Η Ξάνθη είναι μια χαρά ομάδα. Από τότε που την σώσαμε στα τέλη της δεκαετίας του 80΄, η ομάδα είναι συνεχώς στη Σούπερ Λίγκα. Με ηγέτη τον Χρήστο Πανόπουλο, βγήκε Ευρώπη, διεκδίκησε κύπελλο, όμως σύμφωνα με την ιστορική του δήλωση… «τον ήπιαμε».
Διαγωνίζεται για τον τίτλο της πιο προσωποκεντρικής ομάδας στη Λίγκα, με τον Λεβαδειακό του Γιάνναρου, ο οποίος όμως κινείται σε πιο χαμηλά επίπεδα είναι η αλήθεια. Με μοναδικό στόχο να μη πέσει. Όμως είναι οι ομάδες των ιδιοκτητών τους με την πλέον ακραία μορφή. Για να γίνω σαφής, η ομάδα μοιάζει του ιδιοκτήτη της.
Ο κυνηγός Χρήστος Πανόπουλος, είναι ένας σκληρός άνθρωπος που ξεκάθαρα θεωρεί πως μπορεί να κάνει ότι θέλει εκεί. Άλλαζε όνομα, χρώματα, έχει ιδιαίτερες πολιτικές σε θέματα εισιτηρίων, έφτιαξε γήπεδο εκτός πόλης έτσι ώστε να έχει και το προπονητικό κέντρο δίπλα αλλά και το Σαλέ. Τώρα τι σχέση έχουν όλα αυτά με αυτό που θέλω να γράψω; Κάποια μικρή.
Αυτό που παρατήρησα πλην της ελάχιστης παρουσίας του κόσμου που προφανώς έχει λόγους να μην αισθάνεται δικιά του την ομάδα – αφού δεν είναι άλλωστε – ήταν οι αντιδράσεις από τον πάγκο.
Δουλεμένες ρε φίλε κανονικά. Αν οι αυτοματισμοί της ομάδας μέσα στον αγωνιστικό χώρο ήταν οι ίδιες με αυτές του πάγκου, η Ξάνθη θα είχε κλειδωμένη τη δεύτερη θέση.
Με τον τεράστιο Γιώργο Κασναφέρη, τον καλύτερο διαιτητή της εποχής του αλλά και πιο επικίνδυνο με διαφορά από τον δεύτερο, τον Λουτσέσκου και τέσσερις πέντε κομάντο αυτοκτονίας.
Από το πρώτο σφύριγμα μουρμούρα, πέσιμο στον επόπτη, εκνευρισμό της κερκίδας, μία ο Κάσνα, μία ο Λουτσέσκου, μία ένας τρίτος ο οποίος όταν αγριεύει το πράγμα ορμάει για να αποβληθεί.
Και όχι μόνο μέσα στη Ξάνθη. Σε όλα τα γήπεδα ακολουθείται αυτό το σύστημα. Είναι ένας τρόπος ή να μειώσεις την ποιότητα και τον ρυθμό του αντιπάλου ή ένας τρόπος να τον εκνευρίσεις.
Την Κυριακή μας παίζει ο Κύζας στη Ξάνθη. Στη φάση που βρίσκεται ο ΠΑΟΚ, αντιλαμβανόμαστε όλοι πως αν το παιχνίδι πάει στην ένταση και την κλοτσιά, η Ξάνθη αποκτά πλεονέκτημα. Και ο ΠΑΟΚ μειονέκτημα ενόψει ενός Ευρωπαϊκού παιχνιδιού που δεν αφορά μόνο τη δική μας ομάδα, αλλά ολόκληρο το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Αν ο Κύζας συμβάλει στην επιπλέον καταπόνηση του ΠΑΟΚ αφήνοντας αυτές τις συμπεριφορές της Ξάνθης, τότε θα μας βρει μπροστά του.
Ο Κύζας και ο κάθε Κύζας, είναι υποχρεωμένος να σεβαστεί την ομάδα που προσπαθεί να παίξει ποδόσφαιρο. Και όχι αυτό που προσπαθεί να το σκοτώσει με όχι τακτικούς τρόπους. Εννοείται πως η κάθε ομάδα έχει δικαίωμα στην τακτική προσέγγιση που την βολεύει. Άλλο όμως αυτό, άλλο όμως αυτό που κάνει η Ξάνθη.
Και ο κάθε Κύζας επίσης, όταν θα μπαίνει στο γήπεδο το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκέφτεται όταν παίζει τον ΠΑΟΚ, είναι πως αυτή η ομάδα είναι ο λόγος που σήμερα μπορεί να παίζει αγώνες 50-50 χωρίς να έχει το μαχαίρι στο λαιμό του.
Νομίζω πως αυτός ήταν και ο λόγος που μίλησε ο Ίβιτς έτσι στη συνέντευξη Τύπου. Κακά τα ψέματα, το είχε βιώσει και ως παίκτης. Είναι λογικό να υπάρχει ένταση σε κάποια παιχνίδια, όμως δεν είναι λογικό η ομάδα που έχει την ποιότητα, να είναι αυτή που μονίμως μένει με δέκα παίκτες.
Και κάτι που μου είπε ο Γιάννης Παπαδημητρίου στη Ξάνθη. Πως δεν δείχνουμε συμπάθεια στην ομάδα. Τον Γιάννη τον σέβομαι γνωρίζοντας την καριέρα του ως ποδοσφαιριστή και τη δουλειά που κάνει στη Ξάνθη και έχει δίκιο. Δεν συμπαθούμε την Ξάνθη.
Και αυτό συμβαίνει γιατί τόσα χρόνια θα έπρεπε να καθιερωθεί σε ένα πιο υψηλό ποδοσφαιρικό στάτους και αντ αυτού, έχοντας αφήσει πίσω τις εποχές Μαρτσέλο και Λουτσιάνο και τις εποχές που έβγαζε παίκτες υψηλού επιπέδου, παίζει ένα απωθητικό ποδόσφαιρο που για την εξασφάλιση του αποτελέσματος μπορεί και φτάσει να παίζει 20 λεπτά καθαρού χρόνου ποδοσφαίρου σε ένα παιχνίδι.
Και μέσα στις συμπεριφορές για να το πετύχει αυτό, είναι και οι αυτοματισμοί του πάγκου.