Διαλέξτε εσείς το τραγούδι. Bruce Springsteen είναι αυτός, ο καθένας θα σίγουρα μια δική του επιλογή να κάνει, οπότε γιατί να την περιορίσουμε; Ο Λίο θα είναι υπεύθυνος για τη βενζίνη. Δεν το ξέρει ακόμα, αλλά αργότερα από την αφετηρία της διήγησής μας, κάπου στα χρόνια του κολεγίου του Άντι θα πληρώνει κοντά στα 80.000 δολάρια σε βενζίνη για να παρακολουθεί το γιο του να ακολουθεί την κληρονομιά του. Περίπου τέσσερις ώρες και 400 χιλιόμετρα πήγαινε και άλλα τόσα έλα για να είναι στις πορτοκαλί κερκίδες όσο πιο συχνά μπορεί. Δεν είναι ακόμα αυτή η ώρα, όμως. Τώρα, ο μπαμπάς παίζει και ο μικρός Άντι αφήνει τα δύο του αδέρφια να βλέπουν τηλεόραση και κυνηγάει από πίσω τον μπαμπά.
«Όπου και να πήγαινε όταν ήμουν μικρός, πήγαινα μαζί του. Σε κάθε γήπεδο, σε κάθε αρένα», θυμάται ο Άντι Ράουτινς, ο οποίος τα καλοκαίρι ακολουθούσε τον πατέρα του στα βόρεια της Νέας Υόρκης και στα νότια του Οντάριο. Δεν είναι τόσο μακριά όσο ακούγονται, παρότι μιλάμε για διαφορετικές χώρες. «Νομίζω πως τότε γεννήθηκε το πάθος μου για το παιχνίδι. Μπαίναμε στην Πόρσε, ρίχναμε ένα cd του «αφεντικού» (σ.σ. παρατσούκλι του Σπρίνγκστιν) και απλώς διασχίζαμε τους δρόμους. Στα καμπ, όποτε είχα την ευκαιρία έβγαινα στο γήπεδο και έκανα σουτ. Υποθέτω ότι απολάμβανα την προσοχή».
Εκεί που απολάμβανε ο Άντι Ράουτινς ήταν το μπάσκετ. Ακόμα κι αν ήταν σε βιντεοκασέτα ή σε DVD. «Παρακολουθούσε κάθε μέρα το «Red on Roundball», μια σειρά για τα βασικά του μπάσκετ από τον θρυλικό Ρεντ Άουερμπακ. Μιλάμε για έξι ώρες την ημέρα και ήταν ακόμα τριών ετών», υπερθεματίζει ο πατέρας του, για τον οποίο είναι μια καλή στιγμή να μιλήσουμε. Ο Λίο Ράουτινς ήταν σταρ στο περίφημο κολέγιο Syracuse από το 1980 ως το 1983 και ο πρώτος Καναδός που επιλέχτηκε στον πρώτο γύρο του ντραφτ το 1983. Ήταν η 17η επιλογή των Philadelphia 76ers και έπαιξε για δύο σεζόν στο ΝΒΑ πριν κάνει μια μακρά διαδρομή στην Ευρώπη, αγωνιζόμενος σε Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία. Στο γιο του, τον δεύτερο μεγαλύτερο από τους τέσσερις, είδε από νωρίς εκείνον που θα μπορούσε να συνεχίσει την κληρονομιά του.
«Ήταν σχεδόν πέντε χρονών όταν πήγε στη βολή και με εκπληκτικό στυλ τον είδα να βάζει βολές», περιγράφει ο Λίο, ο οποίος φυσικά και δίδαξε το γιο του, χωρίς ουδέποτε να γίνει πιεστικός ως προς την καριέρα του. «Είχε μια φυσικότητα, μια ενόραση του παιχνιδιού, μια κατανόηση. Του έδειχνες πώς να κάνει λέι απ και στο επόμενο λεπτό τον έβλεπες να κάνει το τέλειο λέι απ. Ήταν κάπως περίεργο, οφείλω να το ομολογήσω».
His own game…
Υπήρχε, φυσικά, και μια διαφορετική πλευρά στην άρτια σχέση πατέρα και γιου, στην όμορφη ιστορία του να συνεχίζεις στο μονοπάτι που περπάτησε ο πρόγονός σου. Ναι, ακόμα και στην Αμερική θα μιλήσουν για αναξιοκρατία. Παρότι ο Άντι κατέκτησε το πολιτειακό πρωτάθλημα με την ομάδα του και, μάλιστα, αήττητος, πολλοί θεώρησαν την υποτροφία που του πρόσφερε το Syracuse ως χάρη για τον πατέρα του. Μιλάμε, εξάλλου, για μια παραδοσιακή δύναμη στο κολεγιακό μπάσκετ, η οποία έχει κατακτήσει ένα τρόπαιο, έχει παίξει σε δύο τελικούς, σε έξι φάιναλ φορ και έχει συμμετάσχει σε 23 sweet sixteen. Σε δύο εξ αυτών έπαιξε και ο Άντι Ράουτινς, ενώ την διάσημη πορτοκαλί φανέλα έχουν φορέσει παίκτες όπως οι Ρόνι Σεϊκέλι, ο Καρμέλο Άντονι, ο Μπίλι Όουενς, ο Ντέρικ Κόλεμαν και αρκετοί σπουδαίοι προγενέστεροί τους.
Στο κολέγιο έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει τον εαυτό του και έπρεπε να το κάνει με έναν τραυματισμό στο χιαστό του να κόβει ουσιαστικά στα δύο τη διαδρομή του σε εκείνα τα χρόνια. Ο πατέρας του είχε προβλέψει ότι θα επιστρέψει καλύτερος και όντως συνέβη, με την τελευταία του χρονιά να ακολουθείται από μέσους όρους 12,1 πόντων, 4.9 ασίστ, 3.4 ριμπάουντ και δύο κλεψιμάτων. Ήταν ένας all-around point guard με έφεση στο τρίποντο και εκπληκτικά ποσοστά ευστοχίας. «Ήταν ευλογία να βλέπεις παίκτες που το έχουν φυσικό να σκοράρουν, τη στιγμή που άλλοι δουλεύουν 24ωρα στο σουτ τους για να βελτιωθούν έστω και λίγο», θα σχολιάσει χρόνια αργότερα ο προπονητής των Τορόντο Ράπτορς σχολιάζοντας την παρουσία του Ράουτινς και του Κάιλ Ουίλτζερ στο καμπ της ομάδας.
Οι αριθμοί του και η παρουσία του έφερε την επιλογή του στο ντραφτ του 2010 και, μάλιστα, από την ομάδα της… γειτονιάς του. Νούμερο 38 στη Νέα Υόρκη και τι άλλο να ονειρευτείς; «Είμαι στην κορυφή του κόσμου τώρα», θα πει μετά την επιλογή του, αλλά σύντομα θα βρεθεί από την κορυφή του κόσμου στο… σπίτι του και μετέπειτα στην Ευρώπη. Στο λοκ-άουτ του 2011 έγινε θέμα επειδή επέλεξε να επιστρέψει στο πατρικό του και στο δωμάτιο που μεγάλωσε, ώστε – σε αντίθεση με ό,τι κάνουν οι σπουδαιότεροι σταρ – να κάνει οικονομία και από το 2011 ξεκίνησε η περιπέτεια της Ευρώπης.
Μέχρι και μούσι θα… αφήσεις!
Εκεί που οι περισσότεροι Αμερικανοί ή Καναδοί, εν προκειμένω, δειλιάζουν, ο Άντι Ράουτινς δεν ένιωθε ότι θα πάει σε αχαρτογράφητα εδάφη. Υπήρχε και η εμπειρία του πατέρα του, ώστε να αισθάνεται ότι η Ευρώπη δεν είναι κάποιο τριτοκοσμικό μέρος, όπου αν δεν βρεις McDonald’s και Starbucks κινδυνεύεις με εξαΰλωση. Και σίγουρα δεν ήταν τέτοιο η Αλικάντε, η Φρανκφούρτη και η Βαρέζε, όπου έπαιξε στη γηραιά ήπειρο με ένα διάλειμμα για τη G-League. Εκεί που πραγματικά δοκιμάστηκε, αλλά κι εκεί που πραγματικά ρίζωσε ήταν στην Τουρκία. Και όπως έγραφαν οι Αμερικανοί σε ένα από τα αφιερώματα για την πορεία του «μέχρι και μούσι ίδιο με τους ντόπιους άφησε».
Μα, τι σκεφτόσουν Άντι; «Πραγματικά, πολύς κόσμος άρχισε να πιστεύει ότι ήμουν Τούρκος και μπορώ να πω ότι με βοήθησε. Υπήρχαν αφίσες της ομάδας παντού στην πόλη και ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Καθετί μικρό μπορεί να σε βοηθήσει, υποθέτω», εξομολογείται, κυρίως για τη διετία (2015-2017) που πέρασε στο Γκαζιαντέπ, η έδρα της οποίας απείχε μόλις μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από την εμπόλεμη Συρία.
«Ως γονέας ήταν κάτι το τρομακτικό. Αν περνούσαν δύο μέρες χωρίς να έχω νέα του, τον έπαιρναν και του άφηνα μήνυμα. «Άντι πού στο διάολο είσαι? Πάρε με τηλέφωνο», θα πει ο Λίο και υπήρχαν στιγμές που η φούσκα των αθλητών έσκαγε και είχαν πλήρη επίγνωση τι συνέβαινε γύρω τους. Όπως όταν σε ένα γάμο τον Αύγουστο του 2016, 50 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε επίθεση αυτοκτονίας ή όταν έγινε βομβιστική επίθεση έξω από το αστυνομικό τμήματα της πόλης. «Πολλές φορές μας απαγόρευαν να βγούμε από το σπίτι. Παίξαμε εκείνο το βράδυ της επίθεσης με τη Φενερμπαχτσέ και για λόγους ασφαλείας έκλεισαν τις πόρτες και απαγορεύτηκαν οι θεατές», περιγράφει στους συμπατριώτες του Ράουτινς, που διαχωρίζει το φόβο από την ουσία.
«Έχω δεκάδες τέτοιες εμπειρίες, αλλά ποτέ δε θα άλλαζα ό,τι έχω ζήσει για τίποτα στον κόσμο. Σε κάνει να εκτιμάς πράγματα, σε κάνει να εκτιμάς τη ζωή. Συνειδητοποιείς ότι δεν έχουν σημασία μικρά προβληματάκια, αλλά μόνο οι άνθρωποι και οι σχέσεις».
Οι άνθρωποι, οι σχέσεις, το μπάσκετ. Άντε και ο Bruce Springsteen να παίζει στο αυτοκίνητο…