Έχουμε και λέμε. Καπίνο κάτω από τα γκολποστ, Βούρος δεξί μπακ, Σιόβας κεντρικός αμυντικός, Τσιμίκας αριστερό μπακ, Μπουχαλάκης, Μανιάτης στον άξονα, Φορτούνης στο ένα άκρο της επίθεσης. Σύνολο, 7 Έλληνες στη βασική ενδεκάδα του Ολυμπιακού στο χθεσινό φιλικό με την Γάνδη. Καιρό είχαμε να το δούμε αυτό έστω και σε (σοβαρό) φιλικό όπως αυτό απέναντι στους Βέλγους. Είναι ωραίο να βλέπεις Έλληνες να παίζουν στον Ολυμπιακό. Να παίζουν και να έχουν και πρωταγωνιστικό ρόλο βεβαίως. Να παίζουν γιατί αξίζουν να παίζουν και όχι γιατί είναι Έλληνες. Είναι η μεγάλη κουβέντα που υπάρχει εδώ και χρόνια πλέον (και) στον Ολυμπιακό.
Και είχε και συνέχεια χθες για τους πρωταθλητές Ελλάδας. Μπήκε ο Ρέτσος, έπαιξε και ο Μανθάτης στο δεύτερο ημίχρονο αφήνοντας μάλιστα και οι δύο νεαροί άσοι του Ολυμπιακού εξαιρετικές εντυπώσεις. Όπως στην Αυστρία ο Μανθάτης, έτσι στη Γάνδη ο Παναγιώτης Ρέτσος μετατράπηκε σε πρωταγωνιστή.
Το έχει ο νεαρός στόπερ και το δείχνει σε κάθε ευκαιρία. Ο 18χρονος «έβγαλε μάτια» σε ένα δυνατό τεστ, απέναντι σε μια καλή ομάδα που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αντίπαλος του Ολυμπιακού σε όμιλο του Τσάμπιονς Λιγκ. Μπήκε στο 63΄ο μικρός και «χάζεψε» τους Βέλγους. Θηρίο απέναντι στο θηρίο, ντελικάτος όποτε έπρεπε, άμεσος στις επεμβάσεις του, αλάνθαστος στις μεταβιβάσεις, πρώτος πάνω στην μπάλα κάνοντας τον Κουλιμπαλί να φρικάρει και να αρχίσει να τσακώνεται, «σολίστ» όταν βρήκε χώρο να «απλώσει» το ταλέντο του κάνοντας την απίθανη ενέργεια με τις ντρίμπλες από την μεσαία γραμμή μέχρι έξω από την αντίπαλη περιοχή για την σωστή πάσα στον Μανθάτη.
Ειλικρινά όσοι είδατε το φιλικό με την Γάνδη και βλέπατε τον «ερυθρόλευκο» δίπλα στον Ντα Κόστα αν δεν τον ξέρετε, αν δεν γνωρίζατε ποιος ήταν δεν θα λέγατε πως μπορεί να είναι ο νέος στόπερ; Αν δεν ήταν ο 18χρονος Παναγιώτης Ρέτσος, αλλά ο 18χρονος Ρέτσις ή Ρετσίνιο δεν θα μιλάγαμε σήμερα με μεγαλύτερο ενθουσιασμό για τον στόπερ της νέας 10ετίας του Ολυμπιακού;
Μήπως υπερβάλω πάλι όπως με τον Μανθάτη (που επίσης ήταν πολύ καλός) όπως έκανα στην Αυστρία; Η αλήθεια είναι πως δεν το νομίζω αλλά αυτά τα βρίσκεις στην πορεία και να κρίνεις τελικά.
Η ουσία είναι πως και αυτό το παιδί, που μας είχε δείξει τα πρώτα δείγματα στην Αυστρία, «φωνάζει» πως μπορεί. Μπορεί να μπει στα «βαθιά» και να «κολυμπήσει». Τι χρειάζεται; Και αυτός αλλά και οι Βούρος, Τσιμίκας, Μανθάτης; Εμπιστοσύνη από τον προπονητή, πίστη και υπομονή από όλους τους υπόλοιπους γύρω από την ομάδα. Για τον εκάστοτε προπονητή το ζητούμενο δεν είναι η εθνικότητα αλλά η ικανότητα. Δεν είναι ούτε καν η ηλικία. Οι παραστάσεις παίζουν σημαντικό ρόλο και αυτές σίγουρα λείπουν από παιδιά όπως ο Ρέτσος και ο Μανθάτης. Αλλά αυτές αποκτούνται σιγά-σιγά μέσα από τα παιχνίδια. Αν δεν πάρουν την ευκαιρία να παίξουν, να μπουν στα «βαθιά» πως θα τις αποκτήσουν. Και όταν δείχνουν μέρα με την μέρα ότι το αξίζουν γιατί να μην γίνει αυτό. Ο Ζντιέλαρ είναι 21 χρονών και πέρσι έκανε την πρώτη του προετοιμασία με τον Ολυμπιακό. Φέτος είναι στα βασικά στελέχη της ομάδας έχοντας ήδη μια καλή σεζόν στην «πλάτη» του με την ομάδα. Είναι Σέρβος και έγινε και διεθνής. Το ίδιο μπορεί (και πρέπει) να συμβεί και με τους Έλληνες. Δουλειά θέλει, πεταμένο στα σκουπίδια το «καλάμι» και εμπιστοσύνη από όλους. Τους «μέσα» και τους «έξω» από την ομάδα. Τον κόσμο.
Αλήθεια θέλουμε να βλέπουμε τους Έλληνες, τον Ρέτσο, τον Τσιμίκα, τον Μανθάτη, τον Βούρο να παίζουν στον Ολυμπιακό; Το θέλει ο κόσμος; Και εννοώ πραγματικά. Όχι να φωνάζεις πως δεν έχεις Έλληνες και στην πρώτη «στραβή» του Ρέτσου ή του Βούρου να φωνάζεις πως ο πρόεδρος δεν έδωσε λεφτά να φέρει τον ξένο παικταρά και πήγε στα... παιδάκια.
Προφανώς και τα παιδιά αυτά έχουν πολλά να μάθουν στην πορεία. Σαφέστατα και η ποδοσφαιρική παιδεία και ετοιμότητα από μικρά των ξένων είναι συνήθως πολύ καλύτερη από των Ελλήνων. Δεν φταίνε κυρίως οι παίκτες, φταίει ο τρόπος που δουλεύουν στην χώρα μας συγκριτικά με την δουλειά που κάνουν στο εξωτερικό. Ο Μαζουάκου ήρθε στα 20 (ούτε καν κλεισμένα) στον Ολυμπιακό και πήρε φανέλα βασικού. Ο Τσιμίκας που πέρσι αναρριχήθηκε στην πρώτη ομάδα με καλές συμμετοχές είναι τώρα 20 χρονών.
Θα τους δούμε λοιπόν με καλό μάτι, με εμπιστοσύνη ή στην πρώτη κακή τους μέρα θα αναζητήσουμε τον παικταρά που έπρεπε να είχε έρθει από το εξωτερικό; Σίγουρα στον Ολυμπιακό είναι δύσκολο να παίξουν Έλληνες. Σε μια ομάδα που έχει την ικανότητα να φέρει καλούς και πολύ καλούς ξένους η ευκαιρία είναι δύσκολη. Ο συνδυασμός όμως μπορεί να γίνει και ο Ολυμπιακός μπορεί να έχει και τον Μιλιβόγεβιτς αλλά και τον Μπουχαλάκη. Μπορεί να έχει και τον Πάρντο αλλά και τον Μανθάτη. Μπορεί να έχει (όπως συμβαίνει δύο χρόνια τώρα) και τον παικτάρα Τσόρι αλλά και τον δικό του, τον Έλληνα «Τσόρι», τον Κώστα Φορτούνη. Και μπορεί με σωστή δουλειά από όλους η σειρά να αντιστρέφεται. Από το Τσόρι και μετά Φορτούνης, στο Φορτούνης και μετά Τσόρι.
Μπορεί λοιπόν να είδαμε τον Βούρο δεξί μπακ και τον Τσιμίκα αριστερό απέναντι στην Γάνδη όμως ξέρουμε πως ο Φιγκέιρας και ο Ντε Λα Μπέγια αντίστοιχα θα είναι τα βασικά μπακ του Ολυμπιακού. Το ίδιο ίσως να συμβεί και με τον Καπίνο και τον Λεάλι. Ρέτσος και Μανθάτης επίσης μπορεί στην πορεία και στον ερχομό και άλλων μεταγραφών στον Πειραιά να μείνουν και αυτοί στην ιστορία ως μια (από τις πολλές τα τελευταία χρόνια) αποκαλύψεις της προετοιμασίας. Αν τελικά δεν μπορέσουν να αντέξουν το ύψος, έχει καλώς. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο, και ο προπονητής πάντα κοιτάει τους καλύτερους και τους πιο έτοιμους να βάλει, όχι την εθνικότητα και την ηλικία τους. Αν όμως αυτά τα παιδιά συνεχίσουν να δείχνουν πως έχουν και το ποδοσφαιρικό θράσος, και τα «άντερα» της βαριάς φανέλας και το ταλέντο να παίξουν στον Ολυμπιακό οφείλουν όλοι όσοι εργάζονται για τον Ολυμπιακό να εξασφαλίσουν το μέλλον τους προσφέροντας τους τις ευκαιρίες. Και όλοι εμείς και εσείς που είμαστε έξω από την ομάδα, στα δημοσιογραφικά ή στην εξέδρα να δείξουμε πραγματικά αν θέλουμε να βλέπουμε τον Βούρο, τον Ρέτσο, τον Μανθάτη, τον Τσιμίκα. Και όχι μόνο τον Ρέτσιτς ή τον Ρετσίνιο...