Είναι νωπές ακόμα οι μνήμες από τις εποχές που ο Παναθηναϊκός ως ποδοσφαιρικός οργανισμός δεν λογάριαζε ιδιαίτερα την παράμετρο αποδυτήρια.
Με φωτεινή εξαίρεση την περίοδο που τα ηνία κατείχε ο Νίκος Νταμπίζας, ο οποίος ήταν κάθετος σε βαθμό ίσως και υπερβολής (περίπτωση Φορτούνη) ως προς το «πλαφόν» των συμβολαίων, είναι ελάχιστες οι περίοδοι κατά τις οποίες το Τριφύλλι αξιολογούσε μελετημένα το μέγεθος της προσφοράς των παικτών που υπήρχαν στο έμψυχο δυναμικό του και αναλόγως μοίραζε το μπάτζετ των συμβολαίων.
Δεν χρειάζεται καν να αναφερθούμε σε περασμένες περιόδους κατά τις οποίες υπήρχαν παίκτες-κλειδιά προερχόμενοι μάλιστα και από την καλύτερη φουρνιά της Ακαδημίας, με πρώτο απ’ όλους τον Καραγκούνη, που έπαιρναν… ψίχουλα σε σχέση με άλλους (ξένους ή Ελληνες δεν έχει επί της ουσίας σημασία) οι οποίοι δεν αγωνίζονταν καν ή είχαν ελάχιστο εύρος επιρροής στην ομάδα.
Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι πέρυσι ο κορυφαίος στράικερ του πρωταθλήματος, Μάρκους Μπεργκ, έβλεπε παίκτες όπως ο Μάικλ Εσιέν (1 εκατ. ευρώ) ή ο Σέρχιο Σάντσεθ (800 χιλ. ευρώ) να αμείβονται με περισσότερα χρήματα από τον ίδιο (700 χιλ. ευρώ) και η προσφορά/επιρροή τους στην ομάδα, για τον άλφα ή βήτα λόγο, να είναι από ανύπαρκτη έως ελάχιστη.
Ή όταν ο Βέμερ για παράδειγμα έπαιρνε τα ίδια με τον Μολέδο και σχεδόν τα… τριπλά απ’ τον Νάνο, το Λαγό ή τον Χουχούμη.
Το πρόβλημα ανισορροπίας έφερνε αυτονόητα μπόλικη γκρίνια και είχε άμεσο αντίκτυπο στη “χημεία” και τις σχέσεις στα αποδυτήρια.
Ευτυχώς για τον Παναθηναϊκό το συγκεκριμένο πρόβλημα διαγνώστηκε άμεσα από τον Στραματσόνι και πλέον, τη φετινή σεζόν, η ιεράρχηση και τα πλαφόν των συμβολαίων είναι σε συνάρτηση με την αξία και την προσφορά του καθενός.
Οχι βέβαια σε απόλυτο βαθμό, αυτό είναι άλλωστε αδύνατο διότι πάντοτε, σε όλους τους εργασιακούς χώρους, θα υπάρχουν «αδικίες», αλλά σε άκρως ικανοποιητικά επίπεδα σχέσεως αξίας/προσφοράς.
Κατ’ αρχάς ουδείς (έξω και) μέσα στην ομάδα δύναται να αμφισβητήσει ότι ο Μπεργκ δικαιούται να αποτελεί το… «ταβάνι», το νούμερο ένα συμβόλαιο της ομάδας, με το 1 εκατ. ευρώ που θα αμείβεται για κάθε χρόνο έως το 2019. Ουδείς!
Πόσω μάλλον όταν ο αντίστοιχος περυσινός… Μπεργκ ήταν ο Εσιέν…
Δεν είναι όμως μόνο το τι συμβαίνει στο ακριβότερο συμβόλαιο της ομάδας. Αλλά και στα υπόλοιπα/χαμηλότερα όπου είναι ξεκάθαρο ότι ο Στραματσόνι διαχειρίστηκε ιδανικά τη σχέση κόστους/ποιότητας στις μεταγραφές και γενικώς στο κομμάτι «ισορροπία» στα αποδυτήρια.
Με έναν αστερίσκο ίσως δίπλα στον Βίκτορ Ιμπάρμπο (δεύτερο ακριβότερο συμβόλαιο στην ομάδα με 700 χιλ. ευρώ, αλλά για μία σεζόν και βλέπουμε εξαιτίας του δανεισμού του) ο οποίος εν τούτοις θα ήταν πρακτικά απίθανο να αποκτηθεί διαφορετικά και η χρηματιστηριακή του αξία και η ηλικία του, δικαιολογούσε αντικειμενικά ακόμα και μεγαλύτερες απολαβές.
Το αδιαπραγμάτευτο πλαφόν που μπήκε στα κόστη των συμβολαίων έφερε τον Γουακάσο με τα μισά χρήματα απ’ αυτά που έπαιρνε στη Ρούμπιν Καζάν (1.2 εκατ. ευρώ «καθαρά»!), ο δε Λεντέσμα δεν θα είχε αποκτηθεί εάν δεν δεχόταν να ρίξει σημαντικά τις απαιτήσεις του και να ακολουθήσει το πνεύμα του κλαμπ, συμφωνώντας με ένα ποσό που μπορεί να φτάσει μάξιμουμ τις 600 χιλ. ευρώ το χρόνο, αλλά που οι «φιξ» απολαβές (δίκην δικλείδα ασφαλείας) δεν ξεπερνούν τις 120 χιλ, ευρώ, πάνω-κάτω δηλαδή όσα έπαιρνε ο Λαγός!
Ο Ζέκα ανανέωσε επίσης το συμβόλαιό του (έως το 2019) με λιγότερες από 500 χιλ. ευρώ, ο Σάμπα δέχτηκε να υπογράψει με λιγότερες από 300 χιλ. ευρώ πάγιες απολαβές, σχεδόν το 1/3 απ’ όλες τις ομάδες που αγωνίστηκε τα τελευταία χρόνια, στον Κουτρουμπή έχει προταθεί νέο συμβόλαιο περί τις 250 χιλ. ευρώ, όσο είναι και οι απολαβές των Χουλτ, Εμποκού, τη στιγμή που οι Κουλιμπαλί, Ιβανόφ έχουν «φιξ» απολαβές περί τις 150 χιλ. ευρώ που δύναται να διπλασιαστούν εάν πιάσουν τα μπόνους που εμπεριέχονται στις συμφωνίες…