Επί του αποτελέσματος, τα είδατε. Ο ένας κέρδισε, ο άλλος φωνάζει, τίποτα δεν άλλαξε, τίποτα δεν αλλάζει. Εκτός από τα βασικά συστατικά της «σούπας»: τους ποδοσφαιριστές. Χθες, η αναλογία Ελλήνων - Ξένων πλησίασε το ένας στους 10. Οι 3 στους 28 που αγωνίστηκαν, ο Φορτούνης, ο Ταυλαρίδης και ο Κουτρουμπής, ήταν Έλληνες. Και 25 ξένοι. Σε ντέρμπι αιωνίων...
Δεν πρόκειται για ακόμα ένα ρατσιστικό άρθρο, σαν αυτά που διαβάζουμε αρκετά συχνά τελευταία με αιτία ή πρόσχημα το προσφυγικό. Δεν θέλω να πω ότι οι κακοί ξένοι ...οικονομικοί μετανάστες (διόλου οικονομικοί, εδώ που τα λέμε, αν κρίνουμε από τα ποσά με τα οποία αμείβονται οι ποδοσφαιριστές) έρχονται και παίρνουν τις δουλειές των δικών μας παιδιών. Αλλού είναι το ζήτημα...
Την ώρα που εδώ «σκοτωνόμαστε» για το μεγαλείο του «Θρύλου» και της «Πανάθας», την ώρα που οι σχέσεις μεταξύ οπαδών και διοικήσεων (όχι μόνο αυτών των δύο) είναι τόσο τεταμένες ώστε να έχουν «παίξει» σενάρια ακόμα και για διακοπή του πρωταθλήματος, όταν τα κρούσματα βίας ακολουθούν το δρόμο που χαράζει η διαφθορά, οι ίδιες οι ομάδες, οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές τους λογικά θα πρέπει να απορούν με το χαμό που γίνεται. Όσο δασκαλεμένοι -δια της εσωτερικής προπαγάνδας των ΠΑΕ- και να είναι, πόσα από όλα αυτά ...καταλαβαίνουν; Και γιατί να τα καταλαβαίνουν, εδώ που τα λέμε...
Δεν θέλω να καταλήξω σε ρομαντικά ρεφρέν για το «βάρος της φανέλας» και τους «ποδοσφαιριστάς που το σηκώνουν (το βάρος)», που γεννήθηκαν με τον δαφνοστεφανωμένο έφηβο ή το τριφύλλι στην καρδιά. Επαγγελματικό είναι το ποδόσφαιρο, ανοικτά είναι τα σύνορα, δεν μπορείς να έχεις τέτοιες «απαιτήσεις» ούτε και αντίστοιχες «φαντασιώσεις». Όχι, ο ξένος παίκτης που έρχεται στην Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει ...στο πετσί του τα μεγαλεία της «Πανάθας» και του «Θρύλου» ούτε - κατ΄ανάγκην- τις διαφορές που τους χωρίζουν με ακρίβεια. Το μόνο που οφείλει, είναι να μπαίνει στο γήπεδο και να παίζει μπάλα. Να βγάζει τα λεφτά του. Κι άμα μπει στο κλίμα και δώσει το «κάτι παραπάνω», όλα καλά, όλα ανθηρά...
Ωστόσο, όταν πλέον οι 25 στους 28 είναι ξένοι, ποιος θα βάλει στο κλίμα ποιον; Θα δώσω ένα -διπλό- παράδειγμα για να συνεννοηθούμε:
Πότε ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός έκαναν τις καλύτερες ευρωπαϊκές χρονιές τους; Πότε, ας πούμε, έφτασαν τελευταία φορά σε οκτάδα ευρωπαϊκής διοργάνωσης; Και ποιους παίκτες είχαν στα ρόστερ τους;
Ο Ολυμπιακός τη σεζόν 1998-99, έφτασε μια ανάσα από τα ημιτελικά του Champions League (στο 1-1 με τη Γιουβέντους και τον ...αέρα στο ΟΑΚΑ), παίζοντας με 11 στους 14 Έλληνες: Ελευθερόπουλος, Καραταΐδης, Αμανατίδης, Πουρσανίδης, Γιαννακόπουλος (74' Ίβιτς), Γκόγκιτς, Τζόρτζεβιτς, Μαυρογενίδης, Καραπιάλης (74' Αλεξανδρής), Γεωργάτος (88' Νινιάδης), Ανατολάκης.
Ο Παναθηναϊκός τη σεζόν 2001-02 έφτασε επίσης μερικά ...εκατοστά (όσα πέρασε έξω το σουτ του Βλάοβιτς στο «Καμπ Νου») από τους «4» του Champions League, ενώ την επόμενη χρονιά η Πόρτο του Μουρίνιο του έκοψε το δρόμο για τα ημιτελικά του UEFA με «διπλό» στη Λεωφόρο. Στο «Καμπ Νου» είχαν παίξει οι Νικοπολίδης, Σάριτς, Κυργιάκος, Χένρικσεν, Φύσσας, Γκούμας, Μπασινάς, Καραγκούνης (45+΄ Μικάελσεν), Κόλκα (77΄ Βλάοβιτς), Λυμπερόπουλος (46΄ Ολιζαντέμπε), Κωνσταντίνου (8 Έλληνες - 6 Ξένοι, ενώ την επόμενη χρονιά, στον προημιτελικό της Λεωφόρου οι ξένοι ήταν 5 στους 14: Νικοπολίδης, Χένρικσεν, Σεϊταρίδης (106' Βαζέχα), Φύσσας, Κυργιάκος, Μικαέλσεν, Κωνσταντινίδης (46' Γκούμας), Κόλκα, Καραγκούνης, Λυμπερόπουλος, Ολισαντέμπε (82' Κωνσταντίνου).
Άλλες εποχές θα πείτε. Ναι, αλλά και άλλες επιτυχίες. Και άλλο επίπεδο ξένων παικτών. Ούτε Τζόρτζεβιτς φυσικά, ούτε και Τζιοβάνι, Ριβάλντο που ακολούθησαν, υπάρχουν τώρα. Ούτε φυσικά και Χένρικσεν, Βαζέχα ή Σισέ, Ζιλμπέρτο Σίλβα κ.ά. Και, κυρίως, ούτε βαριά ονόματα του ελληνικού ποδοσφαίρου που πλέον ψάχνουν το μεροκάματο σε άλλες πολιτείες. Από πού να αρχίσω; Πρωταθλητές Ευρώπης έγιναν κάμποσοι από εκείνες τις ομάδες...
Οι τωρινοί ξένοι δεν έρχονται για να ανεβάσουν το επίπεδο, για να δώσουν το «κάτι παραπάνω» από αυτό που έδιναν οι ποιοτικοί ή λιγότερο ποιοτικοί Έλληνες. Τώρα οι ξένοι είναι ο κανόνας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Κυρίως ...εκπτώσεις. Σε κόστος, σε ποιότητα και, τελικά, σε ...τιμές ευκαιρίας, καθώς οι πρόεδροι, οι μανατζαραίοι και οι κάθε λογής νταραβεριτζήδες τρίβουν τα χέρια τους κάθε φορά που έρχονται σκάουτερ ξένων ομάδων και ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν στην επόμενη μεταγραφική περίοδο ό,τι καλύτερο έχουν στα ρόστερ τους. Για να ξαναπάρουν μετά κάτι φθηνότερο, ανερχόμενο ή ...ληγμένο, νταραβέρι να γίνεται.
Αυτό που σκέφτομαι τελικά είναι αν όλο αυτό το ...«εμπορικό δίκαιο» που διακρίνει πλέον το ελληνικό ποδόσφαιρο, τους μεγάλους του και τους μικρότερους, αυτή η «μόδα» που έφτασε στο «ένας στους 9 Έλληνες σε ντέρμπι αιωνίων», εκφράζει έστω στο παραμικρό όλους εκείνους τους φανατίλες της εξέδρας που «σκοτώνονται» για ιδανικά ...ξεχασμένα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και αν τελικά αυτού του είδους η -επιλεκτική για τους Έλληνες ποδοσφαιροπατέρες- παγκοσμιοποίηση θα οδηγήσει οριστικά τους Έλληνες φιλάθλους (μη εξαιρουμένων των λιγότερο φανατικών οπαδών) σε ...άλλες λύσεις: αφού αυτοί που παίζουν στην ομάδα μου είναι λεγεωνάριοι-περαστικοί-μακριά από αυτό που «πιστεύω», γιατί να μην παρακολουθήσω μια ξένη, σαφέστατα καλύτερη ομάδα και να ευχαριστηθώ ποδόσφαιρο χωρίς σακαταλίκια; Γιατί να μην γίνω επίσημα ...Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Γιουνάιτεντ, Λίβερπουλ, Μπάγερν ή Γιουβέντους;
Ήδη υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας...