Όταν ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς το 1992 σκαρφάλωνε δυο-δυο τα σκαλιά για να αγκαλιάσει τον Άζα Νίκολιτς στο Αμπντί Ιπεκτσί της Κωνσταντινούπολης, ο Κώστας Σλούκας ήταν δυο ετών. Ο ρούκι κόουτς Ζοτς μόλις είχε κατακτήσει την πρώτη του Ευρωλίγκα με την Παρτιζάν σε εκείνον το συγκλονιστικό τελικό εναντίον της Χουβεντούδ Μπανταλόνα του Ζόρντι Βιγιακάμπα και των αδερφών Γιοφρέσα.
Φαινόταν από πολύ νωρίς ότι ο Ομπράντοβιτς κάποια μέρα θα γινόταν προπονητής. Ο Νίκολιτς, πατριάρχης του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, τον είχε σαν παιδί του, ο Ίβκοβιτς αν και της σχολής Ζεράβιτσα, διέκρινε αμέσως το ταλέντο στο διάβασμα του παιχνιδιού. «Η σχολή των πλάβι είναι πάντα έγκυος και γεννά δασκάλους», όπως είπε και κάποτε ο Μόκα Σλάβνιτς.
Ο Ζέλικο δεν φόρεσε άλλη φανέλα, δεν έκατσε σε άλλον πάγκο στην πατρίδα, του έδωσαν απ’ ευθείας το δαχτυλίδι του «επόμενου κορυφαίου» και από τότε δεν το ξανάβγαλε ποτέ. Αμφισβητήθηκε για καιρό ο Ζέλικο, στα μέρη μας τον έλεγαν «Γκαστόνε», προϊόν της σερβικής μαφίας που καταδυνάστευε το μπάσκετ, μέχρι που διέλυσε οποιαδήποτε κριτική κατακτώντας τα πάντα απ’ όπου κι αν πέρασε.
Δεν ήταν ποτέ πολύ μεγάλος παίκτης ο Ζέλικο, ανέβηκε όμως στο Κιλιμάντζαρο ως προπονητής γιατί εκείνο που μετράει στο τέλος είναι η προσωπικότητα. Το ξεπλήρωσε το «γραμμάτιο» της αμφισβήτησης, όταν ως προπονητής της ίδιας Μπανταλόνα που είχε «σκότωσει» στην Πόλη, έκανε το επόμενο μικρό θαύμα στο Τελ Αβίβ. Ναι, καλά θυμάστε, σε εκείνον τον αλησμόνητο τελικό που και πάλι ως αουτσάιντερ, «σκότωσε» τον Ολυμπιακό με το τρίποντο του Κόρνι Τόμπσον εκμεταλλευόμενος το «μπλακ άουτ» της ομάδας του Ιωαννίδη στο τελευταίο οκτάλεπτο.
Το επανέλαβε και στη Ρεάλ -σαν φαβορί πια- το 1995, με Σαμπόνις και Αρλάουκας στην πεντάδα, ξανά κόντρα στον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη. Στα 35 του ήταν ήδη τρις πρωταθλητής Ευρώπης σαν προπονητής, ένα επίτευγμα απίστευτο, δυσθεώρητο, απίθανο στις μέρες μας. Ό,τι έπιανε ο Σέρβος γινόταν χρυσός, μετά τη Ρεάλ και τη Μπενετόν και παράλληλα με την εθνική ομάδα, ήρθε το u-turn της καριέρας του.
Με τον Παναθηναϊκό έγινε κάτι παραπάνω από Μίδας του ευρωπαϊκού μπάσκετ, έσπασε κάθε ρεκόρ παραμονής ξένου προπονητή σε πάγκο της Α1 και απέκτησε μια σχέση που όμοιά της δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξει με τον κόσμο του τριφυλλιού. Και προσοχή, η αρχή δεν ήταν εύκολη. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το πιο «τρελό» και παλικαρίσιο κύπελλο Πρωταθλητριών στην ιστορία του Παναθηναϊκού, εκείνο στο Παλαμαλαγκούτι απέναντι σε μια Κίντερ βγαλμένη από το ΝΒΑ. Ήταν το δεύτερο για τον Ζοτς στον πράσινο πάγκο, είχε προηγηθεί εκείνο του 2000 στη Θεσσαλονίκη, το «εντός έδρας» όπως έλεγαν οι λογής έξυπνοι.
Πολλοί ξεχνούν επιμελώς εκείνο το κύπελλο στη Μπολόνια, αλλά αυτό έκανε την ειδοποιό διαφορά για την καριέρα του Ζέλικο. Χρήματα πολλά δεν είχε, η πλούσια ήταν η Κίντερ. Ο Ομπράντοβιτς όμως μεγάλωσε στην Παρτιζάν που χρήματα δεν έδινε ποτέ, ειδικά εκείνα τα χρόνια που έπαιζε ο Ζέλικο και το μπάσκετ «αναπτυσσόταν». Η Παρτιζάν είναι η μοναδική ίσως ομάδα του πλανήτη που τότε έκανε τους πάντες να νιώθουν υποχρεωμένοι που τους γαλούχησε, που τους αγκάλιασε και τους έπλασε μπασκετικά.
Ήταν τόση η μπασκετική σοφία συσσωρευμένη σε αυτό το «σχολείο» που ακόμη και σήμερα, μετά από 40 χρόνια, ο – τεράστιος πια – Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς, αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν θα φτάσει σε εκείνο το επίπεδο. "Η Παρτιζάν είναι η Σορβόννη του μπάσκετ", είχε πει κάποτε σε μια ομιλία του στο Βένετο, λίγους μήνες πριν υπογράψει στον Παναθηναϊκό και αλλάξει τον ρου της ιστορίας.
Ο Ζοτς έφυγε από τον Παναθηναϊκό έχοντας κατακτήσει 5 Ευρωλίγκες, 11 Πρωταθλήματα, 7 Κύπελλα, δύο ακόμα triple crown (2007, 2009) στην καριέρα του μετά από εκείνο το απίστευτο του 1992 με την Παρτιζάν. Στη σύγχρονη εποχή, στο σύγχρονο μπάσκετ, αυτό που πέτυχε ο Ομπράντοβιτς στον Παναθηναϊκό, στο συγκεκριμένο περιβάλλον του Παναθηναϊκού της οικογένειας Γιαννακόπουλου, δεν μπορεί να ξαναγίνει ή θα περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να ξαναγίνει.
Δεν είναι ούτε η λατρεία του κόσμου, ούτε η παγκόσμια αναγνώριση, ούτε η είσοδος του Παναθηναϊκού στο κλειστό club των μεγαλύτερων μπασκετικών συλλόγων όλων των εποχών στην Ευρώπη, μαζί με τη Ρεάλ, την Ίνις Βαρέζε, την ΤΣΣΚΑ. Είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί η χημεία του «μελιτζανί» Ομπράντοβιτς με το dna του Παναθηναϊκού, μια αμφίδρομη σχέση αλληλοσεβασμού και εν τέλει αγάπης.
Γιατί ο Ζοτς, παρότι πολύ δύσκολος άνθρωπος, τον Παναθηναϊκό τον αγάπησε πραγματικά. Αν η Παρτιζάν είναι η μάνα του, ο Παναθηναϊκός είναι η γυναίκα του. Για τέτοιου επιπέδου σχέσεις μιλάμε. Έκανε τον πάγκο του Παναθηναϊκού θρόνο, σε βαθμό που μόνο ένας άνθρωπος με παρόμοια χαρακτηριστικά και τόσο έντονη προσωπικότητα θα μπορούσε να τον διαδεχθεί.
Δεν μετράει τόσο η μαεστρία στους πάγκους όσο η προσωπικότητα. Και η προσωπικότητα δεν είναι επίκτητη, ρωτήστε και τον Πεδουλάκη, τον Ιβάνοβιτς, τον Τζόρτζεβιτς, τον Πασκουάλ, ακόμα και τον Φράγκι που κάθισε σε αυτόν τον...μελιτζανί πάγκο του τριφυλλιού, πόσο δύσκολο είναι να κρέμεται από πάνω σου η δαμόκλειος σπάθη της κληρονομιάς του Ομπράντοβιτς.
Εκτιμώ ότι μόνο ο Πιτίνο έχει το ειδικό βάρος και μπορεί να σηκώσει αυτήν την τόσο βαριά κληρονομία μιας ομάδας που εξελίχθηκε στην πιο επιτυχημένη στον ελληνικό αθλητισμό. Ναι, ο Παναθηναϊκός έχει αλλάξει, δεν είναι όμως ίδιος και ο Ομπράντοβιτς. Μπορεί να είναι θορυβώδης και χαώδης όπως η Κωνσταντινούπολη, ξέρει όμως πάρα πολύ καλά ότι με το ΝΒΑ να έχει απλώσει για τα καλά τα δίχτυα του στην Ευρώπη, παίκτες όπως ο Κώστας Σλούκας είναι πολυτέλεια.
Γιατί το μωρό του 1992 μεγάλωσε, έπαιξε κι αυτό μπάσκετ στο Μέγα Αλέξανδρο και μετά στον Μαντουλίδη και μετά πρόλαβε να ζήσει ένα μικρό παραμύθι με τον Ολυμπιακό κατακτώντας τις δυο back2back ευρωλίγκες. Εκεί τον πρόσεξε ο Ζοτς, εκεί αποφάσισε ότι είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο για το πρότζεκτ Φενέρ. Όταν είδα να χορεύουν εκατομμύρια γύρω του, ήμουν βέβαιος ότι στην τελική απόφαση δεν θα παίξουν ρόλο μόνο τα χρήματα. Το πρωτεύον δεν ήταν καν το περιβάλλον, διότι είναι βέβαιο πως η Βαρκελώνη ή η Αθήνα είναι απείρως πιο ελκυστικοί προορισμοί από το άντρο του Ερντοάν.
Ειλικρινά θεωρεί κανείς ότι εάν δεν ήταν προπονητής στη Φενέρ ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, υπήρχε περίπτωση να αγωνίζεται ο Κώστας Σλούκας στην Ülker Sports Arena; Τα 6 εκατομμύρια του Αλί Κοτς σίγουρα είναι πρόσθετος και σοβαρότατος λόγος παραμονής, το μείζον όμως είναι η αφοσίωση στον επόμενο σοφό του γιουγκοσλαβικού -και κατά συνέπεια του ευρωπαϊκού- μπάσκετ. Μετά τον Νίκολιτς, τον Ζεράβιτσα, τον Μάλκοβιτς, τον Ίβκοβιτς, ο Ζέλικο είναι ο «σοφός», το σημείο αναφοράς, η εμβληματική φιγούρα. Δεν συγκρίνω τα ιερά τέρατα, απλώς παρατίθεται η πραγματικότητα.
Ίσως εάν ο Ολυμπιακός δεν είχε τη ρετσινιά με τις καθυστερήσεις πληρωμών, ίσως εάν το περιβάλλον έβγαινε προς τα έξω λίγο πιο ασφαλές και εξέλειπαν οι παλινωδίες, ο Σλούκας να είχε βάλει παράμετρο στην εξίσωση την επιστροφή με δέλεαρ τη φυσική διαδοχή του Σπανούλη. Είμαι βέβαιος ότι όλα πέρασαν από το μυαλό του, όλα τα ζύγισε και τα συζήτησε με τους ανθρώπους που εμπιστεύεται, στο τέλος όμως κέρδισε στο ζύγι ο Ομπράντοβιτς.