Το Σάντο Τίρσο, ένα από τα προάστια της μεγαλούπολης του Πόρτο στην Πορτογαλία, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι «βγάζει» δύο… είδη ανθρώπων: Καλόγερους και ποδοσφαιριστές! Το ομώνυμο μοναστήρι, που χρονολογείται από το 978 μ.Χ., είναι ένας εμβληματικός χώρος που δέχεται πιστούς επισκέπτες απ’ όλο τον κόσμο και στην περιοχή το θρησκευτικό συναίσθημα είναι πολύ έντονο. Αρκετοί από τους νεαρούς στρέφονται στην αναζήτηση του θείου και γίνονται μοναχοί.
Πολλοί, βέβαια, αποφάσισαν να λατρέψουν από μικροί τη… στρογγυλή θεά. Το Σάντο Τίρσο είναι αυτή τη στιγμή ο τέταρτος διευρυμένος δήμος της Πορτογαλίας με τους περισσότερους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές σε όλες τις εθνικές κατηγορίες της χώρας και το εξωτερικό!
Σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ο Φρανσίσκο Λεονέλ Λίμα Σίλβα Μασάδο, στις 19 Ιουλίου 1995. Κι από μικρός αποφάσισε να… συνδυάσει τα βασικά χαρακτηριστικά της περιοχής του: Ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο δείχνοντας αφοσίωση… καλογερική. Κι αυτά χωρίς να χάνει το χιούμορ και τη θετική διάθεση, που τον έκαναν αγαπητό σε όλους.
Το όνομα «Φρανσίσκο» ήταν πολύ κοινό στην περιοχή, γι’ αυτό έπρεπε να βρεθεί κάτι άλλο για να κάνει… καριέρα. Αν το «Τσίκο» είναι το κομμένο όνομα, το «Τσικίνιο» είναι το υποκοριστικό του. Ο «μικρός» έκανε εντύπωση από… μικρός στη μπάλα. Όχι τόσο για τα τεχνικά του χαρακτηριστικά (άλλωστε οι ακαδημίες της εποχής βρίσκονται σε εξαιρετικό επίπεδο ταλέντου), όσο για την διάθεσή του να ρωτάει τους μεγαλύτερους και να μαθαίνει και να μην χάνει ούτε λεπτό προπόνησης.
Στη Ρορίζ, την πρώτη του συνοικιακή ομάδα, ξεκίνησε από τα οκτώ του χρόνια κι έμεινε για τρεις σεζόν. Σ’ αυτά τα τρία χρόνια έχασε μόνο μία προπόνηση, κι αυτή επειδή το αυτοκίνητο του πατέρα του είχε βλάβη. Ο τότε πρόεδρος της ομάδας έχει φυλαγμένο ακόμα στο κινητό του τηλέφωνο το συντετριμμένο sms που έστειλε το παιδί. Ο ίδιος, χαριτολογώντας ασφαλώς, είπε σε συνέντευξή του ότι αυτή ήταν η μοναδική προπόνηση που έχει χάσει ως τώρα σε ολόκληρη την καριέρα του, εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις που ήταν τραυματίας!
Με τέτοια νοοτροπία δεν μπορούσε να μην προοδεύσει. Το 2006 μετακινήθηκε στην Παστελέιρα, έναν σύλλογο που εδρεύει στο ομώνυμο μεγάλο αθλητικό πάρκο του Πόρτο, έχει τις δεύτερες καλύτερες εγκαταστάσεις μετά την Πόρτο και θεωρείται αυθεντικό φυτώριο. Άλλη μια τριετία εκεί, με μια ενδιάμεση δοκιμασία λίγων μηνών στη Μποαβίστα, μέχρι να καταλήξει στη Λεϊσόες το 2009 και να ενταχθεί στα τμήματα υποδομής της, σε ηλικία 14 ετών. Σε αυτό το σύλλογο έκανε και το επαγγελματικό του ντεμπούτο τον Ιούλιο του 2014.
Η τριετία στη Λεϊσόες τον βοήθησε να αναπτυχθεί και πνευματικά, εκτός από τεχνικά, και έπεισε τους δύσπιστους ότι μπορεί να παίξει σε υψηλό επίπεδο. Πριν καν κλείσει τα 22 του αποφάσισε να κάνει το βήμα στο εξωτερικό, και μάλιστα στην Κροατία. Η Λοκομοτίβα Ζάγκρεμπ του πρόσφερε τον Ιανουάριο του 2017 τριετές συμβόλαιο και το αποδέχτηκε. Βιάστηκε, όπως αποδείχτηκε. Δεν κόλλησε με την ομάδα, δεν τον πίστεψαν κιόλας, έκανε μόνο έξι εμφανίσεις κι επέστρεψε δανεικός στην πατρίδα του, στην Ακαδέμικα.
Η σεζόν 2017-18 ήταν η πρώτη σημαντική χρονιά του. H Ακαδέμικα πλήρωσε 150.000 στην Λοκομοτίβα για να τον αποκτήσει κι αυτός της το ξεπλήρωσε με μια εξαιρετική σεζόν, 9 γκολ και 6 ασίστ σε 37 ματς.
Η Μπενφίκα έσπευσε να τον τσιμπήσει το καλοκαίρι του 2018 έναντι 600.000 ευρώ, με εισήγηση του τότε προπονητή του συλλόγου (και χθεσινού του αντιπάλου) Ρουί Βιτόρια! Πριν καν, όμως, ξεκινήσει η σοβαρή προετοιμασία, ανήμερα των γενεθλίων του, ο Τσικίνιο ενημερώθηκε ότι αποδεσμεύεται από τον σύλλογο, πριν πάρει ούτε μια ευκαιρία. Πέντε μέρες αργότερα, υπέγραψε στη Μορεϊρένσε ως ελεύθερος.
Στη Μορεϊρένσε ακολούθησε άλλη μια εμβληματική σεζόν: 10 γκολ και 8 ασίστ σε 37 ματς. Ο Βιτόρια ήταν πλέον φευγάτος από τους αετούς, ωστόσο η εισήγησή του είχε μείνει στα κιτάπια της Μπενφίκα. Η οποία αποφάσισε να διορθώσει το λάθος της, έστω κι αν πλήρωσε σχεδόν 9 φορές περισσότερα χρήματα! Η μεταγραφή από την Μορεϊρένσε στη Μπενφίκα κόστισε 5,5 εκ. ευρώ.
Αυτή τη φορά η Μπενφίκα δεν έκανε αστεία μ’ αυτόν. Ακόμα και τη σεζόν 2021-22, που υπήρξαν δύο συνεχόμενοι δανεισμοί στο πρώτο μισό της σεζόν στη Μπράγκα και στο δεύτερο στην τουρκική Γκιρεσούνσπορ, το συμβόλαιο έγραφε ρητώς ότι δεν υπήρχε οψιόν αγοράς με οποιοδήποτε τίμημα.
Η παρουσία, βέβαια, του Τσικίνιο στα 3,5 χρόνια που έπαιξε στη Μπενφίκα ήταν μία κρύο, μία ζέστη, σε σχέση με τον προπονητή που βρισκόταν στον πάγκο. Την καλύτερη περίοδό του την πέρασε με τον Ρότζερ Σμιντ (με αυτόν στον πάγκο έκανε τα 61 από τα συνολικά 77 παιχνίδια του με τους αετούς), όμως ο Κάρλος Καρβαλιάλ ήταν αυτός που του άνοιξε πόρτες.
Οι δύο τους συνεργάστηκαν στη Μπενφίκα για λίγο τη σεζόν 2019-20, ο Καρβαλιάλ ήταν αυτός που τον πήρε δανεικό στη Μπράγκα, και τελικά ήταν αυτός που εισηγήθηκε στον Ολυμπιακό την απόκτησή του, η οποία έγινε στο μεταγραφικό «παράθυρο» του Ιανουαρίου 2024.
Όπως όλες οι «χειμωνιάτικες» μεταγραφές, έτσι κι αυτή δεν εκτιμήθηκε δεόντως. Για την καριέρα του, πάντως, ήταν ένα φιλί ζωής. Υπό την καθοδήγηση του Μεντιλίμπαρ έχει προλάβει να παίξει 56 ματς σ’ αυτόν τον 1,5 χρόνο, με 9 γκολ και 5 ασίστ. Και να πιστοποιήσει τα χαρακτηριστικά που τον ακολουθούν από ποδοσφαιρικό… βρέφος: Ότι δεν είναι μόνο καλός παίκτης, αλλά δεν δημιουργεί προβλήματα, είναι πάντα με το χαμόγελο και με καλή διάθεση.