MENU

Αν πας να εξάγεις ελιές ή φέτα είναι εύκολο. Το ίδιο και αν πας να πουλήσεις λάδι. Όλα τους έχουν ταυτιστεί με την Ελλάδα, έχουν σφραγίδα γνησιότητας. Ξέρεις ότι κατά πάσα πιθανότητα αυτό που θα ψωνίσεις, θα σου βγει καλό, θα βγάλει τα λεφτά του.

Το μόνο που εξάγει η χώρα μας ποδοσφαιρικά, με συνέπεια, είναι στόπερ. Ψηλά, γεροδεμένα παιδιά, «τσολιάδες» που κάνουν την δουλειά. Τουλάχιστον έτσι μας βλέπουν οι ξένες αγορές. Το να πας να πουλήσεις Έλληνα τερματοφύλακα και μάλιστα 5 εκατομμύρια, στο καλοκαίρι του Covid-19 μοιάζει εξωπραγματικό.

Κι όμως, έγινε!

Είναι παράξενο, ίσως ανεξήγητο, μα κανείς Έλληνας τερματοφύλακας δεν έκανε την μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό. Ο Δημήτρης Ελευθερόπουλος έφτασε ως την Μίλαν, αλλά δεν έπαιξε. Ο Μιχόπουλος και ο Χαλκιάς στην Αγγλία δεν έπιασαν. 

Ο Στέφανος Καπίνο, αν και κόστισε αρκετά, αγωνίστηκε ελάχιστα σε Μάιντς και Βέρντερ Βρέμης. Ο Κώστας Λάμπρου θεωρείται προϊόν της ολλανδικής σχολής και ο Ντίμι Κωνσταντόπουλος είχε πρωταγωνιστικό ρόλο μόνο στις μικρές κατηγορίες στο νησί.

Ο Φάνης Κατεργιαννάκης και ο Αλέξανδρος Τζόρβας είχαν ένα συμπαθητικό πέρασμα από την Ιταλία, (Κάλιαρι και Παλέρμο) όχι όμως κάτι ιδιαίτερο. Ο Μιχάλης Σηφάκης έπαιξε ελάχιστα σε Βέλγιο και Τουρκία, ενώ ο Γιάννης Ανέστης είχε ένα πολύ άσχημο πέρασμα στο Ισραήλ με την Μακάμπι Τελ-Αβίβ, μέχρι να πάρει μπροστά στην Σουηδία και την Γκέτεμποργκ.

Το Ισραήλ δυσκόλεψε πολύ και τον Ανδρέα Γιαννιώτη που δεν ήταν βασικός στην ομάδα του λαού, συμπαθητικά τα πήγε ο Λουίτζι Τσέναμο στην Μακάμπι Νετάνια, ενώ αθόρυβο ήταν το πέρασμα του Γιάννη Αραμπατζή στην Άστρα Τζιούρτζιου στην Ρουμανία.

Ο Κώστας Χανιωτάκης έπαιξε ελάχιστα στην Φίτεσε και ο Σωκράτης Διούδης ακόμα λιγότερο στην Μπριζ. Μέχρι να εμφανιστεί η περίπτωση του Οδυσσέα Βλαχοδήμου που τα... σπάει στην Μπενφίκα (ο μόνος Έλληνας τερματοφύλακας με πρωτάθλημα εκτός συνόρων, αλλά κι αυτός θεωρείται «προϊόν» του γερμανικού ποδοσφαίρου), ο μόνος Έλληνας τερματοφύλακας που στάθηκε με διάρκεια εκτός συνόρων ήταν ο Ορέστης Καρνέζης, ο οποίος μετά από μία ηχηρή σεζόν με την Ουντινέζε πήρε μεταγραφή για την Νάπολι (κυρίως σε ρόλο ρεζέρβας εκεί), έχοντας περάσματα και από Γρανάδα, Γουότφορντ.

Υπό αυτό το πρίσμα, καταλαβαίνει κανείς ότι η ξένη αγορά δεν εμπιστεύεται τους Έλληνες τερματοφύλακες, ακόμα κι αν μιλάμε για τον βασικό γκολκίπερ της Εθνικής. Κι αυτό γιατί μιλάμε για μία Εθνική που έχει χάσει την λάμψη της, μία εθνική που πέρασε τα δικά της πέτρινα χρόνια και η οποία έπαψε να αποτελεί βιτρίνα και διαβατήριο μεταγραφής.

Είναι παράξενη η μεταγραφή του Βασίλη Μπάρκα στην Σέλτικ, ειδικά με τα λεφτά που έγινε. Παράξενη γιατί η ΑΕΚ δεν κατάφερε να τον διαφημίσει φέτος, δεν έπαιξε παρά μόνο δύο ευρωπαϊκά παιχνίδια. Στην πραγματικότητα, σε ένα περίεργο παιχνίδισμα της μοίρας, ο 26χρονος γκολκίπερ οφείλει την μεταγραφή του σε εκείνο το περίφημο γκολ του Βαρέλα που δεν μέτρησε ποτέ στην Τούμπα!

Δίχως αυτό, η Ένωση ενδεχομένως να μην έπαιρνε πρωτάθλημα, δεν θα κληρωνόταν ποτέ με την Σέλτικ, δεν θα έπαιζε ποτέ ομίλους Champions League, και οι Σκωτσέζοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να πέσουν πάνω του και να γοητευτούν από τα προσόντα του.

Η μεταγραφή του Βασίλη Μπάρκα στην Σέλτικ, ειδικά με τα λεφτά που έγινε είναι παράξενη και για έναν ακόμα λόγο. Σε μία εποχή που οι προπονητές το πρώτο που κοιτάνε σε ένα τερματοφύλακα είναι το παιχνίδι του με τα πόδια και την ικανότητα του να γίνεται ο πρώτος επιτιθέμενος της ομάδας, το εμφανές και πανθομολογούμενο... θεματάκι του πανύψηλου γκολκίπερ δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην μεγάλη μεταγραφή του!

Κι αυτό γιατί οι Σκωτσέζοι έδωσαν έμφαση σε άλλα πράγματα. Ο Μπάρκας είναι ένα βουνό (1,96), γεμίζει την εστία, τέτοια κορμιά έχουν πάντα πέραση στο νησί. Έχει μεγάλα χέρια, καλή έξοδο και παρότι δεν έχει μεγάλη έκρηξη ή έκταση στο πλονζόν του, έχει αντίληψη, καλή τεχνική, σταθερή λαβή και ξέρει να απλώνεται καλά στο χορτάρι.

Πάνω από όλα όμως, έχει το ίδιο poker face είτε το ματς βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, είτε είναι ματς - χαβαλέ. Είναι πάντα βλοσυρός, σοβαρός, αγέλαστος, ανέκφραστος, παγερός. Ό,τι χρειάζεται ένας τερματοφύλακας. Συν τοις άλλοις έχει αυτή την βραχνή και μπάσα φωνή που «ψαρώνει» τους αμυντικούς του -μην το γελάτε η φωνή παίζει μεγάλο ρόλο σε έναν τερματοφύλακα.

Για να γίνει πιο αντιληπτό τι λαχείο ήρθε στην ΑΕΚ και τι δουλίτσα έκαναν αυτoί που έφεραν την πρόταση από την Σέλτικ, ο Οδυσσέας Βλαχοδήμος εκποιήθηκε για το ένα τρίτο των χρημάτων και χωρίς ποσοστό μεταπώλησης στην Μπενφίκα (ας όψεται η ανάγκη του Παναθηναϊκού για μετρητό εκείνη την περίοδο), ο Ρομπέρτο μετά από μία ασύλληπτη σεζόν στο Champions League πωλήθηκε από τον Ολυμπιακό «μόλις» για 3,5 εκατομμύρια στην Εσπανιόλ, ενώ ο Καπίνο (η ακριβότερη πώληση Έλληνα τερματοφύλακα μέχρι… χθες) πήγε για τα μισά από όσα κόστισε ο Μπάρκας στην Μάιντς!

Αυτό το ζεστό τάληρο της Σέλτικ (κι ας μην είναι όλα τα λεφτά cash) είναι σαν μάννα εξ’ ουρανού για την ΑΕΚ, που έπαιξε σωστά το διαπραγματευτικό παιχνίδι και δικαιώθηκε. Με τα χρήματα αυτά θα μπορέσει να κινηθεί με άνεση στην μεταγραφική αγορά, να ζυγίσει χωρίς άγχος το ενδεχόμενο της απώλειες εσόδων λόγω κλειστών γηπέδων του χρόνου, την βοηθά να παίξει τα ματς των ευρωπαϊκών προκριματικών χωρίς την (οικονομική) θηλιά στον λαιμό.

Περισσότερο από κάθε τι άλλο όμως, την βοηθά να ξαναμπεί στις αγορές και να θέσει πλαφόν για τις όποιες πωλήσεις της στο μέλλον. Η ΑΕΚ δεν πέτυχε μόνο την ακριβότερη πώληση στην ιστορία της, μπορεί να θέτει το ποσό που παραχωρήθηκε ο Μπάρκας ως παράδειγμα, ως διαπραγματευτικό ατού σε όποια ομάδα έρθει εφεξής και της χτυπήσει την πόρτα για έναν παίκτη ανάλογου βεληνεκούς.

Η ΑΕΚ χάνει μία σταθερά της, χάνει το Νο. 1 της, χάνει τον βασικό τερματοφύλακα της Εθνικής, αλλά θα πρέπει να πανηγυρίζει για αυτό το deal. Σε βάθος χρόνου μόνο σε καλό μπορεί να της βγει…

Ο Άι Βασίλης (Μπάρκας) με τα δώρα
EVENTS