Μιλώντας λίγες ώρες μετά την πρεμιέρα του Ολυμπιακού στους ομίλους του Europa League στα κανάλια της Nova, ο Πέδρο Μαρτίνς ουσιαστικά συμπεριέλαβε σε μια αποστροφή του λόγου του τη φιλοσοφία του νέου Ολυμπιακού αλλά και ολόκληρη τη νέα πραγματικότητα που ζούμε ήδη εδώ και χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο: «Είμαι ικανοποιημένος από την απόδοση των παικτών μου και συνολικά της ομάδας μου, όμως κανείς μας δεν είναι χαρούμενος από αυτό το 0-0 με τη Μπέτις. To γεγονός ότι πήραμε καλά αποτελέσματα εντός έδρας είναι από μόνο του καλό στοιχείο και δηλώνει ότι η ομάδα είναι δυνατή στο σπίτι της. Είναι κάτι που έχουμε ξεκαθαρίσει στους αντιπάλους μας, ότι όποιος έρχεται στην έδρα μας θα δυσκολεύεται να μας κερδίσει. Φυσικά το επίπεδο θα πρέπει συνεχώς να ανεβαίνει και πρέπει να βελτιωθούμε, γιατί είδαμε ότι απέναντι σε μεγάλους αντιπάλους, όπως είναι η Μπέτις, είχαμε προβλήματα. Είμαστε ικανοποιημένοι με τα καλά αποτελέσματα και με το γεγονός ότι έχουμε ξεκινήσει καλά τη σεζόν, όμως έχουμε απαιτήσεις για μεγαλύτερη βελτίωση».
Το έγραψε χθες το βράδυ και ο Σωτήρης, το έχω γράψει κι εγώ στο πρόσφατο παρελθόν, όπως και οι περισσότεροι εξ όσων φυσικά καταλαβαίνουν τι ακριβώς βλέπουν από τις ομάδες μας, πέρα από οπαδισμούς, φουστανελισμούς και άλλες άναρθρες κραυγές που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το σπορ: το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει μείνει πολύ πίσω από την συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων, σε όλους τους τομείς. Οι μεγάλες ελληνικές ομάδες, πλέον έχουν ελάχιστες διαφορές σε τεχνογνωσία, ποιότητα δουλειάς και ποιότητα υλικού από τις μεσαίες των πρωταθλημάτων μεσαίας ταχύτητας. Από τους μεσαίους, των μεσαίων. Όχι από Ισπανούς, Άγγλους, Ιταλούς, Γερμανούς, Γάλλους, Πορτογάλους κτλ. Με αυτούς, οποιαδήποτε σύγκριση είναι απλά ένα κακόγουστο αστείο.
Η θλιβερή πραγματικότητα
Αυτή είναι η πραγματικότητα και όποιος δεν την βλέπει, είτε δεν θέλει, είτε δεν έχει την ικανότητα να το κάνει. Η πραγματικότητα παραμένει εκεί όμως να του χαϊδεύει με συμπόνοια τα μαλλιά. Ο Ολυμπιακός, η ΑΕΚ και ο ΠΑΟΚ, το παρόν «Big 3» και ο Παναθηναϊκός με τον Άρη όταν «επιστρέψουν», μπορούν να κοιτάξουν στα ίσα -οριακά- τους τριτοτέταρτους της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Τσεχίας, της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Ρουμανίας και ούτω καθεξής. Οποιονδήποτε παραπάνω καταφέρνουν να κοιτούν στα μάτια κατά καιρούς και να παρουσιάζουν νίκες και επιτυχίες εναντίον του, πρόκειται για υπέρβαση και για εξαίρεση στον κανόνα.
Η... κάθε Μπέτις, ένα «ράφι» ψηλότερα
Γι αυτό ακριβώς, όταν ο Ολυμπιακός καταφέρνει έστω να μην χάσει και να μην δεχθεί καταιγισμό ευκαιριών από την 6η της Primera σε πρεμιέρα φάσης ομίλων, όπου κατά το παρελθόν έχει δεινοπαθήσει, στα δικά μου μάτια μου φαίνεται πιο κοντινό σε επιτυχία παρά το αντίθετο. Όχι, σαφώς και ο Ολυμπιακός δεν μπορεί να χαίρεται -δεν διαφωνεί κανείς με τον Μαρτίνς- όταν εντός έδρας έρχεται ισόπαλος με την... κάθε Μπέτις. Αυτό το «κάθε Μπέτις», βεβαίως, αφορά στη γενικότερη ιστορία, την παράδοση, τη δυναμική, τις παραστάσεις και τις εμπειρίες ενός συλλόγου. Καθότι μιλώντας καθαρά ποδοσφαιρικά, αυτή η «κάθε Μπέτις» είναι μια ομάδα που στην παρούσα φάση βρίσκεται μίνιμουμ ένα ράφι πάνω από τον «κάθε Ολυμπιακό». Αυτή η «κάθε Μπέτις» είναι μια ομάδα δουλεμένη στο 100% από έναν φανταστικό προπονητή, γεμάτη τεχνίτες παίκτες, με ένα στυλ ποδοσφαίρου που μπορεί να κοντράρει σε κατοχή μπάλας ακόμη και τη Μπαρτσελόνα. Για την ακρίβεια, είναι 3η στην σχετική στατιστική κατηγορία στο ισπανικό πρωτάθλημα, λίγο πίσω μόνο από «Μπάρτσα» και Ρεάλ Μαδρίτης. Αν αυτό δεν λέει τίποτα σε κανέναν, πάω πάσο.
Αυτή την εποχή -το έγραψα και χθες στο (νέο) match report του αγώνα- το να πάρει κάποιος αποτέλεσμα εκτός έδρας ή έστω να σκοράρει κόντρα στη συγκεκριμένη ομάδα είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που μπορεί να δοκιμάσει στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Αν η Μπέτις είχε έναν επιθετικό πρώτης γραμμής και 1-2 πιο ποιοτικά -πιο ακριβά- στόπερ, θα διεκδικούσε επάξια πρόκριση από όμιλο Champions και όχι Europa League.
Έπαιξε όπως ρεαλιστικά έπρεπε και μπορούσε
Ο Ολυμπιακός χθες το βράδυ σαφώς δεν μπορεί να φεύγει από το γήπεδο χαρούμενος, όπως από την άλλη δεν μπορεί να φεύγει και λυπημένος. Ειδικά μετά την περσινή αντίστοιχη πρεμιέρα του, όταν ο Χάσι κατέβασε την ομάδα κόντρα στη Σπόρτινγκ με 5 «δεκάρια» σαν τη Βραζιλία του Ζαγκάλο και οι Πορτογάλοι τελείωσαν το 90λεπτο με 3 γκολ και άλλες 10 κλασικές ευκαιρίες. Ο Ολυμπιακός του Μαρτίνς όμως είναι πρωτίστως σοβαρός. Είναι πειθαρχημένος και είναι ρεαλιστής. Δουλεύει σωστά, δουλεύει με πλάνο και ακόμη δεν έχουμε δει επί της ουσίας και τα μεγάλα του όπλα.
Γνωρίζοντας ότι έπαιζε κόντρα σε μια απείρως πιο δουλεμένη ομάδα και χωρίς ο ίδιος να έχει κλείσει ούτε 10 επίσημα ματς από την εποχή που άρχισε να χτίζεται από το μηδέν, κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο του Καραϊσκάκη για να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε, με τον τρόπο που μπορούσε. Να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει.
Ούτε να πιάσει τον αντίπαλο από τον λαιμό μπορούσε χθες ο Ολυμπιακός, όπως τη Λουκέρνη ή ακόμη και τη Μπέρνλι, ούτε να κάνει παιχνίδι κατοχής, ούτε απλά να περιμένει κλεισμένος πίσω, αφήνοντας τον αντίπαλο να φτιάχνει ευκαιρίες ανενόχλητος. Το παιχνίδι ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο σε τακτικό επίπεδο και μια μέρα μετά, αφού το έχω δει ακόμη μια φορά σχεδόν ολόκληρο, μπορώ να πω ότι ο Μαρτίνς πήρε «άριστα 10» και είναι ο πραγματικός μεγάλος νικητής σε ένα ματς που ήρθε 0-0. Τόσο στο πώς προσπάθησε να κρατήσει τον αντίπαλο μακριά από την περιοχή της ομάδας του όσο και στο πώς αυτός με τη σειρά του προσπάθησε να απειλήσει περιορίζοντας τα ρίσκα. Τώρα, το αν όντως έγιναν όλα όσα είχε ζητήσει, είναι πάντα ξεχωριστή υπόθεση. Και επιτέλους, είδαμε και έναν προπονητή να μην φοβάται όπως ο διάολος το λιβάνι να κάνει αλλαγή στο πρώτο ημίχρονο όταν βλέπει ότι ένας παίκτης του είναι μαύρη τρύπα μέσα στο γήπεδο.
Συνεχίζει κοιτώντας μπροστά
Το αποτέλεσμα, το ρεζουμέ, ήταν ότι η δική του ομάδα έφτασε επί της ουσίας πιο κοντά στη νίκη και όχι ο καλύτερος αντίπαλος με τις +700 πάσες και το 70% κατοχής μπάλας. Σαφώς και κάποια πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα τόσο σε ομαδικό όσο και ατομικό επίπεδο, ωστόσο οι ιδανικές συνθήκες δεν υπάρχουν πουθενά στη φύση, παρά μόνο σε εργαστήριο. Πλέον, πηγαίνει με έναν πολύτιμο βαθμό στο σακούλι του στο Μιλάνο για το σπουδαιότερο ματς του ομίλου. Αν π.χ. φύγει από το Σαν Σίρο με άλλον έναν, θα είναι επί της ουσίας σα να έχει κερδίσει τη Μπέτις στην πρεμιέρα. Με τα δύο ματς κόντρα στη Ντουντελάνζ να ακολουθούν, θα είναι τα πάντα στο χέρι του για την πρόκριση. Αλλά όλα αυτά είναι μακρινή και εντελώς θεωρητική κουβέντα ακόμη.
Μέχρι τότε, ο Ολυμπιακός μπορεί να συνεχίζει να κάνει κάθε μέρα ένα βήμα προς τα μπροστά, έχοντας όλα τα προηγούμενα αποτελέσματα όπως και την εικόνα του μέσα στο γήπεδο, να του επιβεβαιώνουν ότι όντως βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Μπορεί να συνεχίσει να δίνει «καύσιμο» στην εξέδρα και να προκαλεί με την εικόνα του την αισιοδοξία και τη στήριξη του κόσμου, ο οποίος το βράδυ της Πέμπτης ήταν και πάλι αυτός που έπαιξε την πραγματικά μεγάλη μπάλα.