Αν πάρει κάποιος τις δύο ομάδες του κυριακάτικου ντέρμπι του Καραϊσκάκη και τις πάει στην Τούμπα, τους αλλάξει φανέλες, τις βάλει να παίξουν το ίδιο ματς και μετά ρωτήσει κάποιον να του πει ποιος κέρδισε, προφανώς δεν υπάρχει περίπτωση να πάρει απάντηση «Ολυμπιακός».
Χθες έγραφα ότι οι δύο ομάδες πηγαίνουν να παίξουν ένα ντέρμπι με μια σπάνια ευκαιρία να το προετοιμάσουν -αγωνιστικά και ψυχολογικά- φορώντας για λίγο ο ένας τα παπούτσια του άλλου. Όπως ακριβώς συνέβη δηλαδή. Το χθεσινό ματς το πήρε ο «ΠΑΟΚ της Τούμπας» και το έχασε η ομάδα που προσπάθησε να παίξει πιο επιθετικό, πιο ξεκάθαρα δομημένο ποδόσφαιρο. Για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια, νομίζω ότι το έχασε ταυτόχρονα και η ομάδα με την καλύτερη και πιο ποιοτική γραμμή επίθεσης. Καθότι, ας μην κοροϊδευόμαστε: με εξαίρεση τον Φορτούνη, η τριπλέτα «Πάρντο – Ανδρούτσος – Ανσαριφάρντ» δεν διαθέτει ακριβώς την ποιότητα της «Βιεϊρίνια – Μακ – Πρίγιοβιτς».
Να το πούμε πιο απλά; Το πήρε η ομάδα που (γνώριζε ότι) έπαιζε με την πλάτη στον τοίχο, που είχε τσαμπουκά, που είχε πάθος και σκληράδα, που είχε διάθεση να ρισκάρει τα πάντα βάζοντας τα πόδια της στη φωτιά. Επίσης -και αυτό το πιστώνεται ξανά ο Λεμονής- που γνώριζε μέχρι πού έφταναν οι δυνατότητές της αυτή την εποχή και με τα όσα αγωνιστικά προβλήματα έχει αντιμετωπίσει φέτος.
Βεβαίως, είχε και μια... ελαφρώς πιο βαριά φανέλα. Και αυτό αναφέρθηκε επίσης στο χθεσινό κομμάτι. Καθότι ασχέτως αν αρέσει ή δεν αρέσει, ο Ολυμπιακός, ανεξαρτήτως παικτών, προπονητή, διοίκησης, κατάστασης, φόρμας, εποχής, συγκυριών και δεν ξέρω 'γω τι άλλο, είναι η ομάδα που έχει αποδείξει ανά τις δεκαετίες ότι ατσαλώνεται όταν την αμφισβητούν. Φαινόμενο που έχει γιγαντωθεί ειδικά τα τελευταία 20 χρόνια όταν είχε και ξεκάθαρη διαφορά ποιότητας.
Με εξαίρεση το τελευταίο, όλα τα προηγούμενα υποθέτω θυμίζουν κάτι στους ΠΑΟΚτζήδες και τα εντός έδρας ματς με τον Ολυμπιακό. Όπως έπαιρνε (όσα έπαιρνε τέλος πάντων) τα ματς ο ΠΑΟΚ επί του Ολυμπιακού στην Τούμπα, κόντρα σε σταθερά πιο καλές, πιο δουλεμένες και πιο ποιοτικές στο τέλος της ημέρας ομάδες -γεμάτες παιχταράδες- έτσι πήρε και το χτεσινό ο Ολυμπιακός. Έβγαλε τα στοιχεία που έπρεπε (και μπορούσε) να βγάλει, έπαιξε με μοναδικό επιθετικό όπλο τη φανέλα και τον κόσμο του και παρότι από τη μέση και μπροστά συνεχίζει να μην έχει ιδέα τι διάολο προσπαθεί και θέλει να κάνει, βρήκε το γκολ που φαινόταν ότι θα κάνει και τη διαφορά στο τέλος. Αντίστοιχα, ο ΠΑΟΚ την πάτησε θεωρώντας ότι αν προσπαθήσει να βγάλει με... λογική πάνω στο χορτάρι την αντίστοιχα δεδομένη ποιότητα του φετινού ρόστερ του, θα... ξεμπέρδευε.
Και όποιος συνεχίζει να αγνοεί ότι «εκεί που τελειώνει η λογική, αρχίζει ο Ολυμπιακός», τα χθεσινά θα παθαίνει. Ξανά και ξανά.
Μετά το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, θεωρώ ότι ο Ολυμπιακός είναι ήδη το Νο1 φαβορί για τον τίτλο. Σε τελική ανάλυση, να παίξει χειρότερα από ότι έχει ήδη παίξει φέτος, δεν γίνεται. Κάποια στιγμή (μάλλον) θα φορμαριστεί και ένα κομμάτι του ρόστερ του -κυρίως από τη μέση και μπροστά- οπότε μόνο να αισιοδοξεί μπορεί για τη συνέχεια. Όπως φυσικά αντίστοιχα θα συνεχίσουν να πετάνε βαθμούς δεξιά και αριστερά όλοι οι υπόλοιποι.
Ο δε ΠΑΟΚ, προσωπικά θεωρώ ότι κακό του κεφαλιού του κάνει αν προσπαθεί να ψυρίσει τη μαϊμού με τη χτεσινή διαιτησία, ζητώντας την αποβολή του Ανσαριφάρντ ή ό,τι άλλο. Το ίδιο μπορεί να κάνει και ο Ολυμπιακός στην τελική. Αν ο Κομίνης ήθελε να παίξει έδρα, θα μπορούσε να είχε βγάλει σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις την δεύτερη κίτρινη στον Μάτος και να σχολάσει ακόμη πιο νωρίς το γλέντι. Αυτό το φετινό 50-50 που έχουμε πολλάκις αναφέρει και μέσα από το SDNA, νομίζω εμφανίστηκε και χθες στο Καραϊσκάκη. Βεβαίως, Ελλάδα παραμένουμε. Εκεί που το θέμα είναι να γίνεται η δική μας δουλειά, έτσι;
Εν πάση περιπτώσει, ο ΠΑΟΚ πρέπει να ψάξει αλλού το τι έφταιξε και έχασε χθες. Έπαιξε ένα ματς κόντρα σε έναν αντίπαλο που -τουλάχιστον με την ενδεκάδα που παρέταξε- υστερεί σε ποιότητα -έστω και στις λεπτομέρειες αν προτιμάτε. Που προς ώρας δεν έχει αγωνιστικό πλάνο, πέρα από το πώς θα περιορίσει τον αντίπαλο. Που βρίσκεται στο -4 και με την πλάτη στον τοίχο. Που άλλαξε προπονητή μετά από δύο μήνες. Που έκανε προετοιμασία παιδικής χαράς για να είναι φρέσκος στα προκριματικά του Champions League. Που έρχεται από ματς κόντρα στη Μπαρτσελόνα στο «Καμπ Νόου» στο οποίο έχει τρέξει κάτι σαν... 12 Μαραθώνιους. Έπαιξε επίσης ένα ματς έχοντας όλα τα όπλα του διαθέσιμα. Χωρίς να έχει ματς μεσοβδόμαδα. Με την ψυχολογία που προσέφερε η πρωτιά και το εύκολο έως τώρα πρόγραμμα. Με τις πλέον ιδανικές συνθήκες που θα μπορούσε να έχει σε ένα παιχνίδι στην έδρα του Ολυμπιακού εδώ και δεκαετίες και με μια μοναδική ευκαιρία να εκμεταλλευθεί όλα τα παραπάνω και να γίνει το απόλυτο φαβορί για τον τίτλο με ένα «2».
Τι έκανε τελικά; Έφαγε σκαριές και κόμπλαρε, έχασε τις κρίσιμες προσωπικές μονομαχίες, έχασε τις κόντρες, έχασε τις κεφαλιές, έχασε τα αυγά και τα πασχάλια. Και με εξαίρεση μια κεφαλιά του Μάτος εκεί γύρω στο 70' και άλλη μία φάση στις καθυστερήσεις που ο Κάμπος... κόβει τον Μάτος, δεν θυμάμαι να έχει και άλλες ξεκάθαρες ευκαιρίες στο κάτω της γραφής. Γιατί καλό το γύρω-γύρω όλοι με τη μπάλα, αλλά στο τέλος της ημέρας, ο Ολυμπιακός είχε μια ευκαιρία και ο ΠΑΟΚ μιάμιση. Ο ένας από τους δύο την έκανε γκολ και... λήξις.
Αν λοιπόν ο ΠΑΟΚ δεν σταματήσει να ψάχνει μονίμως και παντού δικαιολογίες -χθες π.χ. ήταν η τύχη του Ολυμπιακού που έφταιξε- δεν προβληματιστεί με όλα τα παραπάνω και δεν αλλάξει νοοτροπία στο πώς πρέπει να προσεγγίσει τη γενικότερη παρουσία του στο ελληνικό ποδόσφαιρο, θα μένει στο φινάλε: να αναρωτιέται τι έφταιξε και χάθηκε ακόμη μια σεζόν, να γκρινιάζει για τη διαιτησία και να κυνηγάει παντού φαντάσματα, να μην παίρνει το πρωτάθλημα, να μην συνεχίζει στην Ευρώπη ενώ ακόμη έχει καύσωνα, να μην ψήνει κανέναν ότι έχει ανέβει επίπεδο. Ό,τι ακριβώς συνέβαινε δηλαδή και στην προ-Σαββίδη εποχή.
Ο δε Ολυμπιακός, πήρε ακόμη μια επαγγελματική νίκη σε ντέρμπι. Ναι, ξέρω: «κλισέ alert» στο κόκκινο! Παραμένει γεγονός. Επαναλαμβάνω: η συγκεκριμένη ομάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να παίρνει μεγάλα ματς, ανεξάρτητα από όλες τις πιθανές μεταβλητές. Χθες, το έκανε με έναν τρόπο που δεν έχει συνηθίσει, στο φινάλε όμως, τρεις βαθμοί είναι και αυτοί. Όπως αντίστοιχα αυτοί που φοράνε την ερυθρόλευκη, είτε έτσι, είτε αλλιώς, παραμένουν Ολυμπιακός.
Όποιος από τους αντιπάλους του λοιπόν κοιτάξει αυτή τη στιγμή τη βαθμολογία -συνυπολογίσει όσα έχει δει ως τώρα στο πρωτάθλημα από όλους- και μέσα του αισθανθεί ότι είναι το ξεκάθαρο φαβορί για τον φετινό τίτλο, απλά θα συνεχίσει να κοροϊδεύει τον εαυτό του και -ακόμη χειρότερα- τον κόσμο του.
Υ.Γ. Ντροπή. Είναι το μοναδικό συναίσθημα που προκαλεί η χθεσινή ιστορική ιδέα να σηκωθεί στο κέντρο της Θύρας 7 πανό που εύχεται θάνατο σε μια ολόκληρη οικογένεια. Άραγε αυτοί που την εμπνεύστηκαν, την εκτέλεσαν και την αποδέχθηκαν, αντιλαμβάνονται που βρίσκονται; Αντιλαμβάνονται τι ακριβώς πρεσβεύει η Θύρα 7 στην ιστορία του Ολυμπιακού; Αυτοί οι «μάγκες» που χθες σήκωσαν το συγκεκριμένο πανό, ίσως σε περίπου 4 μήνες, στις 8 Φεβρουαρίου, θα σφίγγουν το χέρι της μάνας που σε κάθε ματς στο Καραϊσκάκη τα τελευταία 36 χρόνια, «βλέπει» το παιδί της να κάθεται λίγες θέσεις πιο πίσω από εκεί που αυτοί ευχόντουσαν περήφανα τον θάνατο παιδιού κάποιας άλλης, σε ένα από τα 21 μαύρα καθίσματα. Και όταν θα της κρατούν το χέρι και θα της ψιθυρίζουν αυτό το «ποτέ ξανά», μόνο να μην ξεχάσουν να την κοιτάξουν βαθιά μέσ' στα μάτια.