Υπήρχαν λόγοι τελικά για να παρακολουθήσεις την πρεμιέρα της Super League. Και δεν ήταν όλοι αρνητικοί, ως συνήθως. Μπορεί να έβλεπες το άλλοτε χαλί του Καραϊσκάκη να έχει μετατραπεί σε χωράφι ή το γήπεδο της Ξάνθης να μοιάζει με βοσκοτόπι, μπορεί να έπεσαν κάνα δύο φορές τα φώτα, αλλά και τις διαιτησίες μας είχαμε να συζητάμε και γκολάρες είδαμε, και έναν Λιβάγια να κάνει μάγια, πολύ πάνω από το επίπεδο της Λίγκας, και 4 γκολ σε ένα ημίχρονο στη Νέα Σμύρνη.
Αναμφίβολα όμως, υπήρχαν δύο θέματα που έκλεψαν την παράσταση. Το πρώτο, αμιγώς ποδοσφαιρικό ήταν ο Παναθηναϊκός. Δεν ξέρω πόσοι εξεπλάγησαν από την εικόνα του. Στην Ελλάδα δεν έχουμε μέτρο άλλωστε, σε κανένα θέμα, οπότε έκανε θόρυβο η επικράτηση του Παναθηναϊκού, όχι τόσο για το 1-0 αλλά κυρίως για τον εμφατικό τρόπο που επετεύχθη, κόντρα σε έναν παραδοσιακά δύσκολο αντίπαλο, που τα βρίσκει πάντα σκούρα, έχει καλή έδρα και είχε ακόμα καλύτερη διαιτησία.
Αυτό που φάνηκε στο γήπεδο είναι ότι ο Δώνης πέτυχε τον πρώτο στόχο. Να κρατήσει την ομάδα με κλειστά αυτιά. Μακριά από τα social media που ουρλιάζουν, τις στοιχηματικές που τον έδιναν φαβορί για υποβιβασμό, τον κόσμο που είναι στα κάγκελα με τον Αλαφούζο, ο Δώνης παρουσίασε μια ομάδα που στο 5ο λεπτό του αγώνα είχε δώσει την εντύπωση ότι θα χάσει μόνο κατά λάθος: Πήγαιναν όλοι σαν καμικάζι στη μπάλα, με αυταπάρνηση και πάθος σαν να έπαιζαν για την επιβίωσή τους. Για αυτό έπαιζαν. Το γκολ του Μπουζούκη, έπειτα από διάφορες χαμένες τελικές προσπάθειες ήρθε να δέσει το γλυκό της μεταστροφής που προκάλεσε από λεπτό σε λεπτό η ομάδα στον κόσμο της: Όλοι είχαν καθίσει να δουν τον Παναθηναϊκό με μισή καρδιά και έφυγαν με γεμάτη.

Ο πανηγυρισμός του πιτσιρικά που θύμιζε Ταρντέλι στο Μουντιάλ του '82, ήταν μια υπενθύμιση σε όλους ότι το ποδόσφαιρο μπορεί απ' τη μια στιγμή στην άλλη να σε... στείλει. Στα ουράνια ή στα τάρταρα. Ο τρόπος που γιόρτασαν το γκολ ο ένας πιτσιρικάς (Χατζηγιοβάνης) με τον άλλον (Μπουζούκης) ήταν η πιο δυνατή στιγμή του ματς, μέχρι την επόμενη, το κλάμα του Εμανουηλίδη. Δεν έχει σημασία αν ήταν λόγω της πίεσης για το αποτέλεσμα ή το βάρος των χαμένων ευκαιριών.
Η ουσία είναι ότι από δύο αντιδράσεις, ο κόσμος ξαφνικά ξανάνιωσε. Συνειδητοποίησε ότι είναι άλλο η όποια αναγούλα μπορεί να προκαλεί η διοίκηση κι άλλο η προσπάθεια όσων φορούν τη φανέλα. Θυμήθηκε τη χαρά του παιχνιδιού, που του είχαν στερήσει, τα... πρωτόγονα συναισθήματα που προκαλεί η μπάλα. Ο Παναθηναικός του Μπουζούκη, του Χατζηγιοβάνη, του Εμμανουλίδη αλλά και του Κουρμπέλη έβγαλε έναν σπάνιο ρομαντισμό που δε μπορούσε να τον προσδώσει κανένας ξένος. Κι αν το Σάββατο απέναντι στη Λαμία βγάλει τα ίδια χαρακτηριστικά τότε από το ένα άκρο της ολοκληρωτικής απαξίωσης, θα φτάσουμε εκεί όπου είχε προαναγγείλει ο προπονητής: Ομάδα και κόσμος να συσπειρωθούν και να γίνονται ένα, μέχρι τουλάχιστον ο τρίτος πυλώνας, της νέας διοίκησης να αποφασίσει να κάνει πράξη το "Show me the money" γυρίζοντας μια και καλή σελίδα στον μεγάλο σύλλογο.
Οι εποχές άλλαξαν: Κάποτε ο ΠΑΟΚ δεν απασχολούσε...
Το δεύτερο θέμα που προκάλεσε... φασαρία ήταν η σκόνη που σηκώθηκε από τη διαιτησία της Τούμπας. Το πέναλτι που καταλογίστηκε από τον Κουτσιαύτη ανέδειξε, κατ' εμέ, το πιο ουσιαστικό συμπέρασμα που αφορά τον ΠΑΟΚ.
Μικρή αναδρομή στο παρελθόν: Ο ΠΑΟΚ ήταν μια ομάδα που, παραδοσιακά για εμάς τους Αθηναίους, ήταν μικρότερος από τα μεγέθη του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού, της ΑΕΚ. Όταν κατέβαινε στην Αθήνα για να παίξει μαζί τους, είχες πάντα την αίσθηση ότι είναι άλλη μια βόλτα στο πάρκο. Το θέμα δεν ήταν το αποτέλεσμα, αλλά πόσα θα γράψει το κοντέρ. Αν έχω λάθος, μπορούν οι Αθηναίοι να το διαψεύσουν. Και δεν αναφέρομαι στο μακρινό 1989 ή στο 1997 ή στο 2005 αλλά μέχρι και πριν μια πενταετία.
Οι εποχές όμως, άλλαξαν. Οι οικονομικές ισορροπίες μεταβλήθηκαν. Η φασαρία που συμβαίνει πλέον σε κάθε ματς του ΠΑΟΚ επιβεβαιώνει αυτό που έχω στο κεφάλι μου: Δεν άλλαξαν μόνο οι εποχές, άλλαξε και το μέγεθος ΠΑΟΚ. Ο «Δικέφαλος του Βορρά» αντιμετωπίζεται πλέον ή ως κυρίαρχος του παιχνιδιού ή ως ισότιμος με τους άλλους μεγάλους.

Ένα πέναλτι σαν αυτό του Πρίγιοβιτς, στο τέλος της δεκαετίας του 2000, δεν θα έβρισκε θέση σε κανένα εξώφυλλο εφημερίδας, ούτε σαν βούλα. Γιατί ο ΠΑΟΚ δεν απασχολούσε, δεν είχε μπει στη μύτη κανενός. Τώρα, δεν είναι ότι γράφουν για τον ΠΑΟΚ οι αρθρογράφοι του ΠΑΟΚ αλλά ότι γράφουν όλοι οι υπόλοιποι για τον ΠΑΟΚ. Οι ρεπόρτερ Ολυμπιακού, οι ρεπόρτερ ΑΕΚ, οι πιο mainstream. Το «έλα μωρέ με τον ΠΑΟΚ» έπαψε να υφίσταται. Ο ΠΑΟΚ θα πάρει αργά ή γρήγορα το πρωτάθλημα, είναι μαθηματικά βέβαιο, με τέτοιες επενδύσεις που κάνει. Ωστόσο δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάκτηση από την προαναφερόμενη. Ο ΠΑΟΚ «κατέκτησε» κάτι περισσότερο από έναν τίτλο. Να ασχολείται μαζί του όλη η Ελλάδα. Να παρακολουθούν όλοι τα παιχνίδια του. Να είναι μαζί του ή απέναντί του. Κάποιοι τον αγαπούν παράφωρα, κάποιοι τον φθονούν. Σταμάτησε όμως, να είναι... αδιάφορος.
Ο ΠΑΟΚ ζει κάτι πρωτόγνωρο. Κι από τη διαχείριση που θα κάνει απέναντι στον πανίσχυρο ανταγωνισμό που έχει, θα εξαρτηθεί πόσο γρήγορα θα περάσει στην επόμενη πίστα. Μόλις πέρυσι έμαθε να ζει κάτω από την πίεση του πρωταθλητισμού. Οι αντίπαλοι ή ακόμα και ο κόσμος του, δυσκολεύονται να διαχειριστούν αυτό που συμβαίνει. Αλλά είναι η πραγματικότητα. Ο ΠΑΟΚ κρίνεται, επικρίνεται με τρόπο ασυνήθιστο για όλους μας. Γιατί πλέον είναι πιο πιθανό να τον φοβούνται παρά να τον λυπούνται. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει πρώτα και πάνω απ' όλους να το συνηθίσουν στον ίδιο τον οργανισμό του ΠΑΟΚ...