούς επιχειρηματίες, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ, ιδίως στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, και οι καταγγελίες για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων τροφοδότησαν ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η κυβέρνηση υπηρετούσε πράγματι τα συμφέροντα των πολιτών.

Παράλληλα, μεγάλα κατασκευαστικά σχέδια στην Ουάσιγκτον, όπως η νέα αίθουσα δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο, έδωσαν στους επικριτές του ένα ακόμη επιχείρημα για την απόσταση ανάμεσα στις προτεραιότητες της προεδρίας και στις ανάγκες των νοικοκυριών.

Η αντίφαση ήταν εμφανής: ένα κίνημα που ξεκίνησε ως εξέγερση απέναντι στις οικονομικές ελίτ βρέθηκε να συνδέεται με μια κυβέρνηση στην οποία κυριαρχούν ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Οι ρωγμές στο οικοδόμημα του MAGA και η επόμενη ημέρα

Οι πέντε παράγοντες που καταγράφουν οι Financial Times συνδέονται με ένα ευρύτερο πρόβλημα: τη σταδιακή αποδυνάμωση της κοινωνικής συμμαχίας που επέτρεψε στον Τραμπ να επικρατήσει το 2016 και να επιστρέψει στον Λευκό Οίκο το 2024.

Εργαζόμενοι χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, κάτοικοι βιομηχανικών περιοχών, τμήματα της ισπανόφωνης κοινότητας και νεότεροι ψηφοφόροι είχαν συμβάλει στην εκλογική του ενίσχυση. Η οικονομική δυσαρέσκεια και οι επιλογές της δεύτερης θητείας φαίνεται πως έπληξαν τη συνοχή αυτής της συμμαχίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες ομάδες εγκαταλείπουν οριστικά τους Ρεπουμπλικανούς.

Η απώλεια του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου περιορίζει πλέον τη δυνατότητα του Τραμπ να προωθήσει τη νομοθετική του ατζέντα. Από τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί θα έχουν τη δυνατότητα να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να διερευνήσουν κυβερνητικές αποφάσεις και δραστηριότητες.

Ο πρόεδρος διατηρεί σημαντικές εξουσίες, ιδίως στην εξωτερική πολιτική, καθώς και το δικαίωμα του βέτο. Ωστόσο, η δυνατότητά του να επιβάλλει τις προτεραιότητές του στο Κογκρέσο θα είναι πλέον πιο περιορισμένη.

Για τους Ρεπουμπλικανούς ανοίγει και ένα βαθύτερο ερώτημα: μπορεί το MAGA να διατηρήσει την εκλογική του δυναμική χωρίς τον ίδιο τον Τραμπ; Με δεδομένο ότι δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία, η συζήτηση για τη διαδοχή του αποκτά νέα σημασία, με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και άλλα στελέχη να καλούνται να διαμορφώσουν την επόμενη ημέρα του κινήματος.

Πηγή: ieidiseis.gr

Financial Times: Τα πέντε λάθη του Τραμπ που γκρέμισαν την πολιτική αυτοκρατορία του