MENU

Πριν από κάμποσο καιρό, περπατούσα στο Ηράκλειο. Σε κάποιο μικρό παρκάκι ένα αγόρι και ένα κορίτσι, κοντά στα είκοσι, αγκαλιασμένοι και - υποθέτω - ερωτευμένοι, φιλιόντουσαν ακουμπισμένοι σε ένα δέντρο, αδιαφορώντας για τον υπόλοιπο κόσμο. Το αγόρι κάπνιζε. Προσπάθησα να προσπεράσω, δίχως να τους ενοχλήσω. Μέχρι που το αγόρι, θεώρησε, λογικά, ότι χρειάζεται και το δεύτερο χέρι του, για να ολοκληρώσει την περίπτυξη. Πέταξε το αναμμένο τσιγάρο μέσα στο Πάρκο. Έκανα μεταβολή, πλησίασα όσο πιο διακριτικά μπορούσα (ή μπορεί και όχι τόσο διακριτικά, δεν θυμάμαι), και έσβησα τη γόπα με το παπούτσι μου. Το αγόρι άνοιξε τα μάτια. Και με κοίταξε. Αγριεμένο! Έφυγα.

Οι εικόνες από την Αττική δεν χρειάζονται λεζάντα. Ο φριχτός αριθμός που ολοένα μεγαλώνει, σου παγώνει το αίμα.

Διαβάζω και ακούω για πρωτοφανή τραγωδία. Αλλά εμένα όλα αυτά κάτι μου θυμίζουν. Σαν να τα έχω ξαναδεί. Σα να τα έχω ξανακούσει. Σαν να τα ζω ξανά και ξανά, εγκλωβισμένος σε μια αέναη λούπα, με καμένες σορούς στο φόντο.

Άνθρωποι απανθρακώνονται - όχι σε κάποια εσχατιά του πολιτισμού μα - σε κατοικημένες περιοχές, με υποδομές, δρόμους, υποτιθέμενη αντιπυρική πρόβλεψη.

Ο πρωθυπουργός αγωνιά σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση να εκμαιεύσει από τους επικεφαλής της Πυροσβεστικής την πολυπόθητη διαβεβαίωση ότι υπήρξαν ταυτόχρονα πολλές εστίες φωτιάς.

Το ανέκδοτο της «ασύμμετρης απειλής» του 2007, έγινε «ασύμμετρο φαινόμενο» το 2018.

Ναι, το έχω ξαναζήσει.

Δεν καιγόμαστε λόγω εγκληματικής ανικανότητας και διαχρονικής αβελτηρίας. Δεν καιγόμαστε επειδή οι πυροσβέστες δεν διαθέτουν ούτε τα βασικά , όπως καταγγέλλουν οι ίδιοι. Δεν καιγόμαστε επειδή το κράτος επέτρεψε την άναρχη και δίχως τον παραμικρό σχεδιασμό ανάπτυξη, μέσα σε δάση. Ούτε επειδή αδυνατεί να λάβει τα στοιχειώδη μέτρα αντιπυρικής προστασίας. Δεν καιγόμαστε επειδή δεν υπάρχει ενημέρωση, παιδεία, σωστή νοοτροπία ή έστω ένα εμπεδωμένο σχέδιο αντίδρασης για τους κατοίκους των περιοχών υψηλού κινδύνου.

Όχι. Καιγόμαστε επειδή μας καίνε. Εμάς μόνο. Από όλες τις χώρες του κόσμου που αντιμετωπίζουν πυρκαγιές, μονάχα τη δική μας ομορφιά ζήλεψαν κάποιοι αόρατοι τρομοκράτες και αποφάσισαν να την κάψουν.

Και όταν ξεφτίσει αυτό το σενάριο, θα πάμε στο άλλο. Καήκαμε επειδή οι προηγούμενοι διέλυσαν τη χώρα. Ή καήκαμε επειδή οι νυν διέλυσαν τη χώρα.

Και θα συνεχίσουμε να καιγόμαστε. Και να πνιγόμαστε. Και σκοτωνόμαστε στους δρόμους. Και να θρηνούμε. Όσο αδυνατούμε να εμπεδώσουμε την αίσθηση της ατομικής ευθύνης, όσο αποφεύγουμε την αυτοκριτική, όσο αρκούμαστε στις φωνές κατά των αρμοδίων, όσο

δεν μαθαίνουμε στα παιδιά μας πως όταν πέφτουν πάνω σε ένα τραπεζάκι, δεν φταίει το κακό τραπεζάκι αλλά τα ίδια που δεν πρόσεχαν, τόσο θα μετράμε νεκρούς.

Ακούγεται υπεραπλουστευτικό. Όμως καμιά φορά τα πράγματα είναι τόσο απλά: αν δεν μάθουμε πρώτα εμείς να αναλαμβάνουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, δεν θα μάθουμε και να την αποδίδουμε δίκαια στους άλλους, όταν έρθει η ώρα. Στις κάλπες ή οπουδήποτε άλλου. Κι έτσι θα παραμείνουμε εσαεί μια χώρα ανεύθυνων, κλισέ και επαναλαμβανόμενη, ακόμα και στις τραγωδίες της.

Το είχε θέσει πολύ πιο περιεκτικά ο Μάνος Χατζιδάκις: «Η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα αναστηθεί».

Εντωμεταξύ, θα πεθαίνουν με τον χειρότερο τρόπο, οι κάτοικοί της.

Πώς φτάνεις, λοιπόν, το 2018 να μετράς δεκάδες νεκρούς από πυρκαγιές; Μπορεί να φταίει ο πρωθυπουργός και το υπουργικό συμβούλιο. Οι Δήμοι. Ο κακός συντονισμός, ο κακός μας ο καιρός, όλα τα παραπάνω.

Αλλά ρε γαμώτο, όση ώρα παρακολουθώ πλάνα της καταστροφής, δεν μου φεύγει από το μυαλό ότι τελικά η απόσταση ανάμεσα σε δυο ερωτευμένα παιδιά και ένα σωρό πτωμάτων είναι μονάχα ένα - αναμμένο – τσιγάρο δρόμος…

Θερμά συλλυπητήρια στις οικογένειες των θυμάτων.

Ένα αναμμένο τσιγάρο δρόμος