Ένα αθώο τηλεοπτικό πρόγραμμα. Κάτι σαν το «Πες το κι έγινε» με τη Τζοβάνα Φραγκούλη, όπου το πες το είναι «ποδοσφαιρικό όνειρο» και το έγινε είναι η καριέρα που ακολουθεί. Ο Μουαμέρ ήταν ακόμα άγνωστος. Δεν είχε σημασία ότι στην πρώτη προπόνηση που έκανε ποτέ, έμοιαζε να… σπάει πλάκα με τους αντιπάλους του, ούτε ότι η Νόρκεπινγκ χρειάστηκε μια ώρα για να πεισθεί ότι βρήκε ένα σπουδαίο ταλέντο. Δεν είναι, δα, και τόσο σπουδαίο το ποδόσφαιρο στη Σουηδία για να πέφτουν όλοι με τα μούτρα στις άσημες ακαδημίες. Το 2011 όλα θα άλλαζαν. Το SVT μαγνητοσκοπεί την εκπομπή «Μπλε και κίτρινα όνειρα: ο δρόμος για την Εθνική ομάδα» και ακολουθεί κατά πόδας φέρελπις ποδοσφαιριστές. Ένας εξ αυτών είναι και ο 16χρονος τότε Τάνκοβιτς.
«Είχε πλάκα. Κοιτάζοντας τώρα προς τα πίσω, αντιλαμβάνεσαι ότι ήταν λίγο υπερβολικό, αλλά είχε πλάκα να βγαίνεις στην τηλεόραση τόσο μικρός. Λες τόσα πολλά περιττά πράγματα που δεν τα εννοείς στην πραγματικότητα, όμως είσαι στην τηλεόραση και όλοι θα σε δουν. Κάτι πρέπει να πεις». Ο Μόγιο, δεν το ήξερε. Δε θα μπορούσε να ξέρει τη στιγμή που έλεγε όλα τα περιττά πράγματα που περιγράφει ότι αυτή η εκπομπή θα άλλαζε τη ζωή του.
Η πρώιμη διαδρομή…
Τίποτα το σπέσιαλ. Τίποτα το διαφορετικό. Τίποτα το ασυνήθιστο. Ένα παιδί μεταναστών στην πολυπολιτισμική Σουηδία στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Φαγητό στο σπίτι υπήρχε πάντα, οι γονείς του ήταν δίπλα του σε όλη του τη διαδρομή, η μικρότερη αδερφή του δεν μπορούσε να πει το Μουαμέρ κι έτσι άρχισε να τον φωνάζει Μόγιο, από ένα διάσημο Βόσνιο κωμικό που έβλεπαν στην τηλεόραση. Μικρές, ευτυχισμένες στιγμές, ακριβώς όπως ήταν το ποδόσφαιρο στην αρχική του έκφανση.
«Έκανα λίγο κολύμπι, λίγο καράτε, όμως μόλις έπαιξα ποδόσφαιρο σκέφτηκα αυτό θέλω να κάνω», διηγείται και περιγράφει πώς το μικρόβιο έχει περάσει στους Τάνκοβιτς από γενιά σε γενιά. «Ο μπαμπάς μου έπαιζε όταν ήμουν παιδί, αλλά όχι κάτι το ιδιαίτερο γιατί δεν είχε φυσική κατάσταση για να αντέχει σε κανονικές συνθήκες. Όταν εκείνος ήταν μικρότερος, τρελαινόταν για ποδόσφαιρο. Μεγάλωσε σε φάρμα και όταν ο παππούς μου του ζητούσε να προσέχει τα πρόβατα εκείνος έπαιρνε μαζί του μια μπάλα ποδοσφαίρου για να παίζει». Το παιχνίδι μπαμπά και γιου ξεκίνησε στην αυλή τους, όταν ο Μόγιο ήταν έξι ετών. Ο μπαμπάς μιλούσε για τον Ζινεντίν Ζιντάν και τον Ρονάλντο, ο γιος αργότερα θα είχε μάτια μόνο για τον Ζλάταν.
Οκτώ ετών έκανε την πρώτη του προπόνηση στην τοπική Χάγκεμπι και την πρώτη του χρονιά αναδείχθηκε «κορυφαίος παίκτης». «Μετά από εκείνο το σημείο, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε. Το ποδόσφαιρο έγινε επίκεντρο. Ο μπαμπάς μου άρχισε να προσπαθεί ώστε να μη χάνω προπόνηση». Πάνω στη διετία ήρθε η Νόρκεπινγκ. «Ακόμα θυμάμαι την πρώτη μέρα που πήγα για προπόνηση εκεί. Φορούσα τζιν, ένα χοντρό πουλόβερ και αθλητικά παπούτσια. Όλοι με κοιτούσαν περίεργα, αλλά στην προπόνηση που ακολούθησε τούς έκανα πλάκα».
Η Νόρκεπινγκ τού πρότεινε να πάει στις δικές της ακαδημίες και ο Τάνκοβιτς δέχτηκε. Άρχισαν όλα να γίνονται πιο σοβαρά, ακόμα και διατροφή του ζήτησαν να κάνει. «Είχαμε τέσσερις-πέντε προπονήσεις την εβδομάδα και ήθελαν να τρως καλά, να κοιμάσαι καλά, να το βλέπεις πιο σοβαρά. Μα, είναι δυνατόν να μιλάς σε δεκάχρονα παιδιά για διατροφή; Δεν ασχολήθηκα καν με όσα μου έλεγαν. Η πρώτη φορά που έκανα διατροφή ήταν 16 ετών».
Δεν ήταν και τόσο… αυθόρμητη η επιλογή του να κάνει διατροφή, αφού τότε έπεσαν όλα μαζί. Η εκπομπή, η Εθνική ομάδα U17, ο προβιβασμός του να προπονείται με την αντρική ομάδα της Νόρκεπινγκ (σ.σ. όπου έκανε παρέα με τον Αστρίτ Αϊντάρεβιτς), η επιμονή του Αμβούργου να τον αποκτήσει, η ανατροπή της τελευταίας στιγμής με τη Φούλαμ. Το 2011, σε ηλικία 16 ετών και εφτά μηνών, ο Μουαμέρ Τάνκοβιτς χωρίς καν να προλάβει να κάνει επαγγελματικό ντεμπούτο στη Σουηδία, έφυγε για το Λονδίνο.
Η αργή… ωρίμανση!
Εν αρχήν ήταν το Αμβούργο. Πήγαν οι Γερμανοί, τον πήραν από το χέρι, του έδειξαν την ομάδα, το γήπεδο, τις εγκαταστάσεις, την πόλη, το λιμάνι, τις βαρκούλες, τον Φρανκ Άρνενσεν ̇τον έβαλαν να παίξει σε ένα ανεπίσημο ματς και εκείνος σκόραρε πέντε γκολ! «Ό,τι και να έκανα πήγαινε μέσα. Και από τη σέντρα να σούταρα, με κάποιο τρόπο εκείνη την ημέρα θα έμπαινε». Έμοιαζαν όλα ιδανικά, ήταν όλα έτοιμα. Μέχρι που εμφανίστηκε ο Μάρτιν Γιολ να τον θέλει στη Φούλαμ και αιφνιδιάζοντας τους πάντες, ο Μόγιο θα επιλέξει Λονδίνο.
Στην αρχή ήταν δύσκολα. Μια καινούργια θετή οικογένεια, το αχανές Λονδίνο, το περιττό λίπος που έπρεπε να κάψει με ατομικές προπονήσεις γιατί ως τα 16 δεν έκανε διατροφή, ο πάγκος. Μέχρι που άρχισε να παίρνει ευκαιρίες και μαζί με τον Μουσά Ντεμπέλε – με τον οποίο ήταν κολλητοί και εκτός γηπέδων – συνέθεσαν ένα εκπληκτικό, επιθετικό δίδυμο στη δεύτερη ομάδα της Φούλαμ. Οι εμφανίσεις του στην U21 τον έβαλαν στο μικροσκόπιο της Άρσεναλ, της Τότεναμ, όμως η πρόοδος δεν ήρθε ποτέ. Ανυπομονούσε για το ντεμπούτο του, συμμετείχε στις προπονήσεις της πρώτης ομάδας, έπαιζε στο οικογενειακό δίτερμα, μάθαινε από τον Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ, και σε κάθε σενάριο δανεισμού είχε πάντα στο μυαλό του τον Ζλάταν.
«Σκεφτόμουν: Θα πήγαινε ο Ζλάταν δανεικός σε ομάδας της Championship; Μη με παρεξηγείτε, αλλά ήταν εκείνος που έβαλε τον πήχη, εκείνος που ανέβασε το επίπεδο. Όταν ήταν 19 ετών και πήγε στην Ολλανδία έδειξε σε όλους μας ότι δεν έχει σημασία από πού προέρχεσαι. Μπορείς να φτάσεις κάπου. Αρκεί, να παλέψεις. Να έχεις κίνητρο. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα πιστεύουν ότι δεν είσαι καλός παίκτης. Πρέπει εσύ να πιστεύεις στον εαυτό σου».
Με τον Ζλάταν Ιμπραήμοβιτς οι φήμες τούς θέλουν να συνομίλησαν, όταν ο σπουδαίος Σουηδός του τηλεφώνησε για να επιλέξει τη σκανδιναβική χώρα από τη Βοσνία και τον Ντζέκο, ο οποίος επίσης του έστειλε μήνυμα. Πρόσφατα, στην εποχή του κορωνοϊού, προπονήθηκαν μαζί στη Χάμαρμπι. Η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε μετά από μια μέτρια τριετία στην Ολλανδία, ο Τάνκοβιτς να επιστρέψει στην πατρίδα του και να αντιμετωπίσει τους παιδικούς εφιάλτες!
«Στην τελευταία μου χρονιά κατάλαβα ότι έπρεπε να φύγω. Είχα δύο μέτριες σεζόν, αλλά μετά υπέφερα. Ήμουν μόνο 22 ετών και δεν είχε νόημα να ταλαιπωρούμαι», διηγήθηκε για την απόφασή του να αφήσει την Άλκμααρ και να επιστρέψει στη Σουηδία. Στο διάστημα, άλλωστε που είχε μεσολαβήσει – από το 2011 ως το 2017 – ξεκάθαρα είχε αλλάξει και το σουηδικό ποδόσφαιρο. Εκείνος που δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα ήταν ο Τάνκοβιτς και οι κακές του συνήθειες. «Μούγιο τρως. Και ψεύδεσαι και τρως». Ο Τζίμι Λίντμπεγκ, γυμναστής του σουηδικού συλλόγου, συμπεριέλαβε τον διεθνή επιθετικό σε ένα podcast, που είναι και της μόδας εσχάτως.
«Έχετε ακούσει το εστιατόριο Palmyra*;», προλόγιζε την ιστορία… «Είναι το αγαπημένο μέρος του Μουαμέρ. Έκανε ό,τι μαλακία μπορούσε να κάνει. Όταν γύρισε στη Σουηδία, κάναμε τα απαραίτητα τεστ και έβλεπα με τα μάτια μου τι έκανε τους πρώτους μήνες. Πήγα και τον βρήκα και του τα είπα χύμα: «Μούγιο, είσαι φανταστικός ποδοσφαιριστής, αλλά πρέπει να μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Κλέβεις σε όλες τις προπονήσεις και δεν κάνεις όσα χρειάζονται για να βελτιωθείς. Πρόκειται να πετάξεις κάτι σπουδαίο που σου έχει δοθεί, τη στιγμή που με λίγες αλλαγές μπορείς να πας μπροστά. Με άκουσε»».
Η αλλαγή στη διάθεσή του, στην αφοσίωσή του και στη διατροφή του φάνηκε άμεσα. Η κριτική που δέχτηκε τους πρώτους μήνες (σ.σ. είχε ένα γκολ σε δώδεκα ματς) έγινε αποθέωση και έφερε εκ νέου την Ευρώπη στα πόδια του. Η Τζένοα ήταν ο προορισμός του τον προηγούμενο Γενάρη, ωστόσο λόγο εσωτερικών προβλημάτων στην ιταλική ομάδα και παρότι είχε ταξιδέψει στην πόλη η μεταγραφή χάλασε.
«Δε με αγχώνει. Θα συνεχίσω και θα εξαντλήσω το συμβόλαιό μου με τη Χάμαρμπι και το καλοκαίρι θα φύγω για το εξωτερικό». Δε χρειάστηκε καν να αναρωτηθεί αν αυτό θα έκανε ο Ζλάταν. Ίσως και να τον ρώτησε στην προπόνηση που έκαναν μαζί…
* Το Palmyra είναι εστιατόριο κεμπάπ στη βόρεια Στοκχόλμη, γνωστό για τις τεράστιες μερίδες του.