Οι άνθρωποι που έχουν ακούσει έστω και ένα κομπλιμέντο στη ζωή τους για τον τρόπο που γράφουν, ζηλεύουν φριχτά όταν πέσουν πάνω σε έναν γραφιά σαφώς πιο ταλαντούχο από τους ίδιους . Τον Ηλία Αναστασιάδη τον ζηλεύω φριχτά! Και τον θαυμάζω επίσης. Μου συμβαίνει και με πολλούς άλλους εξαιρετικούς συναδέλφους. Δεν θα σας παραθέσω λίστα, πάντως θα ήθελα να γράφω όπως αυτοί. Δεν τα καταφέρνω, προφανώς, ωστόσο όσο ζεις ελπίζεις.
Η περίπτωση του Ηλία ήταν ευθύς – εξαρχής διαφορετική. Δεν τον ζήλεψα - μόνο – για το γράψιμό του. Υπήρχε κάτι άλλο εκεί, κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω ακριβώς, το οποίο έκανε τα κείμενά του, είτε τα ανάλαφρα, είτε τα βαριά, να αιωρούνται πάνω από την πλειονότητα των άρθρων και των θεμάτων του ελληνικού ίντερνετ, ως κάτι αβίαστα μοναδικό. Ταλέντο θα μου πεις, εντάξει. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Τότε τι άλλο ήταν;
Διάβασα την «Δευτέρα» και επιτέλους κατάλαβα. Όπως ίσως θα έχετε πληροφορηθεί η «Δευτέρα» είναι η γραπτή απεικόνιση της εξάρτησης και της απεξάρτησης του Ηλία Αναστασιάδη από τον τζόγο. Η οποία δεν απευθύνεται μονάχα σε νυν ή πρώην εθισμένους. Απευθύνεται σε όλους τους «καμπούρηδες» αυτού του δύσκολου κόσμου.
Στους ανθρώπους, δηλαδή, που κουβαλούν τις αποσκευές της ζωής τους επ’ ώμου, δίχως να αφήνουν κανένα να τους βοηθήσει, δίχως να τις μοιράζονται, δίχως να τις δείχνουν πουθενά. Απλώς τις κουβαλούν, μέρα βγαίνει, μέρα μπαίνει, γέρνοντας όλο και περισσότερο από το βάρος. Κάποιοι θα «σπάσουν», κάποιοι θα «αντέξουν» αλλά δεν νομίζω ότι έχει και μεγάλη διαφορά. Το βάσανο είναι αντίστοιχο και για τους μεν και για τους δε. Είναι το βάσανο του κυρτού βίου.
Ο Ηλίας Αναστασιάδης, με την «Δευτέρα» του, προτείνει την εναλλακτική. Μια εναλλακτική, διόλου εύκολη οφείλω να επισημάνω: Την εναλλακτική της απόλυτης ειλικρίνειας. Ο Ηλίας, όσο κλισέ κι αν ακουστεί, στις σελίδες του βιβλίου ξεγυμνώνεται με έναν τρόπο που προσωπικά τον βρήκα τρομακτικό! Προσπαθούσα να μπω στη θέση του, να φανταστώ πώς ένιωθε την ώρα που έβγαζε από μέσα του και παρέθετε στο χαρτί τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τις αλήθειες της περιπέτειάς του και κοκκίνιζα, ζοριζόμουν, ντρεπόμουν, κρυβόμουν κάτω από τα σκεπάσματα: Χριστέ μου, ρε Ηλία, είναι δυνατόν να αφήνεις όλο τον κόσμο να σε δει γυμνό; Κι όμως είναι. Αρκεί πρώτα να τον έχεις δεις εσύ. Όταν λέμε να τον έχεις δει, να τον έχει δει! Όχι επιδερμικά, σε έναν καθρέφτη προσεκτικά διαλεγμένο για να σε κολακεύει ή ακόμα χειρότερα, σε έναν καθρέφτη που ενισχύει την τάση σου για αυτολύπηση. Να τον έχεις δει ακριβώς όπως είναι. Να τον έχεις δει και να έχεις σοκαριστεί, θυμώσει, στεναχωρηθεί, προτού αποφασίσεις να κάνεις κάτι για να αλλάξεις όσα αλλάζουν. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία της αλλαγής, να τον αποδεχτείς και ίσως να τον αγαπήσεις.
Ο Ηλίας Αναστασιάδης περιγράφει βήμα – βήμα την απόσταση από τον εξευτελισμό ως την εξιλέωση. Δεν προσπαθεί να σε πείσει ότι έχει βρει το ελιξίριο της ευτυχίας. Αλλά σε πείθει ότι τα έχει βρει με τον εαυτό του. Και δεν καμπουριάζει πια - δηλαδή καμπουριάζει από φυσικού του αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Χρειάστηκε κόπος, προσπάθεια, πόνος και μπόλικη συμπαράσταση από τους άλλους – οι άλλοι δεν είναι κομπάρσοι στο δράμα που έχουμε σκηνοθετήσει για τον εαυτό μας, είναι ουσιαστικά στηρίγματα λέει ο Ηλίας. Κάτι θα θα ξέρει. Αλλά το πρώτο βήμα προς την όποια λύτρωση ή το όποιο ξαλάφρωμα, είναι η ειλικρίνεια.
Η ειλικρίνεια λοιπόν. Ο Ηλίας γράφει με ειλικρίνεια. Αυτό ήταν το κάτι που συνήθως έκανε τα κομμάτια του να ξεχωρίζουν. Και που κάνει το βιβλίο του οδυνηρό και λυτρωτικό μαζί. Και κάπως παράταιρο με τα τρέχοντα ήθη, δημοσιογραφικά και άλλα εδώ που τα λέμε.
Ζηλεύω τα καλά κείμενα. το παραδέχομαι. Την ειλικρίνεια του Ηλία Αναστασιάδη εντούτοις, την ζηλεύω μεν, αλλά όταν την κάνω δική μου, εξακολουθεί να μου προκαλεί τρόμο! Πράγμα που δείχνει ότι ο Ηλίας δεν είναι μόνο ένας από τους πλέον ταλαντούχους γραφιάδες της γενιάς του. Είναι και ένας από τους πιο γενναίους.