«Χαίρομαι που επέστρεψα για να δείξω στον Άγιαξ και τον άλλο Κουΐνσι».
«Γιατί πήδηξες μπροστά του; Του έσωσες τη ζωή. Θα τον είχα σκοτώσει. Το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι;»
«Χαίρομαι που επέστρεψα για να δείξω στον Άγιαξ και τον άλλο Κουΐνσι».
«Κανείς δεν πρόκειται να κλέψει από την οικογένειά μου. Θα σκοτώσω όποιον πάει να σε κλέψει, όποιον πάει να κλέψει από τη μαμά».
«Χαίρομαι που επέστρεψα για να δείξω στον Άγιαξ και τον άλλο Κουΐνσι».
«Δεν μπόρεσα να σταματήσω τον εαυτό μου, θεία, σε παρακαλώ συγχώρησέ με»
«Χαίρομαι που επέστρεψα για να δείξω στον Άγιαξ και τον άλλο Κουΐνσι».
«Συγχωρείστε με όλοι, δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Σας αγαπάω τόσο πολύ».
«Χαίρομαι που επέστρεψα για να δείξω στον Άγιαξ και τον άλλο Κουΐνσι».
«Είμαι πιστός στη θεία μου. Όποιος αποπειραθεί να την κλέψει θα τον σκοτώσω. Τελεία».
«Χαίρομαι που επέστρεψα για να δείξω στον Άγιαξ και τον άλλο Κουΐνσι».
«Δε με ενδιαφέρει. Αν κάποιος είναι ασεβής ή μιλάει άσχημα για την οικογένειά μας, τότε θα δει ποιος είμαι. Και θα δει την άλλη πλευρά μου, όχι εκείνη του ποδοσφαιριστή».
«Χαίρομαι που επέστρεψα για να δείξω στον Άγιαξ και τον άλλο Κουΐνσι».
«Είναι ευχής έργο ότι δεν κυκλοφορώ πλέον με όπλο γιατί τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα».
Κάποιες φορές θα στο πουν απλά: Μπορείς να βγάζεις το παιδί από τον δρόμο, αλλά δεν μπορείς να βγάλεις το δρόμο από το παιδί… Μην τους πιστέψεις. Και το παιδί μπορεί να βγει από το δρόμο και ο δρόμος μπορεί να βγει από το παιδί. Το πρόβλημα σε αμφότερες τις περιπτώσεις είναι η επιστροφή. Τόσο του παιδιού, όσο και του δρόμου. Ο Κουΐνσι Πρόμες έμοιαζε να τα έχει καταφέρει μια χαρά. Με τα ελαττώματά του, με τα παραστρατήματά του, τα πλημμελήματά του, ακόμα και με την ορισμένες φορές ακραία επιδεικτική συμπεριφορά του. Δεν πείραζε, όμως κανέναν. Μέχρι που γύρισε στο Άμστερνταμ. Κι εκείνο που πίστευε ότι θα είναι το καθαρτήριο της ψυχής του, αποδεικνύεται η καταδίκη της ζωής του. Ξέφυγε την πρώτη φορά… Τη δεύτερη θα έπρεπε να γνωρίζει καλύτερα.
Περπατώντας στο γκέτο…
Η ιστορία είναι γεμάτη κλισέ. Παιδί μεταναστών. Το ένα από τα δύο, χωρίς να υπάρχουν λεπτομέρειες για τον αδερφό του. Σαν μια σκιά που όλοι μπορούν να υποθέσουν ή να φανταστούν ότι κάποια σχέση μπορεί να έχει με τις παράνομες δραστηριότητες, αλλά κανείς προς το παρόν δεν τολμάει να το αναφέρει. Ο πατέρας του δούλευε ως οδηγός λεωφορείου, η μητέρα του σε γραφείο τελετών. Έφτασαν στην Ολλανδία από το Σουρινάμ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και εγκαταστάθηκαν στο Άμστερνταμ. Ο Κουίνσι γεννήθηκε στην διάσημη πρωτεύουσα, η οποία αποτελεί εδώ και χρόνια κορυφαίο ταξιδιωτικό προορισμό. Αρκεί να μην…
Αρκεί να μην τι; Αρκεί να μην βρεθείς κατά λάθος στις απαγορευμένες ζώνες. Στις ζώνες, όπου μεγάλωσαν τα περισσότερα παιδιά μεταναστών, στις ζώνες όπου έπαιζε και μεγάλωσε ο Κουίνσι. «Εκεί δεν υπάρχουν κανόνες. Πρέπει να μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου. Μερικές φορές χρειαζόταν να παλέψω για να λύσω το πρόβλημά μου, ωστόσο ποτέ δεν ψαχνόμουν για καυγά», διηγείται για τα χρόνια του στο Άμστερνταμ, για τα απογεύματά του στο Άμστερνταμ, για τα βράδια του στο Άμστερνταμ. «Κοιτάξτε με λίγο: Δεν έχω ούτε ένα σημάδια. Ήμουν κακό παιδί, ήθελα να δείχνω τη δύναμή μου. Πρέπει να καταλάβετε ότι το να ζεις στο Άμστερνταμ δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται. Πολλές φορές βρέθηκα στο γκέτο και είδα τι συμβαίνει εκεί. Δεν φοβόμουν, αλλά σε πιάνει ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ένα άγχος. Δε θα συμβούλευα κανέναν να πάει εκεί, ειδικά μετά τη δύση του ήλιου, όπου δεκάδες νέοι κυκλοφορούν – ειδικά στο μετρό – ψάχνοντας για προβλήματα».
Η οικογένειά του κατάφερε με κάποιο τρόπο να τον κρατήσει μακριά. Η μητέρα του επέμενε για τη μόρφωσή του, μόρφωση την οποία τιμά με τους στίχους του ο Κουίνσι και την οποία αποδέχεται ως ένα μεγάλο δώρο στο οποίο δε γύρισε την πλάτη του, και ο πατέρας του τον βοήθησε να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Ήταν, άλλωστε, και εκείνο που από παιδί έδειξε την κλίση του ο Πρόμες. «Έπαιζα πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Εκεί έμαθα όλα μου τα κόλπα, στο δρόμο. Πάντα ονειρευόμουν να γίνω ποδοσφαιριστής. Υπάρχουν άνθρωποι που ο προορισμός τους είναι να γίνουν γιατροί, δικηγόροι, πιλότοι ̇ εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να παίζω ποδόσφαιρο. Οι γονείς μου συχνά με έψαχναν, κι εγώ εξαφανιζόμουν στους δρόμους για να παίζω. Ήμουν διαφορετικός στη νιότη μου, τώρα έχω αλλάξει».
Η νιότη του ήταν εκείνη που του στέρησε την πρώτη μεγάλη ευκαιρία στη ζωή του. Ο Άγιαξ είχε εντοπίσει το ταλέντο του νωρίς… Καμία έκπληξη. Ο Κουίνσι ήταν στις ακαδημίες του Αίαντα από την ηλικία των δέκα ετών. Στα 16 τού έδειξαν την πόρτα. Uncoachable, είναι ο σύγχρονος όρος για τέτοιες περιπτώσεις. Απείθαρχος είναι μια πιο γενική έννοια, αν και όχι απολύτως ακριβής. «Είχα μεγάλη γλώσσα. Πάντα έλεγα αυτό που σκεφτόμουν και όχι τη σωστή στιγμή. Παράλληλα, ήμουν αχόρταγος στο γήπεδο, πίστευα ότι παίζω καλύτερα από όλους. Σε όλο τον κόσμο. Μα, θα έπρεπε να είναι έτσι αφού ήμουν στην ακαδημία του Άγιαξ! Από κάποιο σημείο κι έπειτα η συμπεριφορά μου ήταν τόσο ενοχλητική που με έδιωξαν».
Το καμπανάκι ήχησε στα αυτιά του. «Έφυγα από την ακαδημία με ψηλά το κεφάλι. Περήφανος, σκληρός. Και μετά πήγα σπίτι μου και έκλαιγα για δύο μέρες. Ξαφνικά, συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις τίποτα. Δε σε περιμένει το λεωφορείο να σε πάει στην προπόνηση. Έπρεπε να πάρεις το τρένο, αλλά δεν υπήρχαν λεφτά για το τρένο, δεν είχα πουθενά να φάω. Σκέφτηκα να τα παρατήσω και να σταματήσω το ποδόσφαιρο. Όλος ο κόσμος μου κατέρρευσε σε μια μέρα. Ήταν ένα πολύ δύσκολο σταυροδρόμι. Ένα λάθος βήμα και θα βρεθείς στο δρόμο. Εγώ, όμως, είχα ένα όνειρο για το οποίο είχα σκοπό να παλέψω».
Θέλω κότερα, ελικόπτερα…
Στο σταυροδρόμι είχε και πάλι τύχη. Τύχη και οικογένεια. Η μητέρα του τον βοήθησε να πιστέψει ξανά στον εαυτό του. O Έρικ Τεν Χαγκ να νιώσει ξανά ποδοσφαιριστής. Οι Go Ahead Eagles να «φτιάξει» ξανά το όνομά του. Η Τβέντε να νιώσει ότι ένας καλός σύλλογος ενδιαφέρεται για εκείνον και μετά το δανεισμό του, να τον βοηθήσει να τον μάθει η Ευρώπη. Και τον έμαθε. Η Premier League συζητούσε για εκείνον, η Γιουβέντους εξέταζε την απόκτησή του, αλλά τελικά ο προορισμός του ήταν η Ρωσία και η Σπαρτάκ Μόσχας. Ο Κουίνσι Πρόμες θα προχωρούσε να βρει ένα δεύτερο σπίτι για τον ίδιο, αλλά και για την οικογένειά του πλέον.
«Έχω μια όμορφη σύζυγο, έχω τρία παιδιά και πια ξέρω να φερθώ διαφορετικά. Δεν πρόκειται να θάψω τη ζωή μου και το όνειρό μου. Το έκανα, ήδη, μια φορά και κατάφερε να ξεκινήσω εκ νέου από το μηδέν. Έπεσα. Σηκώθηκα. Δε θέλω να πέσω ξανά». Με την Σπαρτάκ έκανε μια αξιόλογη πορεία. Κέρδισε τίτλους, αναδείχθηκε δύο φορές κορυφαίος παίκτης στην Ρωσία, κέντρισε εκ νέου το ενδιαφέρον της Λίβερπουλ και του Γιούργκεν Κλοπ, ενώ στο μεταξύ καθιερωνόταν στην Εθνική Ολλανδίας και ένιωθε τη Μόσχα σπίτι του. Δε σκέφτηκε να φύγει και γιατί να το κάνει; Το παρατσούκλι του είναι «money wolf» και οι στίχοι των τραγουδιών του δε διαφέρουν σε πολλά από τη σύγχρονη τραπ μουσική. Λεφτά, λεφτά, λεφτά. Ένα lifestyle το οποίο διαφημίζει την οικονομική του ευημερία, ένα ντουέτο με τον Μέμφις Ντεπάι, και κάποιες παρέες που δε θες να έχεις στη ζωή σου.
«Το ποδόσφαιρο είναι η ζωή μου και η μουσική είναι ένα χόμπι. Άλλοι ποδοσφαιριστές παίζουν παιχνίδια, άλλοι ψαρεύουν, εγώ έχω τη μουσική. Με βοηθάει ως περισπασμός από την καθημερινότητα. Πολλοί άνθρωποι, ειδικά στην Ολλανδία, λένε «είσαι ποδοσφαιριστής. Παίξε ποδόσφαιρο και σταμάτα να κάνεις βίντεο». Ναι, το καταλαβαίνω, αλλά τι πρέπει να κάνω; Να προπονούμαι 24 ώρες; Είναι τόσο κακό να έχουν οι παίκτες κάποιο άλλο ταλέντο και κάποιο χόμπι».
Το χόμπι δεν ήταν πρόβλημα. Η ραπ μουσική δεν ήταν το πρόβλημα. Οι παρέες του αποδείχθηκε ότι ήταν… Η λίστα των φίλων και συνεργατών του στο Άμστερνταμ αποτελείται από υπόδικους ή ήδη καταδικασμένους μουσικούς. Το περιβάλλον του τον είχε προειδοποιήσει πολλάκις για εκείνους. Ως εκατομμυριούχος ποδοσφαιριστής θα ήταν σώφρον να μείνει μακριά από εγκληματίες ράπερ, γιατί θα μπλέξει. Ο Κουίνσι Πρόμες δεν το έβλεπε έτσι. Δεν ήθελε να ακούσει. Δεν ήταν/δεν είναι πια 16 ετών. Γύρισε στην Ολλανδία και στο Άμστερνταμ για να δείξει ότι είναι διαφορετικός. Θα έπρεπε, όμως, να θυμάται…
Η ζωή στο Άμστερνταμ δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται…
Μια λάθος απόφαση και καταλήγεις στο δρόμο. Ή στη φυλακή…