Μία ιταλική ομάδα ποτέ δεν ήταν εύκολο να τη νικήσεις. Πόσω μάλλον να την αποκλείσεις. Κι όταν αυτή η ομάδα έχει φτάσει τις δύο αμέσως προηγούμενες αγωνιστικές περιόδους στον τελικό του Κόνφερενς Λιγκ, είναι ακόμα πιο δύσκολο να την αφήσεις στο σπίτι της. Σε διπλά ματς. Πριν καν την προημιτελική φάση.
Ο Παναθηναϊκός, εντούτοις, έχει αποδείξει πολλάκις στο παρελθόν ότι τα ευρωπαϊκά γήπεδα τον προκαλούν για ποδοσφαιρικές υπερβάσεις. Ακόμη και σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς των τελευταίων ετών, ταπείνωσε τη Μαρσέιγ, νίκησε τη Βιγιαρεάλ, απέκλεισε τη Λανς κι έκανε τον Αγιαξ να φτύσει αίμα.
Είθισται να πουλάει πολύ ακριβά το τομάρι του. Πιο πολύ επίφοβος είναι στα εύκολα, παρά στα δύσκολα. Οχι μόνο τώρα. Ιστορικά. Παραδοσιακά.
Το είχαμε επισημάνει εξ αρχής, αλλά τότε, με τη ψυχοσύνθεση της πλειονότητας του κόσμου στα Τάρταρα, έμοιαζε με ανέκδοτο. Αποδείχθηκε ότι δεν ήταν.
Διότι στην πράξη, στο χορτάρι, ο Παναθηναϊκός πιστοποίησε για πολλοστή φορά τον… κανόνα που διέπει την ένδοξη Ιστορία του.
Οχι μόνο κοίταξε την Φιορεντίνα στα μάτια, αλλά την έκανε να μοιάζει μικρότερη από το μέγεθός της και μάλιστα με κυριαρχικό ποδόσφαιρο σε ολόκληρο το δεύτερο ημίχρονο, αυξάνοντας τις ελπίδες του ενόψει της ρεβάνς στο «Αρτέμιο Φράνκι» για την πρόκριση στους «8» της διοργάνωσης.
Επί της ουσίας, όσον αφορά το ζήτημα της πρόκρισης, δεν άλλαξαν και πολλά. Ποδοσφαιρική υπέρβαση ήταν η πρόκριση πριν από το πρώτο ματς. Ποδοσφαιρική υπέρβαση παραμένει. Ενα γκολ διαφορά δεν τροποποιεί τα δεδομένα, ασχέτως των… ποσοστών που κατεβάζει η γκλάβα του καθενός μας.
Αυτό που μπορεί να αλλάζει κάπως τις προσδοκίες και σε ένα βαθμό τα δεδομένα, είναι η εικόνα. Το απόσταγμα του πρώτου αγώνα: όταν ο Παναθηναϊκός έβγαλε ποδοσφαιρικό «φόβο» και παθητικότητα, το πλήρωσε. Χωρίς καν να το καταλάβει, εξαφανίστηκαν δύο γκολ αβάντζο.
Οταν είχε ορμή, επιθετικότητα, μηδενικό φόβο, όταν κανείς δεν σκεφτόταν το… αποτέλεσμα, αλλά το πώς θα επιτευχθεί κι άλλο γκολ, κάτι που είδαμε ακόμα και στις καθυστερήσεις, το τριφύλλι (όχι μόνο δεν κινδύνεψε αλλά) ήταν χάρμα οφθαλμών.
Η μαγική λέξη «αυτοπεποίθηση», που πρέπει να την έχουν και οι έντεκα κρίκοι της αλυσίδας διότι ακόμη κι ένας να μην την έχει, αυτή θα σπάσει, αποτελεί τη λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά.
Φάνηκε περίτρανα, άλλωστε, στο δεύτερο ημίχρονο. Δεν αρκεί από μόνη της η αυτοπεποίθηση ασφαλώς, είναι προαπαιτούμενες οι τακτικές προσαρμογές, το σχέδιο πάνω στις αδυναμίες και τα προτερήματα του αντιπάλου.
Αλλά χωρίς αυτήν μπορεί να χάσεις για πλάκα, ακόμα και μέσα σε τρία λεπτά, προβάδισμα δύο τερμάτων. Στη ρεβάνς ο Παναθηναϊκός έχει πλεονέκτημα ενός τέρματος.
Αρα ο… οδηγός για το «Αρτέμιο Φράνκι» είναι ξεκάθαρος και δεν είναι αυτή καθεαυτή η νίκη. Για την ακρίβεια για να υπάρχουν ρεαλιστικές ελπίδες θα πρέπει να αγωνιστεί χωρίς να σκέφτεται καν το 3-2 του πρώτου αγώνα στο ΟΑΚΑ.
Αλλά να έχει νοοτροπία και σχέδιο για να επιτεθεί, να πρεσάρει για να κλέψει μπάλες κι όχι για να περιμένει παθητικά πίσω από τη μπάλα. Με στόχο να σκοράρει, να νικήσει. Κι ας μην τα καταφέρει. Αυτός πρέπει να είναι ο τρόπος. Αυτό έδειξε το... χορτάρι στο πρώτο ματς.
Το ποδοσφαιρικό σχέδιο, άλλωστε, για να χτυπήσει τις αδυναμίες της Φιορεντίνα, ο Ρουί Βιτόρια έδειξε ότι το έχει. Διότι τον Παλαντίνο, τον έκανε μια χόρτα.
Κι αν το δέκα είναι το άριστα, αυτό που έλειπε ήταν μόνο ο… τόνος.
Επικράτησε κατά κράτος του Ιταλού σε τακτικό επίπεδο και οι επιλογές των προσώπων που υπηρέτησαν το σχέδιό του αποδείχθηκαν οι ενδεδειγμένες. Ολες, με εξαίρεση μιας.
Ο Σφιντέρσκι πέτυχε ένα υπέροχο γκολ και πραγματοποίησε ένα θεσπέσιο ματς. Βάσει φόρμας ήταν δίκαιο που τον ξεκίνησε ο Πορτογάλος και το χορτάρι τον δικαίωσε για την επιλογή του.
Ο Μαξίμοβιτς σκόραρε. Εδωσε ασίστ. Ηταν εξαιρετικός στον αέρα, στα συχνά γεμίσματα των Ιταλών από τα άκρα, πρέσαρε με συνέπεια και κάλυπτε με υποδειγματική πειθαρχία τα κενά ανάμεσα στις γραμμές. Σούπερ εμφάνιση.
Και σούπερ αντικατάσταση με τον Τσέριν, στο χρονικό σημείο που έπρεπε, με τον Σλοβένο να μπαίνει με τη σωστή νοοτροπία στο ματς και να φτιάχνει τη φάση στο δοκάρι του Τζούρισιτς.
Αυτό που δεν του βγήκε του Πορτογάλου ήταν η επιλογή να μην ξεκινήσει ο Βαγιαννίδης. Είτε σκέφτηκε ότι έχει χάσει κάποιες προπονήσεις από το μικροπρόβλημα τραυματισμού που είχε, είτε αισθάνονταν μεγαλύτερη ασφάλεια ανασταλτικά με τον Κώτσιρα, έκανε λάθος.
Ο εξαιρετικός Γκόζενς του πήρε από την αρχή τον αέρα και από τη δεξιά πλευρά του Παναθηναϊκού για μισή ώρα γινόταν πάρτι. Κυρίως από τις μεγάλες διαγώνιες μπαλιές και την τακτική αδυναμία που εμφανίστηκε για σωστή κάλυψη, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι ο Τετέ δεν είναι ο καλύτερος στα αμυντικά ντουμπλαρίσματα.
Οταν όμως πέρασε στο ματς ο Βαγιαννίδης, ο αριστερός φουλ μπακ της Φιορεντίνα, όχι μόνο έπαψε να ανεβαίνει και να απειλεί, αλλά η πλευρά ευθύνης του δεινοπάθησε ανασταλτικά.
Ο λόγος είναι ποδοσφαιρικά ξεκάθαρος: ο Βαγιαννίδης με τον Τετέ κουμπώνουν ιδανικά ο ένας στα χαρακτηριστικά του άλλου (παίκτης γραμμής ο «Βάγια», κλείνει εσωτερικά ο Βραζιλιάνος με ανάποδο πόδι) και δημιουργούν ανασφάλεια στον πλάγιο αμυντικό της πλευράς τους. Θα σκεφτεί διπλά και τριπλά να ξεμυτίσει.
Ηταν ολοφάνερο ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην έκβαση του αγώνα η αλλαγή στο 34’, όπως και το οφ σάιντ στο 44’, έτσι όπως ήταν τα δεδομένα στον αγωνιστικό χώρο και την εξέδρα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Κι ήταν ευτύχημα που ο Παναθηναϊκός πήγε ισόπαλος στην ανάπαυλα των ημιχρόνων και ο Βιτόρια κατάφερε με ηρεμία να περάσει στους παίκτες του το αυτονόητο βάσει της εικόνας: ότι δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να κλειστούν, ότι είναι άρτια προετοιμασμένοι τακτικά και μπορούν να κυριαρχήσουν. Αρκεί να αμύνονται πρεσάροντας για να κλέψουν μπάλες, να έχουν ορμή και αποφασιστικότητα.
Το πρώτο ημίχρονο είχε δώσει στο… πιάτο πώς μπορεί να την πατήσεις από την Φιορεντίνα, αλλά και τι χουνέρι μπορείς να της κάνεις.
Ο πρώτος που το πέρασε σε όλη την ομάδα ήταν και πάλι ο Σιώπης. Αυτός ο γίγαντας με μπόι που δεν φτάνει τα 170 εκατοστά. Με την καρδιά χιλίων λεόντων, που «αδικείται» σφόδρα απ’ όσους δεν αναγνωρίζουν πόσο πολύ έχει βελτιωθεί με τη μπάλα στα πόδια.
Το δείχνει σε κάθε του εμφάνιση. Το πιστοποίησε και με την έξοχη κάθετη προς τον Τζούρισιτς, πριν την γκολάρα του Τετέ.
Ολοι τον λατρεύουν στην ομάδα. Κι ας μην έχει κλείσει ούτε ενάμιση μήνα σ’ αυτήν. Μέχρι κι ο Ουναϊ του έκανε αφιέρωση… Σαμουράι μετά το ματς. Οχι τυχαία. Απαντες ξέρουν ότι στον πόλεμο είναι ο πρώτος που θα βάλει τα στήθη του μπροστά για τον καθένα τους. Παλίκαρος.
Η ποιότητα και η κλάση του Τετέ και του Τζούρισιτς που έκαναν όργια, έφεραν το τρίτο γκολ. Τα ακροδάχτυλα του Τερατσιάνο στέρησαν από τον Σέρβο άσο το τέταρτο.
Αλλά αυτό που μένει κι αυτό που μετράει, είναι ότι όταν ο Παναθηναϊκός παίζει με επιθετικότητα και αυτοπεποίθηση έχει την ποιότητα για να αποδώσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο. Χωρίς φόβο. Με πάθος. Ακόμα και με αντιπάλους όπως η Φιορεντίνα.
Η κυριαρχική νοοτροπία και οι νίκες είναι το κυριότερο συστατικό της αυτοπεποίθησης. Και η εικόνα του δευτέρου ημιχρόνου σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα μπορεί να συμβάλει τα μάλα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο. Είναι πολύ σημαντική η παράμετρος της επιστροφής των Γέντβαϊ και Πελίστρι στη ρεβάνς της Φλορεντίας. Εκτός απροόπτου αμφότεροι προβλέπεται να είναι ετοιμοπόλεμοι και επειδή είναι πολύ πιθανό η πρόκριση να κριθεί στις λεπτομέρειες, το ποιοτικό βάθος ενδέχεται να παίξει ρόλο.
Το ποδόσφαιρο, ωστόσο, πρώτα και πάνω απ’ όλα, είναι ομαδικό άθλημα. Κι όταν το «εμείς» μπαίνει πάνω από το «εγώ», οι υπερβάσεις δεν μένουν στη θεωρία. Γίνονται πράξη.