Και ξαφνικά η αγαπημένη εκπομπή των συνταξιούχων – μετά ασφαλώς από αυτή του Γιώργου Αυτιά – έγινε πρώτο θέμα συζήτησης στα ελληνικά social media. O Σπύρος Παπαδόπουλος την παραμονή των Χριστουγέννων κάλεσε την Πάολα, έκανε ρεκόρ θεαματικότητας και με αφορμή την αμφιλεγόμενη επιλογή της τραγουδίστριας να ερμηνεύσει Μάνο Χατζιδάκι, οι γνωστοί νταβατζήδες της ποιότητας ξεχύθηκαν σε facebook και twitter και ξεκίνησαν έναν ακόμη καυγά, από εκείνους που μοιάζουν παντελώς ανούσιοι αλλά ξαφνικά απασχολούν χιλιάδες ανθρώπους!
Επί του προκειμένου: Είναι δικαίωμα κάθε καλλιτέχνη να τραγουδήσει ό,τι γουστάρει. Η κριτική μπορεί να αφορά την επάρκειά του απέναντι στο τραγούδι και όχι τον πρότερο βίο του. Και άλλωστε ποιος καθορίζει την «εντιμότητα» του πρότερου βίου; Για εμένα , ας πούμε, το ρεπερτόριο του Γιάννη Κότσιρα, για τον οποίο δεν υπάρχει ένσταση όταν τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη, δεν διαφέρει σε τίποτα από το ρεπερτόριο του Σάκη Ρουβά που προκάλεσε ορυμαγδό αντίστοιχο με τον τωρινό της Πάολας, όταν ερμήνευσε «Άξιον Εστί». Και οι δυο , στα δικά μου αυτιά, απευθύνονται κατά κύριο λόγο στις κοριτσίστικες καρδιές, χρησιμοποιώντας διαφορετικό περιτύλιγμα ο καθένας, αλλά τον ίδιο, επιφανειακό τρόπο. Κι έπειτα, στην επίμαχη εκπομπή, η Πάολα τραγούδησε και Κραουνάκη. Ο οποίος Κραουνάκης έχει δώσει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, το «Αυτή η νύχτα μένει», στην Δήμητρα Παπίου, μια τραγουδίστρια με μεγάλη θητεία στις «πίστες της ντροπής» .
Αν υπάρχει κάτι που με ενοχλεί προσωπικά σε τέτοιες διασταυρώσεις είναι ο χώρος όπου ακούγεται ένα τραγούδι. Για παράδειγμα όταν ο Notis ενέταξε στο πρόγραμμά του σε γνωστό σκυλάδικο την «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» («άιντε θύμα, άιντε ψώνιο») με ενόχλησε πολύ. Βάρναλης ανάμεσα σε λουλουδοπόλεμο, μεθυσμένους, τσιφτετέλια, νεοπλουτισμό και δηθενιά, ναι, αυτό πράγματι το βρήκα προσβολή. Ο Τσαλίκης σε πρωινάδικο να δολοφονεί την «Μικροπαντρεμένη», λίγο πριν η Λίτσα Πατέρα πει τα ζώδια και κάποιος σεφ μαγειρέψει γιουβαρλάκια, αυτό επίσης το βρήκα προσβλητικό. Η Πάολα να τραγουδάει Χατζιδάκι σε μια εκπομπή που έχει κάνει κατά καιρούς αφιέρωμα σε όλους τους μεγάλους της ελληνικής μουσικής, δεν μου φάνηκε προσβολή. Κι αυτό, πάντως, αποτελεί δική μου πετριά και , ασφαλώς, όχι κάποιο αξίωμα.
Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο εντούτοις και στην συγκεκριμένη ιστορία, με εντυπωσίασε το πάθος των «αντιμαχόμενων» πλευρών. Και κυρίως, των τιμητών του Χατζιδάκι. Σκέφτομαι, καθώς το 2016 που ολοκληρώνεται μπορεί να χαρακτηριστεί και ως η χρονιά της καθολικής επικράτησης του λαϊκισμού, ότι η αποτυχία των «ελίτ» να πείσουν την πλατιά μάζα για την αξία των αισθητικών επιλογών τους, ξεκινάει από κάτι τέτοια , φαινομενικά ανούσια πράγματα: Την ψευδεπίγραφη αίσθηση ανωτερότητας ορισμένων και την επίφαση καλλιέργειας που κραδαίνουν ως απάντηση σε κάθε αντίπαλο επιχείρημα. Η ουσιαστική καλλιέργεια , βεβαίως, δεν οδηγεί σε αίσθηση ανωτερότητας, ούτε σε κηρύγματα με το δάχτυλο υψωμένο. Οδηγεί απλώς, σε καλύτερη κατανόηση του κόσμου.
Με πιο απλά λόγια, η αποτυχία των «ελίτ» να πείσουν την πλατιά μάζα για την αξία των αισθητικών – και όλων των άλλων - επιλογών τους, ξεκινάει από το γεγονός ότι οι σύγχρονες «ελίτ» δεν ήταν τελικά ποτέ ελίτ, απλώς τους αρέσει να πλασάρονται για τέτοιες. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις, υποθέτω, θα γελούσε μαζί τους. Και πιθανόν να διασκέδαζε με την Πάολα. Διότι ο Χατζιδάκις δεν υποκρινόταν την πρωτοπορία. Ήταν πνευματική πρωτοπορία. Με τρόπο που ακόμα και σήμερα μάλλον λίγοι εκ των θαυμαστών του κατανοούν – κατανοούμε αληθινά.