Ήταν ένα έργο τέχνης. Ένα έργο τέχνης μικρού μήκους, μόλις 57 δευτερολέπτων.
Ένα μονόπρακτο σε μία άδεια αρένα με καταπράσινα καθίσματα.
Εκείνος, με το αριστερό χέρι μπανταρισμένο, λαβωμένος, τραυματισμένος, μόνος, απόλυτα μόνος.
Μόνος απέναντι σε όλους.
Όπως πάντοτε.
Κι όταν η κάμερα άρχισε να απομακρύνεται, να απομακρύνεται, να απομακρύνεται, ώστε να δείξει την ασημαντότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στο χαοτικό σύμπαν, η ατμοσφαιρική μουσική αντικαταστάθηκε από ένα ακαταλαβίστικο βουητό.
Μία χάβρα Ιουδαίων.
Προσεκτικά επιλεγμένες δημοσιογραφικές φράσεις κριτικής προς το πρόσωπο του σε διάφορες γλώσσες, στα αγγλικά, τα τουρκικά, τα ελληνικά, μονταρισμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε να παράγουν θόρυβο και τίποτα άλλο.
Ένα έργο τέχνης.
Καλώς ήρθατε στον δυσνόητο, ακαταλαβίστικο, περίπλοκο κόσμο του Νάιτζελ.
Με το Χέις γεννήθηκε.
Το Ντέιβις το επέλεξε.
“Μέσα από αυτή τη διαδρομή, τη διαδικασία της ωρίμανσης και την κατανόηση των πραγμάτων, βλέποντας τι έκανε εκείνος, μπόρεσα να εκτιμήσω ακόμη πιο βαθιά τον πατριό μου, τον Άλμπερτ Ντέιβις.
Παντρεύτηκε τη μητέρα μου, μια διαζευγμένη γυναίκα με τέσσερα παιδιά, και φρόντισε τόσο εκείνη όσο και εμάς τους υπόλοιπους σαν να ήμασταν δικά του παιδιά.
Χωρίς αυτόν, δεν θα βρισκόμουν εδώ. Είναι ένας τρόπος να του αποδώσω τιμή: ο κόσμος βλέπει το όνομα μου στα ΜΜΕ και στο μπάσκετ, οπότε θέλω να βλέπουν και το επώνυμο του, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσα να βρίσκομαι εδώ.
Σε όποιον με ρωτάει "Γιατί άλλαξες το επώνυμό σου;" λέω πάντα το ίδιο: επειδή ο πατριός μου είναι ο σπουδαιότερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ!”.
Μπήκε στην ζωή του, όταν ήταν 5 ή 6 ετών. Και δεν βγήκε ποτέ από αυτή. Η επιρροή του βρίσκεται ακόμα και σε αυτό το βίντεο στο άδειο ΟΑΚΑ.
“Μεγαλώνοντας βλέπαμε μαζί παιχνίδια του ΝΒΑ και σχεδόν με υποχρέωνε να ακούω κάθε ατάκα των σχολιαστών. Ήθελε να είναι σίγουρος ότι δεν βλέπω απλώς το παιχνίδι. Το παρακολουθώ. Το μαθαίνω.
Μου εξηγούσε γιατί γίνεται αυτό. Γιατί γίνεται εκείνο. Αυτή η διδακτική διαδικασία με βοήθησε να βρεθώ εδώ που είμαι σήμερα”.
Ο Νάιτζελ παρατηρεί τα πάντα. Επεξεργάζεται τα πάντα. Ακούει, διαβάζει, θυμάται τα πάντα.
Το μίσος, η αμφισβήτηση, η απαξίωση, η κριτική, μεταβολίζεται σε κίνητρο.
Κι αυτό είναι το καύσιμο του. Η αναπνοή του. Η κινητήριος δύναμη του.
Η αθλητική περσόνα που έφτιαξε τρέφεται από το hate speech, κι όταν δεν υπάρχει φροντίζει να το δημιουργεί.
Επιλέγει σκόπιμα τον ρόλο του villain, του περίεργου, του παράξενου, νιώθει πολύ πιο οικεία στον ρόλο του κακού, παρά σε αυτόν του καλού.
Του δημιουργεί την υποχρέωση να αποδείξει. Το κίνητρο για να γίνει καλύτερος. Την λύσσα για να απαντήσει.
Μία mamba mentality που υιοθέτησε, μελετώντας βαθιά όλη την καριέρα και την κοσμοθεωρία του Κόμπε Μπράιαντ.
Εκείνες τις τρεις εβδομάδες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισίου του 2024 τις αποκαλεί “τις καλύτερες της ζωής του”.
Δεν ταξίδεψε πουθενά, όπως συνηθίζει.
Αντιθέτως, ήταν μαντρωμένος στα ξενοδοχεία, μα μοιραζόταν τα ίδια αποδυτήρια και το ίδιο παρκέ με θρύλους του ΝΒΑ, ήταν ο 13ος παίκτης στην Team USA.
Μία μοναδική ευκαιρία να κάνει αυτό που κάνει κάθε μέρα. Να μάθει. Κι αν δεν ρωτήσεις δεν θα μάθεις ποτέ. Κι ας γίνεις ενοχλητικός.
Συγχρωτιζόταν κάθε μέρα με τύπους όπως ο Λεμπρόν Τζέιμς, ο Στεφ Κάρι, o Κέβιν Ντουράντ και πολλές από τις ερωτήσεις του ήταν αλλόκοτες: “Τι τρως για πρωινό; Πως βάζεις τις κάλτσες σου; Πως δένεις τα πόδια σου; Πόση ώρα πριν το τζάμπολ βγαίνεις για προθέρμανση; Χρησιμοποιείς ξυπνητήρι; Τι ήχο έχεις;”.
Μία ασταμάτητη προσπάθεια να μάθει τι κάνει αυτούς τους 12 τύπους τόσο ξεχωριστούς.
Τι τους έφερε ως εδώ.
Ο Νάιτζελ είναι αυτό το πράγμα. Ένας εμπειριών συλλέκτης. Κάποιος που θα σκαλίσει τα πάντα για να μάθει το οτιδήποτε.
Τα ταξίδια είναι ένα μέρος της φιλομάθειας του για την ιστορία, τον πολιτισμό, τις τέχνες, τις γλώσσες, τις θρησκείες, για τα πάντα.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε μερικούς μήνες μιλάει ήδη κάποια ελληνικά.
Καταλαβαίνει πολύ καλά αν του μιλήσεις τουρκικά.
Ο Τάρικ Μπιμπέροβιτς, εξομολογήθηκε πως όσο ήταν συμπαίκτες στην Φενέρ, ακολούθησε μαζί του το ραμαζάνι, παρότι δεν είναι Μουσουλμάνος, σε μία προσπάθεια βαθιάς θρησκευτικής αναζήτησης.
Για να τιμήσει τα 50ά γενέθλια της μητέρας του κάθισε και έμαθε στο πιάνο μία σονάτα του Μπετόβεν.
I had to do something special for my mother to celebrate her 50th birthday. So I taught myself Beethoven's Moonlight Sonata to play for her. https://t.co/F6TJuY77Ed
— Nigel Hayes-Davis (@NIGEL_HAYES) October 24, 2017
Έμαθε scuba diving, έδωσε παράσταση ταχυδακτυλουργικών, μαθαίνοντας τρικ που κάνουν οι μάγοι.
Διότι στο μυαλό του είναι χαραγμένη μία ατάκα του Γουίλ Σμιθ στην ταινία το “Κυνήγι της ευτυχίας”, όπου ένας πατέρας παλεύει με τον γιο του να ξεφύγει από την ακραία φτώχεια: “Μην αφήσεις κανέναν να σε πείσει ότι δεν μπορείς”.
Ολόκληρη η μπασκετική του καριέρα ήταν μία προσπάθεια να μην αφήσει κανέναν να τον πείσει ότι δεν μπορεί.
Τελείωσε την κολλεγιακή του καριέρα ως ένας κακός σουτέρ και ως ένας μέτριος σκόρερ. Δεν έγινε ποτέ draft στο NBA.
Κι όταν πήγε εκεί μετά από 9 χρόνια, πήγε ως ο μοναδικός παίκτης της Euroleague που σκόραρε 50 πόντους σε ένα παιχνίδι. Και με 9 τρίποντα. Αυτός ο κακός σκόρερ και ο άθλιος σουτέρ!
Κι όταν το όνειρο του NBA έγινε πραγματικότητα, αυτός ο MVP του Final-4 πήγε ως ο ταπεινότερος όλων. Το πρώτο πράγμα που αγόρασε στο νέο του σπίτι ήταν… μία καρέκλα: “για να μην τρώω όρθιος”, όπως είπε με υπερηφάνεια.
Κι όταν εγκαταστάθηκε στο Φίνιξ, ξεκίνησε πάλι την ρουτίνα που τον έφερε ως εκεί -απλώς τώρα δεν χρειαζόταν να κουβαλάει, μπάλες, σάκους και διχτάκι, όπως έκανε μικρός.
Αυτός άνοιγε το γυμναστήριο των Σανς στις 4:15 το πρωί για να κάνει σουτάκια. Ο ρούκι βοηθός προπονητή Τζόρνταν Οτ έφτανε στις 5. Ο προπονητής ατομικής βελτίωσης Ματίν Κλιβς τους συναντούσε στις 6.
Οι τρεις τους έφτιαξαν ένα ιδιότυπο breakfast club, έκαναν προπόνηση πριν από την πρωινή προπόνηση των Σανς.
Πιθανώς, ο NHD να ήταν κι εκεί με πυτζάμες, όπως έκανε πρόσφατα στο ΟΑΚΑ, για να περάσει ένα δικό του ιδιότυπο μήνυμα αφοσίωσης και προσήλωσης στο μπάσκετ.
Οι Σανς δεν το εκτίμησαν αυτό. Κι όταν τον αποδέσμευσαν, “έβαλαν το τελευταίο καρφί στο φέρετρο και είπαν το τελευταίο αντίο σε μία ζωή που δεν υπάρχει πια”, όπως ο ίδιος εξομολογήθηκε σε εκείνο το έργο τέχνης των 57 δευτερολέπτων.
Ταυτόχρονα του έδωσαν ένα νέο λυσσασμένο κίνητρο για το υπόλοιπο της καριέρας του. Του χάρισαν το βούτυρο για να αλείψει στο ψωμί του.
Ο Νάιτζελ Χέις-Ντέιβις μας συστήθηκε σε εκείνο το Final-4 του Κυπέλλου, κρατώντας μία περίεργη, ρετρό κάμερα για να απαθανατίσει κάθε στιγμή. Ένας σεσημασμένος content creator, που όμως δεν το κάνει ούτε για τον ίδιο, ούτε για τους followers, μα για τα παιδιά και τα εγγόνια που ονειρεύεται να αξιωθεί να αποκτήσει κάποτε: “για να έχουν εικόνα για το ποιος υπήρξε κάποτε ο μπαμπάς τους”.
Είναι οι εικόνες που δεν είχε από τους δικούς του παππούδες που δεν γνώρισε ποτέ. Η δική του περπατησιά στη γη μοιάζει να είναι μία στάση ευθύνης, ώστε οι απόγονοι του να περπατάνε με το κούτελο καθαρό σε ότι αφορά το όνομα του.
Μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα να αγαπηθεί από τα παιδιά του, επιτρέπει να αγαπηθεί μόνο από την μητέρα του, τα αδέρφια του, τον πατριό του. Από κανέναν άλλον. Ούτε καν από τους οπαδούς της νυν ομάδας του: “Ο άνθρωπος που σώζεται από τον έπαινο, μπορεί επίσης να σκοτωθεί από την κριτική. Οι οπαδοί, όπως είδα την περσινή σεζόν, όταν κερδίζεις είσαι ήρωας, όταν χάνεις είσαι οτιδήποτε άλλο.”.
Σε κάθε του δημόσια τοποθέτηση, οι φράσεις του μοιάζουν με χρησμούς. Οι λέξεις που επιλέγει για να εξωτερικεύσει τα δικά του νοήματα είναι σπάνιες, δύσκολες, λογοτεχνικές.
Δεν ζητά να γίνει κατανοητός, αποδεκτός ή αρεστός. Δεν ψάχνει για φίλους, αντιθέτως επιδιώκει να κάνει εχθρούς.
Το μόνο σίγουρο είναι πως η αυριανή μέρα θα τον βρει με την ίδια ρουτίνα.
Διότι, όπως λέει και ο ίδιος: You can either find excuses or find a way.
Μπορείς είτε να ψάξεις να βρεις δικαιολογίες είτε έναν τρόπο…