Πάει κι ο Θανάσης! Ένας ήταν, είναι και θα είναι για πάντα στις καρδιές και τις αναμνήσεις όλων, ο Θανάσης. Άλλος δεν υπήρχε, μήτε και θα υπάρξει άνθρωπος άλλος στον «Θανασάρα». Τον δισεκατομμυριούχο, τον επιχειρηματία που ήταν μεταξύ των πιο ισχυρών οικονομικών παράγοντων της χώρας, τον μεγάλο «αδελφό» των οπαδών του Παναθηναϊκού, που του μιλούσες στον ενικό -γιατί το επιζητούσε- και αστειευόσουν μαζί του -πάλι γιατί το επιζητούσε- σαν ήταν ένας φίλος από τα παλιά.
Η έμφυτη απλότητα του, η ταπεινότητα του και η παιδικότητα που είχε, ήταν τα στοιχεία του χαρακτήρος του, που έκαναν τον τιτάνα Θανάση, να ξεχωρίζει. Ο τελευταίος των Γιαννακόπουλων, ο τελευταίος των «Μοϊκανών», εκείνων των παραγόντων που είχαν ερασιτεχνική νοοτροπία, καρδιά και προσέγγιση των πραγμάτων αλλά γιγάντωσαν το μπάσκετ σε ένα άκρως επαγγελματικό περιβάλλον με ανυλοπόγιστη οικονομική θυσία, μεγαλώνει ένα κενό που δεν είναι απλά δυσαναπλήρωτο. Είναι απολύτως μη αναπληρώσιμο. «Με τίποτα και για τίποτα», όπως ήταν μια ατάκα που συνήθιζε να χρησιμοποιεί για να αποκλείσει το ενδεχομένο μιας μεταγραφής ή απώλειας ενός παίκτη…
Η ιστορία των Γιαννακόπουλων είναι σαν παραμύθι. Από το μηδέν, στην κορυφή. Και στο επιχειρείν και στον (εξίσου δύσκολο) πρωταθλητισμό. Σαν ταινία του Χόλιγουντ, από αυτές που λατρεύει να παρακολουθεί το κοινό και σιγά-σιγά ταυτίζεται με τους πρωταγωνιστές. Καλή ώρα σαν το παραμύθι που παρακολουθούμε με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Βιοπαλαιστές, άνθρωποι που μόχθησαν και πάλεψαν σκληρά και κατέκτησαν κορυφές. Και το αφήγημα γίνεται ακόμη πιο δυνατό και όμορφο, διότι το χρήμα, η δόξα και η ισχύς (με όποια έννοια της) δεν αλλοίωσε τους χαρακτήρες τους. Σπάνιο πράγμα. Σπανιότερο στην εποχή μας.
Τέτοιοι ήταν οι Γιαννακόπουλοι. Τέτοιος χαρακτήρας ήταν ο Θανάσης Γιαννακόπουλος, με τον θάνατο του οποίου μπαίνει τέλος σε μια εποχή πιο αθώα, πιο αγνή, με ισχυρές αξίες και ανθρωπιά χωρίς όρια και εκπτώσεις. Δημοσιογραφώντας από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και παρακολουθώντας από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 το ρεπορτάζ του μπασκετικού Παναθηναϊκού, βιώνοντας από κοντά τη «χρυσή εποχή» του ΠΑΟ, οι ιστορίες με τους Γιαννακόπουλους να είναι αμέτρητες. Από χθες το πρωί που έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου του Θανάση Γιαννακόπουλου, από εκεί που αρχικά μου ήρθαν 2-3 από αυτές στο μυαλό, όσο περνούν οι ώρες ξεπετιώνται η μία μετά την άλλη…
Αλλά ιστορίες για τον «Θανασάρα» έχουν να διηγηθούν όλοι, μα όλοι, όσοι δραστηροποιήθηκαν στον χώρο του αθλητισμού με τον οποιονδήποτε τρόπο. Γιατί ο Θανάσης ήταν παντού. Στο μπάσκετ, στο ποδόσφαιρο, στο βόλεϊ… Στον Παναθηναϊκό, στις λίγκες, στις ομοσπονδίες, στις εξέδρες. Σε εκλογές, εκδηλώσεις, αγώνες, προπονήσεις. Μα κυριολεκτικά, παντού και κοντά σε όλους. Όλοι, έχουμε να διηγηθούμε ιστορίες για τον «Τυφώνα». Άλλοι λιγότερες, άλλοι περισσότερες…
Κοινός παρανομαστής σε όλες η ανθρωπιά του, ο παρορμητισμός του, ο αυθορμητισμός του, οι εκρήξεις του, το πάθος του για να κερδίσει. Ένα πάθος που δυστυχώς στη σύγχρονη Ελλάδα υπάρχει μεν αλλά με λανθάνουσα, αρρωστημένη θα έλεγα, μορφή. Δεν είναι πάθος για την ομάδα μας. Είναι πάθος για τη νίκη και την ικανοποίηση μέσω αυτής, παθιασμένο μίσος για τον αντίπαλο και κάπου στα βάθη της ψυχής, αγάπη για την ομάδα.
Ο Θανάσης ήταν παθιασμένος με τον Παναθηναϊκό αλλά όχι φανατισμένος. Έσκαγε από στεναχώρια στις ήττες, σε σημείο να ξεσπά αρκετές φορές σε κλάματα, αλλά αναγνώριζε την αξία του αντιπάλου και κυρίως τον σεβόταν. Χαιρόταν σαν μικρό παιδί σε κάθε νίκη και κάθε τίτλο, αλλά ουδέποτε πρόσβαλε ή απαξίωνε τον αντίπαλο. Απολάμβανε τη χαρά της επιτυχίας και έβρισκε ευκαιρία να γλεντήσει με τη ψυχή του, παρέα με τα «παιδιά» του, κλέβοντας πάντα την παράσταση κάθε φορά που η ομάδα πανηγύριζε σε κάποιο μπουζουκτσίδικο τα παράσημα της χρονιάς.
Δεν παρήγγελνε λουλούδια για να τα πετάει μόνος του. Μοίραζε σε όλους, μόνος του στον κάθε έναν ξεχωριστά για τα πετάξουν εκείνοι. Δεν ανέβαινε στην πίστα να χορέψει και από κάτω να του χτυπούν παλαμάκια. Ανέβαζε άλλους να χορέψουν και γονάτιζε να τους αποθεώσει με χειροκροτήματα ρυθμικό. Η χαρά των υπολοίπων έκανε τη δική του χαρά ολόκληρη. Αυτό μάλλον ήταν και το μεγαλύτερο κίνητρο του για να θέλει τις επιτυχίες του Παναθηναϊκού: να μοιράζει χαρά σε εκατομμύρια ανθρώπους.
Λένε, ότι η ψυχή ενός ανθρώπου αποτυπώνεται στο βλέμμα και το χαμογέλο. Ο Θανάσης, όπως και ο Παύλος, όταν μιλούσαν είχαν καθάρια ματιά, ζεστό χαμόγελο. Στα αστεία, τα πειράγματα και τα πονηρά ανέκδοτα που λάτρευαν να λένε, πάντα ψιθυριστά σαν τα παιδιά του Δημοτικού στο διάλειμμα για να μην τους ακούσουν οι τριγύρω, τα μάτια έλαμπαν, το χαμόγελο άστραφτε.
Πιθανολογώ πως τέτοια λάμψη πρέπει να είχαν όταν ένα απόγευμα, για χάρη του ρεπορτάζ, «έμπλεξα» ανάμεσα τους. Θα προχωρήσω στην ιστορία, αφού διευκρινίσω προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, πως ο Θανάσης ήταν ο πιο αυθόρμητος, ο πιο εκδηλωτικός, ο πιο συναισθηματικός από τον Παύλο. Ο Παύλος ήταν πιο σοβαρός, πιο μετρημένος, πιο οργανωτικός, με τη λογική να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στις αποφάσεις του. Αλλά μην φανταστείτε! Σαν να μιλάμε για βούτυρο και βιτάμ…
Σε κάποια επικοινωνία, λοιπόν, με τον Θανάση Γιαννακόπουλο, μου αποκάλυψε μια μεταγραφή που ήταν έτοιμη να ολοκληρωθεί. «Σωτηράκη, σε ορκίζω. Μην γράψεις τίποτα αν δεν στο πει ο Παύλος. Σε παρακαλώ πολύ, μιλησε του, προσπάθησε να του το βγάλεις αλλά δεν στο πει μην γράψεις τίποτα».

Το αποκλειστικό στο «πιάτο» και η επιτυχία δεδομένη. Η επικοινωνία με τον Παύλο Γιαννακόπουλο, ήταν όπως πάντα απολαυστική αλλά εν προκειμένω έκρυβε και μια αλησμόνητη έκπληξη. Η αντίδραση με είχε αφήσει άναυδο και δεν μου άφηνε περιθώρια στον χειρισμό.
Αφού ειπώθηκαν τα τυπικά και συνηθισμένα, αφού δεν έβγαινε από το στόμα του Παύλου το όνομα του παίκτη, αφού πίεσα όσο πιο ευγενικά μπορούσα, δεν άντεξα και του πέταξα εγώ το όνομα: «Πρόεδρε, να σας ρώτησω για κάποιον συγκεκριμένα; Μου είπαν για τον τάδε παίκτη ότι μπορεί να ενδιαφέρει τον Παναθηναϊκό; Ισχύει;»
«Να πεις σε αυτόν που στο είπε ότι είναι μαλάκας! Αυτό να του πεις! Πες του οτι το είπα στον κ.Παύλο και μου είπε να σου πω ότι είσαι μαλάκας! Ετσι να του πεις. Δεν έχει γίνει καμία κίνηση, όπως σου είπα στην αρχή» αποκρίθηκε φωνάζοντας ο Παύλος.
Τι να αποκριθείς; Αλλά και τι να σκεφτείς; Όσο περνούσαν τα χρόνια και αποκτούσα κάποια εμπειρία, προσέγγιζα κάθε φορά και διαφορετικά το συγκεκριμένο περιστατικό. Ακόμη δεν ξέρω, αλλά θεωρώ πιο πιθανό, να ήταν και στα δύο τηλεφωνήματα δίπλα-δίπλα και να έκαναν από «πολιτική», μέχρι πλάκα.
Όπως και να είχε, είτε για τέτοιες απίστευτες φάσεις, είτε για «φωνές» επίκρισης επειδή κάτι στα γραφόμενα δεν του άρεσε, στον Θανάση δεν μπορούσες να κρατήσεις κακία. Γιατί δεν σου κρατούσε ούτε εκείνος. Τα έλεγε, ξεθύμαινε, σε αγκάλιαζε γιατί σεβόταν τη διαφορετική άποψη και αφού έβγαζε παράπονο, σαν μικρό παιδί, το προσπερνούσε.
Ίσως αυτός ο προσδιορισμός είναι ο καλύτερος για τον Θανάση Γιαννακόπουλο. Ήταν ένας γίγαντας με ψυχή παιδιού. Αντιδρούσε σαν παιδί σχεδόν σε όλα του. Από τους πανηγυρισμούς, όπως στο Παλέ Ντε Μπερσί το 1996 όταν ανέβηκε στους ώμους του οδηγού του -που ήταν κάτι σαν πιστός φίλος του- Κώστα Χουλιάρα ή όταν «σκαρφάλωσε» στην αγκαλιά του Ντέγιαν Μποντίρογκα στη Θεσσαλονίκη το 2000. Όταν, για το γούρι, «έσφιγγε» τις γροθιές στο ύψος του προσώπου του σε κάθε κρίσιμη βολή αντιπάλου. Αλλά και όταν έκλαιγε στα επίσημα, έπειτα από κάποια ήττα του Παναθηναϊκού. Σαν παιδί πανηγύριζε, σαν παιδί στεναχωριόταν.
Σαν παιδί έκανε, όταν πίστευε ότι τον αδικούσαν και το κατέθεσε βγάζοντας παράπονο και στη συνέχεια δηλώνοντας την ανιδιοτελή αγάπη του. Σε παίκτες, προπονητές, διαιτητές, παράγοντες, δημοσιογράφους…. Πάντα κατέληγε λέγοντας «αλλά εγώ ρε μπαγάσα σε αγαπάω….»
Σαν παιδί αντέδρασε και σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις που συμμετείχε και όπως πάντα σάρωνε. Στη μία, στην ΕΠΟ, κάποιος εκπρόσωπος δεν τον είχε ψηφίσει και στην άλλη, στον Ερασιτέχνη, ένα μέλος. Παρά μία ψήφος θα έπαιρνε, όπως περιέγραφε συχνά, το απόλυτο. Και τις δύο φορές, έψαχνε να βρει ποιος ήταν ο ένας που δεν τον ψήφισε και θυμόταν ότι στην ΕΠΟ ήταν ένας που του είπε «ότι το έκανα από ζήλεια για την καθολική αποδοχή σου» και στον Ερασιτέχνη ήταν πρόσωπο του συγγενικού περιβάλλοντος του που ήθελε να του κάνει πλάκα!
Σαν παιδί έτρεχε να αγκαλιάσει τους παίκτες της ομάδας, που πρώτα θαύμαζε και μετά είχε στη «δούλεψη» του. Σαν παιδί έσπευδε να τους πειράξει για το οτιδήποτε, ενισχύοντας πάντα το καλό κλίμα.
Ταυτόχρονα όμως είχε τη σοφία, αλλά και την καπατσοσύνη, να διαχειρίζεται κρίσεις. Όπως τη μεγαλύτερη που θρυλείται οτι χειρίστηκε ένα Σαββατοκύριακο του 2011 σε ένα τετ-α-τετ κάπου στο Ψυχικό. Αλλά και σαν εκείνη, της τελευταίας ανανέωσης του συμβολαίου του Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς, όταν κατά τη διάρκεια της προθέρμανσης πήγε στη γραμματεία, πήρε το μικρόφωνο και ανακοίνωσε τη συμφωνία με τον Σέρβο προπονητή, που λέγεται ότι δεν είναι ολοκληρωθεί πλήρως. Ή όταν το 2012, σε μια δύσκολη και στενάχωρη στιγμή, ήταν εκείνος που απορρόφησε την ένταση και το άφησε αμέσως πίσω του, για το καλό του Παναθηναϊκού και της οικογένειας. Άλλωστε κάθε «παιδί» πρώτα από όλα θέλει η οικογένεια του να είναι καλά και να συνεχίσει να χαίρεται με το αγαπημένο παιχνίδι του, που για τον «Θανασάρα» ήταν ο Παναθηναϊκός.
Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν, αλλά δεν πεθαίνουν ποτέ. Τέτοιος είναι ο Θανάσης. Μαζί του φεύγουν και τα καλύτερα μας χρόνια. Χρόνια χρυσά…