Έμοιαζαν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Μία μετενσάρκωση στην ζωή των παραμυθιών που δεν γίνονται ποτέ πραγματικότητα. Την γνώρισε στο σχολείο, όταν ακόμα εκείνος ήταν 15 χρόνων παιδάκι. Ήταν ένας κεραυνοβόλος έρωτας, που τους οδήγησε στα δικά του μονοπάτια πέρα από την λογική. Αποφάσισε να τα εγκαταλείψει όλα για χάρη του. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σπουδές της στην γυμναστική ακαδημία, αφού εκείνος ήταν πάνω από όλα.
Αποφάσισε να θυσιάσει τα πάντα για να τον ακολουθήσει στο δύσκολο μονοπάτι που είχε επιλέξει. Τότε, ο Ούγκο δεν ήταν παρά ένας μεγαλόσωμος έφηβος που πίστευε ότι κάποια στιγμή θα μπορούσε να γίνει ποδοσφαιριστής. Η Αντρέια φρόντισε για όλα τα υπόλοιπα, ώστε να μείνει απερίσπαστος στο δικό του όνειρο. Δεν ήταν εύκολο. Έζησαν ατελείωτες στιγμές με αμφιβολίες, φόβο, αβεβαιότητα. Κατάφεραν να μοιραστούν το… τίποτα και να ανέβουν βήμα - βήμα τα σκαλοπάτια προς την καθιέρωση.
Ήταν το τέλειο ζευγάρι. Ο Θεός τους χάρισε δύο αγγελούδια την Μαριάνα και την Ματίλντε, που έγιναν ολόκληρη η ζωή τους. Ο Ούγκο και η Αντρέια ήταν το ζευγάρι που ήθελε να είναι όλη η Πορτογαλία. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Ο ένας ζούσε για τον άλλον. Έμεναν σε μία πολυτελή έπαυλη στο ασιατικό κομμάτι της Κωνσταντινούπολης, μαζί με τους γονείς της Αντρέια, κάνοντας μία ζωή πολυτελή, αλλά όχι προκλητική. Ήταν σοβαροί, μετρημένοι και ευγνώμονες στην ζωή. Ήταν αυτοκόλλητοι. Παντού μαζί. Αν και ο Ούγκο ήταν πια μεγάλος και τρανός ποδοσφαιριστής, εντούτοις δεν έβγαινε, δεν κάπνιζε, δεν ξενυχτούσε.
Στην δέκατη επέτειο των γάμων τους, ο πάντα ρομαντικός Ούγκο αποφάσισε να της κάνει μία έκπληξη: «Εκείνο το βράδυ αποφάσισε να μου κάνει ένα πάρτι έκπληξη. Εκεί που επέστρεφα σπίτι, είδα ένα βαν που σταμάτησε απότομα μπροστά μας και από την πίσω πόρτα βγήκαν όλοι οι φίλοι μου. Ήταν το πιο ωραίο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει». Το τέλειο ζευγάρι, που ο ένας δίνει ώθηση και ενέργεια στον άλλον.

Λίγο πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας, η κοινή γνώμη της Πορτογαλίας δέχθηκε ένα ισχυρό μούδιασμα. Η Αντρέια Σάντος μετά από 14 χρόνια κοινού και 9 έγγαμου βίου αποφάσισε να καταθέσει εντελώς αιφνιδιαστικά αίτηση διαζυγίου από τον Ούγκο Αλμέιδα. Η εικόνα του τέλειου ζευγαριού είχε δεχθεί ένα ισχυρό χτύπημα. Ποτέ κανείς δεν μίλησε ποτέ δημόσια για τους λόγους. Μερικούς μήνες μετά, η εφημερίδα Jornal do Noticias έφερε στην επιφάνεια μία απίστευτη ιστορία που κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει.
Στις 26 Ιανουαρίου του 2013 στις 17:34 το απόγευμα σε κλινική του Πόρτο είδε το πρώτο φως της ημέρας η Μαϊάρα Βικτόρια, κόρη της 39χρονος Σουζάνα Σίλβα και (όπως ανέφερε η εφημερίδα) του Ούγκο Αλμέιδα. Καρπός μιας σχέσης μιας νύχτας που εκτυλίχθηκε σε ένα μπαρ του Πόρτο. Ο ίδιος ποτέ δεν το επιβεβαίωσε. Ακόμα και σήμερα το τι ακριβώς έγινε παραμένει άγνωστο.
Ότι κι αν έγινε ο Ούγκο Αλμέιδα είναι ένας πατέρας πρότυπο, όπως λένε όλοι. Πληρώνει 4.000 ευρώ τον μήνα για να νοικιάζει ένα πολυτελές σπίτι για την πρώην του σύζυγο και τις δύο του κόρες στις οποίες φροντίζει να μην λείπει τίποτα. Δεν θέλησε ποτέ να μιλήσει δημόσια γι’ αυτό. Από εκείνη την ημέρα του διαζυγίου του ο Ούγκο Αλμέιδα γυρίζει τον κόσμο, ψάχνοντας λίγη γαλήνη. Δεν την βρήκε ούτε στην Τσεζένα, ούτε στην Κούμπαν, ούτε στην Ανζί, ούτε στο Αννόβερο.
Δεν στέριωσε πουθενά παραπάνω από ένα εξάμηνο. Λες και είχε την γκαντεμιά κολλημένη πάνω του. Οι τρεις από τις τέσσερις ομάδες στις οποίες αγωνίστηκε την τελευταία διετία υποβιβάστηκαν και μόνο η Ανζί σώθηκε, μα κι αυτή στα μπαράζ παραμονής! Από την ημέρα που η Αντρέια έφυγε από δίπλα του, θαρρεί κανείς πως κάποιος τον καταράστηκε. Η επιλογή του να πάρει την φανέλα με τον αριθμό «33» στην ΑΕΚ («για τα χρόνια του Ιησού», όπως είπε) μοιάζει με τον δικό του αλληγορικό τρόπο να ψάξει για την σωτηρία της ψυχής του.

Το παιδί του Μουρίνιο
Δεν ήταν το μεγάλο ταλέντο, ούτε το σουλούπι που σου θυμίζει Πορτογάλο ποδοσφαιριστή. Στα 17 του εντάχθηκε στην ακαδημία της Πόρτο, αλλά αν δεν υπήρχε η πατρική φιγούρα του Ζοσέ Μουρίνιο, πιθανότατα ποτέ δεν θα γινόταν αυτό που είναι σήμερα: «Είναι μακράν ο καλύτερος στον κόσμο. Δεν είναι σκληρός, όπως λένε, αλλά απαιτητικός. Έχει την σπάνια ικανότητα να βελτιώνει τις ομάδες του, όσο και ατομικά τους ποδοσφαιριστές του».
Αυτός τον είδε να παίζει στην δεύτερη κατηγορία με την Ναβάλ, αυτός πρώτος διαπίστωσε ότι αυτό το… βουνό (1,91, 90 κιλά) με το βαρύ στυλ και το αριστερό πόδι – φωτιά, θα μπορούσε να γίνει ένας σέντερ-φορ πολιορκητικός κροιός, αυτός τον ανέβασε στην πρώτη ομάδα της Πόρτο και του έδωσε ντεμπούτο (έστω και ως αλλαγή για τρία λεπτά) σε ντέρμπι φωτιά με την Μπενφίκα τον Σεπτέμβριο του 2003. Θέλετε κι άλλο; Αυτός τον ζήτησε στην Ρεάλ Μαδρίτης (!), όταν η «βασίλισσα» πήρε τελικά τον Εμανουέλ Αντεμπαγιόρ (Ιανουάριος 2011) ως «πύργο» στην γραμμή κρούσης της.

Ο αντί-Κλόζε
Μέχρι να διαπιστώσει ότι κάποιος τον θέλει πραγματικά γύρισε την μισή πορτογαλική επικράτεια με ένα σακίδιο στον ώμο. Πήγε δανεικός στην Λεϊρία (δις) και στην Μποαβίστα, μέχρις ότου το καλοκαίρι του 2007 ρίζωσε για πρώτη φορά κάπου. Η Βέρντερ Βρέμης που ήταν τότε στα ντουζένια της πλήρωσε 4 εκατομμύρια ευρώ για τον 23χρονο σέντερ-φορ που έμοιαζε ο πιο ιδανικός για να γεμίσει τα παπούτσια κάποιου… Μίροσλαβ Κλόζε. Δεν ήταν το ίδιο, αλλά στα 4,5 χρόνια που έμεινε στην Γερμανία άφησε μόνο φίλους (Μερτεζάκερ και Οζίλ οι δύο καλύτεροι εξ’ αυτών) και αρκετά γκολ. Ακριβώς 63 σε 176 συμμετοχές, νούμερο που τον έχει ακόμα και σήμερα στο Top-5 των ξένων σκόρερ της Βέρντερ, αλλά και σε μία άλλη σημαντική λίστα. Με ένα γκολ ανά 157 λεπτά συμμετοχής είναι ο 5ος κορυφαίος γκολτζής στην ιστορία του συλλόγου πίσω από τους μεγάλους Ρούντι Φέλερ, Μίροσλαβ Κλόζε, Κλάουντιο Πιζάρο και Αΐλτον!

Καρά σεβντά!
Τον Ιανουάριο του 2011, η Μπεσικτάς βλέπει πάνω του κάτι… ανατολίτικο και τον υπογράφει για 2 εκατομμύρια ευρώ. Εκείνος, για να προσαρμοστεί ακόμα περισσότερο και να πάρει το κοινό με το μέρος του, αφήνει ένα μεγαλοπρεπές μουστάκι που τον καθιερώνει ως μία από τις πιο καλτ ποδοσφαιρικές φιγούρες! Ζει στο ασιατικό κομμάτι της Πόλης σε μία τεράστια έπαυλη, απομονώνεται από τα φώτα της δημοσιότητας, έχοντας ως δουλειά του μόνο το γκολ. Την έκανε καλά, αν αναλογιστούμε τα 47 «τεμάχια» σε 109 παιχνίδια με τους «μαυραετούς»!

Παράξενος ταξιδιώτης
Το καλοκαίρι του 2014 τα πάντα του πήγαν στραβά. Στην αρχή το διαζύγιο, εν συνεχεία η εφιαλτική πορεία της Πορτογαλίας στο Μουντιάλ της Βραζιλίας. Η Μπεσικτάς ήθελε να ανανεώσει το καλοκαίρι την συνεργασία μαζί του. Εκείνος, περίμενε την Γαλατασαράι, μόνο που η έλευση του Τσέζαρε Πραντέλι τα κατέστρεψε όλα. Στα 30 του, θεώρησε ότι είναι πολύ μικρός να κυνηγήσει το «American dream» και στις 7 Οκτωβρίου του 2014 επέλεξε Τσεζένα, όμως χωρίς προετοιμασία, χωρίς ρυθμό ματς, το βαρύ κορμί του άργησε να πάρει μπροστά. Σε 10 παιχνίδια με την ιταλική ομάδα (683 αγωνιστικά λεπτά), γκολ δεν πέτυχε. Οι επόμενες του επιλογές ήταν η μία χειρότερη από την άλλη. Τα περάσματα από Κούμπαν Κράσνονταρ (2 γκολ σε 10 ματς) και Ανζί (2 γκολ σε 12 παιχνίδια) άφησαν πίσω τους μόνο… κρύο.
Στις 16 Ιανουαρίου επέστρεψε σε μία χώρα που του άφηνε μόνο καλές αναμνήσεις (Γερμανία), αλλά το Αννόβερο δεν γινόταν να σωθεί ακόμα κι αν προσγειωνόταν εκεί ο… Ζλάταν. Σκόραρε στο ντεμπούτο του απέναντι στην Ντάρμσταντ, αλλά μέχρι το τέλος της σεζόν, το χάι-λάιτ ήταν μία κόκκινη κάρτα για αγκωνιά στον Ντόμινικ Κόρ της Άουγκσμπουργκ που του επέφερε ποινή τριών αγωνιστικών.

Ο… άλλος Αλμέιδα
Τρέμει την ημέρα που θα αναγκαστεί να σταματήσει το ποδόσφαιρο και ήδη έχει σκεφτεί πως δεν μπορεί να ζήσει μακριά από αυτό. Τρελαίνεται με το αγγλικό πρωτάθλημα και ένα από τα μεγάλα του απωθημένα είναι πως δεν έχει καταφέρει να αγωνιστεί στο «νησί», όπου παίζεται ποδόσφαιρο που ταιριάζει στο στυλ του. Θα γύριζε στην Πορτογαλία μόνο για μία εκ των τριών μεγάλων και εκτιμά την ειλικρίνεια του Φερνάντο Σάντος που του στάθηκε και τον υπολόγιζε στις κλήσεις της Εθνικής Πορτογαλίας ακόμα και όταν δεν είχε ομάδα, πριν την συμφωνία του με την Τσεζένα.
Θεωρεί τον εαυτό του πολίτη του κόσμου, πάντα ξεχωρίζει στα αποδυτήρια, μιλάει άψογα (για Πορτογάλο) αγγλικά, αξιοπρεπή γερμανικά και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες δεν έβγαλε άκρη με τα τουρκικά, θεωρεί καλύτερους φίλους του εντός ποδοσφαίρου τον «τρελό» Ραούλ Μεϊρέλες και τους πιο ήρεμους Ρικάρντο Κουαρέσμα και Σιμάο και στο ερώτημα «Μέσι ή Ρονάλντο;», απλά γελάει: «Ψηφίζω Ρονάλντο και με τα δύο χέρια!».
Εξάλλου, μαζί του στρώνει τα καλύτερα τραπέζια για πόκερ στην Εθνική Πορτογαλίας. Οι φήμες λένε ότι ο «ψηλός» είναι εξπέρ στο άθλημα. Έχει παίξει σε δύο Μουντιάλ κι άλλα τόσα Euro και στο βιογραφικό του υπάρχουν 19 γκολ σε 56 συμμετοχές με την Εθνική Πορτογαλίας. Τι του λείπει; Ένα πρωτάθλημα στα ξένα. Αυτό άλλωστε δεν υποσχέθηκε στις πρώτες του προγραμματικές δηλώσεις; Ίσως τελικά ποτέ να μην είναι αργά…