Ήταν ένα ιδανικό απόγευμα του Νοεμβρίου. Η καλύτερη στιγμή του στη Γερμανία μέχρι εκείνη την ημέρα. Η Σάλκε τον είχε αποκτήσει – αφού κατάφερε να τον αποκλείσει – την τελευταία ημέρα του Αυγούστου και μετά από δύο μήνες ο Τεέμου Πούκι σκόραρε για πρώτη φορά. Και για δεύτερη, στο ίδιο παιχνίδι. Οι περισσότεροι θα πανηγύριζαν έξαλλα και θα έτρεχαν να το γιορτάσουν σε κάποια μπυραρία του όχι και τόσο εξωτικού Γκελζενκίρχεν. Ο Φινλανδός σχεδόν ντρεπόταν που υπήρχε… «Ζητώ συγγνώμη από τους οπαδούς μας, υπόσχομαι την επόμενη φορά να πανηγυρίσω περισσότερο», έλεγε βιαστικά μετά το ματς καθώς… έτρεχε προς το αεροδρόμιο.
Η πρώτη σκέψη στο μυαλό του ήταν να γυρίσει στο σπίτι του. Ήταν, βλέπετε, Σάββατο, η παραδοσιακή ημέρα στη Φινλανδία για σάουνα! Ας κάνουμε μια σύντομη ενημέρωση για να μην τον περάσετε για τρελό. Στη χώρα του Άη Βασίλη (αλλά και της βότκας Finlandia) κατοικούν κατιτίς παραπάνω από πέντε εκατομμύρια κάτοικοι και αριθμούνται σχεδόν τρία εκατομμύρια σάουνες, δηλαδή τουλάχιστον μία ανά σπίτι. Υπάρχει σάουνα μέσα στη Βουλή, σάουνα σε ορυχεία 1.400 μέτρα κάτω από τη γη, σάουνα ακόμα και στις εκκλησίες.
Δεν λογίζεται ως είδος πολυτελείας, αλλά είναι μια παράδοση που ξεκινάει χιλιάδες χρόνια προ Χριστού και την οποία δεν αποχωρίστηκαν ούτε καν οι στρατιώτες στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι μια διαδικασία χαλάρωσης με φίλους και μέλη της οικογένειας και πριν την ανάπτυξη του υγειονομικού συστήματος στη Φιλανδία, οι γυναίκες ξεγεννούσαν μέσα σε σάουνα. Όπως ίσως φαντάζεστε έχουν και ρήμα για την πράξη. Κάτι σαν… σαουνίζομαι, αν το επιχειρήσουμε στην Ελλάδα.
Εκεί ακριβώς και με αυτό τον τρόπο γιόρτασε και ο Τεέμου Πούκι. Φίλοι, οικογένεια, η τότε κοπέλα του που ήταν μπασκετμπολίστρια, καλό φαγητό και σάουνα. Όπως ακριβώς περιγράφει τη φιλανδική πρωτοχρονιά (ναι, αλλάζουν χρόνο μέσα στη σάουνα) και όπως προσπάθησε να προσαρμόσει τα έθιμά του στην Γερμανία. «Ευτυχώς που έχουμε μέσα στα αποδυτήρια. Επιβάλλεται να κάνω τουλάχιστον δύο φορές στην εβδομάδα. Σπίτι μου έκανα συχνότερα».
Το σπίτι του είναι στο μικρό Κότκα, όπου η Τέιζα και ο Τέρο έφτιαξαν την όμορφη πενταμελή και ιδιαίτερα αθλητική οικογένειά τους. Ο Τεέμου Πούκι γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου του 1990 και ήταν ο μόνος που ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο. Περίεργη περίπτωση, που δεν τρελαίνεται ούτε για χόκεϊ επί πάγου, ούτε καν για Φόρμουλα Ένα παρότι υπάρχουν οι εθνικοί ήρωες (σ.σ. Ραϊκόνεν, Χάκινεν). Εκείνος προτιμούσε να χαζεύει τον Γιάρι Λιτμάνεν και τον Βραζιλιάνο Ρονάλντο, τον οποίο θεωρεί ό,τι καλύτερο έχει δει σε ποδοσφαιριστή.
Ποδόσφαιρο, λοιπόν… Τόσο δημοφιλές στο Κότκα, που όταν αποφάσισε να πάει σε ομάδα στην ηλικία των οκτώ ετών ήταν συνολικά δέκα παιδιά στις ακαδημίες της ηλικίας του! Ο Πούκι, ωστόσο, κατόρθωσε να αναδειχθεί, να φτάσει στην Εθνική κάτω των 17 ετών, να παίξει βασικός στα 16 του και να γίνει ευρωπαϊκό θέμα συζήτησης, με τη Σεβίλλη και την Τσέλσι να εκφράζουν εντονότερα το ενδιαφέρον τους για να τον αποκτήσουν.

Η… ελληνική πλευρά της περιπλάνησης!
Υπάρχει εκείνη η γοητευτική ερμηνεία των καταστάσεων που θέλει να βρίσκεσαι πάντα κοντά στο μέλλον σου, χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι. Η πορεία του Τεέμου Πούκι δεν είναι άγνωστη. Το 2008 πήρε την απόφαση να αφήσει τη Φινλανδία και μαζί με τη μητέρα του εγκαταστάθηκαν στη Σεβίλλη. Το γεγονός ότι η ομάδα της Ανδαλουσίας δεν απαίτησε να τον δοκιμάσει, όπως και το φιλανδικό σχολείο που υπήρχε στην πόλη, ήταν βασικοί παράγοντες στην απόφαση του νεαρού και της οικογένειάς του.
«Ήταν δύσκολο να φύγω. Άφησα πίσω μου τα πάντα», διηγείται ο Πούκι, ο οποίος έμενε σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο μέχρι να βρει ένα μικρό τριάρι πέντε λεπτά από το γήπεδο. «Κανείς δεν μιλούσε αγγλικά. Εγώ δεν μιλούσα ισπανικά. Φαντάζεστε πόσο δύσκολο ήταν στην αρχή. Πέρασα καλά, όμως. Έχω περισσότερες θετικές αναμνήσεις από αρνητικές. Μπορώ να πω ότι η Σεβίλλη μού έδειξε πως είναι η αληθινή ζωή, ωρίμασα. Αποφάσισα να κάνω ένα-δύο βήματα πίσω για να δοκιμάσω ξανά στο μέλλον. Επιπλέον, έμαθα και να μιλάω ισπανικά!».
Ελληνική στάση, πρώτη. Ο Μανόλο Χιμένεθ. Ο τεχνικός της ΑΕΚ ήταν προπονητής στη Σεβίλλη από το 2007 και έμεινε ως το 2010. Παρακολούθησε τον Τεέμου στη διάρκεια που ήταν στη Β’ ομάδα, ενώ τον προώθησε και στην πρώτη ομάδα. «Η αλήθεια είναι ότι τον καλέσαμε περισσότερο από ανάγκη, όμως είδαμε ένα παιδί που είχε διάθεση, πειθαρχία και ήθελε να πετύχει», είχε πει ο Ισπανός σε ανύποπτο χρόνο για να περιγράψει τον άλλοτε παίκτη του. «Μπορεί να σουτάρει πολύ γρήγορα και είναι χρήσιμος στο ισπανικό στυλ ποδοσφαίρου για τις αντεπιθέσεις».
Αντεπιθέσεις ή ποδόσφαιρο κατοχής; Το δεύτερο ήταν το μεγάλο πρόβλημα του Πούκι στη Σκωτία. Πριν φτάσουμε, όμως, στη Σέλτικ έχουμε την επιστροφή στην Ελσίνκι και στο διαμέρισμα των 35 τετραγωνικών στο κέντρο της πόλης, τα γκολ στα προκριματικά του Europa League που λίγο έλειψε να αποκλείσουν την Σάλκε και, φυσικά, τη μεταγραφή του στην ομάδα του Κυριακού Παπαδόπουλου!
«Ήταν φανταστικά νέα για τη Φινλανδία. Εύχομαι να καταφέρει να καθιερωθεί στην πρώτη ομάδα. Είναι ακόμα νέος, μπορεί να βελτιωθεί και πιστεύω ότι η Γερμανία τού ταιριάζει», σχολίαζε ο Σάμι Χίπια, με τη δημοτικότητα του Πούκι να εκτοξεύεται εκείνη την εποχή σε επίπεδα ανάλογα του Γιάρι Λιτμάνεν. «Φυσικά και δεν είμαι εγώ ο δημοφιλέστερος ποδοσφαιριστής. Έναν μόνο γνωρίζει όλη η χώρα», πρόσθετε ταπεινά ο Τεέμου, ο οποίος παρά το καλό ξεκίνημα και τα δύο γκολ με το Ανόβερο δεν κατάφερε να καθιερωθεί στη Σάλκε.

Αποχώρησε μετά από δύο χρόνια και με τα λεπτά συμμετοχής του να μειώνονται σημαντικά στη δεύτερη σεζόν. (σ.σ. 809 από 1.128). Επόμενη ελληνική στάση ήταν ο Γιώργος Σαμαράς! «Κόντρα στη Σέλτικ όλοι παίζουν πίσω από τη μπάλα. Το δικό μου ποδόσφαιρο χρειάζεται χώρο και τρέξιμο και στη Σκωτία δεν μπορώ να το κάνω αυτό». Η δικαιολογία του μετά από όχι και τόσο πετυχημένη σεζόν στη Σέλτικ δεν φαντάζει αναληθής. Ο Πούκι κρίθηκε σύντομα βαρύς για το σκωτσέζικο πρωτάθλημα και έφυγε κρατώντας ως ανάμνηση το φιλαράκι του, που τον βοήθησε στα δύσκολα. «Ο Σαμαράς ήταν δίπλα μου συνέχεια. Τον έβλεπες χαλαρό στην προπόνηση, όμως στα παιχνίδια ήταν πάντα ο καλύτερος παίκτης».
Η συνέχεια ήρθε στην Μπρόντμπι, όπου βρήκε πάλι τον εαυτό του. Με τη δανέζικη ομάδα έκανε γεμάτες σεζόν και επισκέφτηκε την Ελλάδα δύο φορές. Το 2015 έπαιξε στην Τούμπα κόντρα στον ΠΑΟΚ και το προηγούμενο καλοκαίρι στη Λεωφόρο κόντρα στον Παναθηναϊκό. Και παρότι λογικά δε θα θυμάται και πολλά από την έδρα των πρασίνων, ένα βασικό ερώτημα μάλλον ταλανίζει το μυαλό του: Σάουνα είχε;
