MENU

Κάθε ομάδα κάνει τον κύκλο της: κάποια στιγμή φτάνει στην ακμή της, ξεπερνά τον εαυτό της, πετυχαίνει τους στόχους της και καταγράφει επιτεύγματα που μένουν στην ιστορία. Στη συνέχεια, όμως, ακολουθεί η παρακμή. Λάθη και αστοχίες, ή απλώς, η υποχώρηση του ταλέντου σε σχέση με τον ανταγωνισμό οδηγούν σε αποτυχίες, αποκλεισμούς και εσωστρέφεια.

Η «χρυσή» δεκαετία

Για την Εθνική Ελλάδος η περίοδος της ακμής ήταν η εποχή του Ότο Ρεχάγκελ. Μπορεί το αποκορύφωμα να ήταν η κατάκτηση του Euro 2004, αλλά τόσο πριν όσο και μετά, η Εθνική μας αποδείκνυε σε κάθε παιχνίδι την αγωνιστική της άνοδο, καταφέρνοντας θετικά αποτελέσματα και εξασφαλίζοντας με συνέπεια συμμετοχές σε τελικές φάσεις μεγάλων διοργανώσεων.

Ο Ότο Ρεχάγκελ κάθισε στον πάγκο της Εθνικής Ομάδας για περίπου εννέα χρόνια, συμμετέχοντας συνολικά σε 106 παιχνίδια με ρεκόρ 53-23-30. Κέρδισε, δηλαδή, το 50% των αγώνων, με ένα σημαντικό μέρος αυτών, μάλιστα, να είναι παιχνίδια στο ανώτερο επίπεδο των τελικών διοργανώσεων.

Τα χρόνια της ακμής του ελληνικού ποδοσφαίρου παρατάθηκαν όταν ο Φερνάντο Σάντος διαδέχτηκε στον πάγκο της Εθνικής τον Ότο Ρεχάγκελ. Το σερί συμμετοχών σε τελικές διοργανώσεις συνεχίστηκε με το Euro 2012, και το Μουντιάλ 2014. Εκεί, μάλιστα, η Ελλάδα δεν αρκέστηκε σε απλή συμμετοχή, αλλά κατάφερε να διακριθεί και να προκριθεί στα νοκ άουτ των δυο διοργανώσεων.

Ο Πορτογάλος παρέμεινε στον πάγκο της Εθνικής για 4 περίπου χρόνια, οδήγησε την Ελλάδα σε δυο τελικές διοργανώσεις, έχοντας συνολικό ρεκόρ 49 αγώνων, με 26 νίκες, 17 ισοπαλίες, 6 ήττες, και 1,94 βαθμούς ανά αγώνα.

Η δεκαετία της παρακμής

Μετά από μια «χρυσή» δεκαετία (2004-2014) με τρεις συμμετοχές σε Euro (2004, 2008, 2012) και δύο συμμετοχές σε Μουντιάλ (2010, 2014), η ομάδα έκλεισε τον κύκλο της. Οι δυο μεγάλοι προπονητές (Ρεχάγκελ, Σάντος) αποχώρησαν και ακολούθησε μια δύσκολη δεκαετία (2014-2024) γεμάτη αποτυχίες και προπονητές (Ρανιέρι, Μαρκαριάν, Αναστασιάδης) που δεν μπόρεσαν να επαναφέρουν την Εθνική στα προηγούμενα στάνταρ.

Η Εθνική Ελλάδος όχι μόνο αποκλείστηκε από όλες τις προκριματικές διαδικασίες των μεγάλων διοργανώσεων (Euro 2016, 2020, 2024 και Μουντιάλ 2018, 2022), όχι μόνο κατρακύλησε στην βαθμολογία της FIFA. Παράλληλα, έχασε την ευκαιρία διάκρισης στη νέα διοργάνωσης που δημιούργησε η UEFA για να αντικαταστήσει τα αδιάφορα φιλικά: το Nations League.

Στις δύο πρώτες διοργανώσεις (2018-2019 και 2020-2021), τόσο ο Μίχαελ Σκίμπε όσο και ο Τζον φαν ΄τ Σχιπ δεν κατάφεραν να ξεκολλήσουν την Ελλάδα από την τρίτη κατηγορία (League C) μένοντας πίσω ακόμα και από τις μικρομεσαίες εθνικές του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Με μόλις 11 νίκες, ποσοστό νικών κάτω από 40% και 1,6 βαθμούς ανά επίσημο αγώνα, οι δύο προπονητές με την μακροβιότερη παραμονή στον πάγκο της Εθνικής μετά τον Σάντος, δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος.

Μια πρώτη ελπίδα ανάκαμψης έφερε ο Γκουστάβο Πογέτ. Ο Ουρουγουανός προπονητής ξεκίνησε δυναμικά και κατάφερε να ανεβάσει την Εθνική στην δεύτερη κατηγορία (League B) του Nations League. Ακολούθησαν τα προκριματικά του Euro 2024, όπου ο στόχος της πρόκρισης απέναντι σε Γαλλία και Ολλανδία ήταν εξαρχής ιδιαίτερα δύσκολος. Η Ελλάδα, ωστόσο, μέσα από καλές εμφανίσεις και εξαργυρώνοντας την πορεία στο Nations League, έφτασε μια ανάσα από την τελική φάση.

Εκεί όμως γνώρισε έναν οδυνηρό αποκλεισμό από τη Γεωργία, η οποία πέτυχε τότε την πρώτη πρόκριση στην ιστορία της σε τελική φάση μεγάλης διοργάνωσης. Έτσι έληξε άδοξα η θητεία του Πογέτ στον πάγκο της Εθνικής Ελλάδος, μετά από 22 αγώνες, 12 νίκες και 1,82 βαθμούς ανά αγώνα.

Σε τροχιά επαναφοράς

Το καλοκαίρι του 2024 η σκυτάλη πέρασε στον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Ο Σέρβος προπονητής βρέθηκε μπροστά στην πρόκληση της ανώτερης κατηγορίας στο Nations League (League B), αλλά με σύμμαχο την ταλαντούχα γενιά των Ελλήνων ποδοσφαιριστών, πέτυχε πέντε νίκες σε έξι αγώνες και κέρδισε με την πρώτη την άνοδο στην πρώτη κατηγορία της διοργάνωσης (LeagueA), μέσω των πλέιοφ.

Παρά το θετικό ξεκίνημα, ούτε ο νέος προπονητής κατάφερε να πετύχει την πρόκριση στο Μουντιάλ του 2026. Ωστόσο, η συνολική εικόνα της τελευταίας διετίας, το εκρηκτικό ξεκίνημα της Εθνικής στη League A του Nations League και οι στατιστικές επιδόσεις δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια πιο αισιόδοξη συνέχεια για την Ελλάδα.

Συνολικά, ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς έχει διευθύνει την Εθνική Ελλάδος σε 22 ματς, με 12 νίκες και 1,77 βαθμούς ανά αγώνα.

Η σύγκριση των αποτελεσμάτων των 6 προπονητών που ξεπέρασαν τους 20 αγώνες με την Εθνική:

προπονητής

αγώνες

νίκες

% νικών

Βαθμοί
/αγώνα

Τελικές φάσεις

Ρεχάγκελ

106

53

50%

1,72

3

Σάντος

49

26

53%

1,94

2

Σκίμπε

27

11

41%

1,41

NL C

φαν ΄τ Σχιπ

26

11

42%

1,62

NL C

Πογέτ

22

12

55%

1,82

NL C

Γιοβάνοβιτς

22

12

55%

1,77

NL B / NL A

Η επιτυχία των Ρεχάγκελ και Σάντος αποτυπώνεται τόσο στη διάρκεια όσο και στην ποιότητα των δεδομένων. Η διατήρηση των ποιοτικών δεικτών -ποσοστό νικών και βαθμοί ανά αγώνα- σε υψηλά επίπεδα, παρά την αυξημένη δυσκολία λόγω της συμμετοχής σε τελικές φάσεις, δείχνει τη δυναμική της Εθνικής Ελλάδος στη δεκαετία 2004-2014.

Αντίθετα, οι αριθμοί των Σκίμπε και Σχιπ υπογραμμίζουν την πτώση του επιπέδου, καθώς αν και σε χαμηλότερης δυσκολίας παιχνίδια οι επιδόσεις τους ήταν χαμηλότερες από εκείνες των προκατόχων τους.

Βελτίωση και αναστροφή της κατάστασης δείχνουν οι στατιστικές επιδόσεις του Πογέτ, με αύξηση του ποσοστού των νικών και των βαθμών ανά αγώνα, αν και σε παρόμοιο χαμηλό επίπεδο αγώνων.

Ο Γιοβάνοβιτς συνεχίζει και επαναλαμβάνει, σχεδόν σε απόλυτο βαθμό, τα αποτελέσματα του Πογέτ, μόνο που τα αποτελέσματα αυτά προέρχονται πλέον από αγώνες Nations League μεγαλύτερης δυσκολίας, και αντιστοιχούν στο επίπεδο των μεγάλων διοργανώσεων (top16).

Μπορεί, λοιπόν, η πρώτη απόπειρα στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου να ήταν αποτυχημένη, όμως η συνολική εικόνα και τα στατιστικά δεδομένα της θητείας του Γιοβάνοβιτς καταγράφουν μια σαφή βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο και δημιουργούν προσδοκίες για επιστροφή της Ελλάδας στην ελίτ των εθνικών ομάδων.

Η Εθνική σε τροχιά επαναφοράς: Τι δείχνουν οι αριθμοί