Φόξμπορο, Μασαχουσέτης. 6 Ιουνίου του 2008. Στο «Gillette» που συνήθως φιλοξενεί αγώνες American Football των πασίγνωστων New England Patriots, έχει ντυθεί σε έντονα έθνικ χρώματα για μια διαφορετική περίσταση. Βενεζουέλα και Βραζιλία θα παίξουν soccer και η Βοστώνη δε θα μπορούσε παρά στην πλειοψηφία της να αδιαφορεί για το γεγονός! Στο στάδιο θα βρεθούν 54.045 θεατές για να παρακολουθήσουν το λατινοαμερικάνο θέαμα, η πλειονότητα θα προέρχεται, φυσικά, από τις μάζες μεταναστών στην πόλη. Ο Ρόναλντ Βάργκας, απόφοιτος πλέον του πανεπιστημίου που σπούδαζε, με βαριά καρδιά αποφασίζει να ακολουθήσει την παρέα του στο γήπεδο. Ντύνεται απλά, καθημερινά. Ένα φαρδύ τζιν, ένα t-shirt που ήταν το αγαπημένο της μητέρας του στο Γκουατίρε και sneakers.
Τα εισιτήρια που βρήκε ο φίλος του ήταν σε καλές θέσεις, αλλά ανάμεσα σε ανθρώπους που μάλλον δεν είχαν ιδέα από ποδόσφαιρο. Τους παρακολουθεί να τρώνε χοτ-ντογκ, να μασουλάνε ποπ-κορν και αναρωτιέται αν πραγματικά γνωρίζουν τους κανονισμούς του αθλήματος ή κατά λάθος βρέθηκαν εκεί. Σε μια γωνία είναι μαζεμένοι μερικές εκατοντάδες μετανάστες από τη Βενεζουέλα (περίπου 5.000 ζουν στη Μασαχουσέτη) και ο Ρόναλντ όσο κι αν ζηλεύει διώχνει γρήγορα την ενοχλητική σκέψη ότι θα έπρεπε να κάτσει μαζί τους.
Φόξμπορο, Μασαχουσέτης. 6 Ιουνίου του 2008. Η αποστολή ετοιμάζεται να φύγει από το ξενοδοχείο. Λίγο πριν επιβιβαστεί στο πούλμαν, χτυπάει το κινητό τηλέφωνα του «Ρονίτα». «Θα είναι η μέρα σου σήμερα. Θα βάλεις γκολ στην Βραζιλία», ακούγεται στην άλλη άκρη της γραμμής η περήφανη Μαρμπελίς. «Έλα ρε μαμά… Με τη Βραζιλία παίζουμε. Και γκολ να βάλω, δε σημαίνει τίποτα», απαντάει ο διεθνής άσος βιαστικά και κλείνει το τηλέφωνο. Μερικές ώρες αργότερα, η Βενεζουέλα έχει γράψει ιστορία, κερδίζοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της τη σελεσάο. Στο 6ο λεπτό ο Μαλντονάντο άνοιξε το σκορ και στο 44’ έγινε το 2-0.
Ο Ρόναλντ Βάργκας έχει μπει από την κερκίδα στο πνεύμα του αγώνα. Δεν παρακολουθεί πλέον απαθής και αδιάφορος. Βλέπει τον πρωταγωνιστή του αγώνα να κλέβει τη μπάλα λίγο έξω από την περιοχή, να αφήνει με μια προσποίηση τον Λεοζίνιο βιδωμένο στο χορτάρι και να σκοράρει για τη Βενεζουέλα. Ο Ρονίτα το πανηγυρίζει και σκέφτεται το προαίσθημα της μαμάς τους. Οι δυο τους είναι το ίδιο πρόσωπο… Στα 22 του χρόνια βλέπει τη ζωή που ζει, αλλά και εκείνη που λίγο έλειψε να ζήσει, όταν ήθελε να τα παρατήσει όλα για να σπουδάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες!
Δηλητήριο στο όνειρο!
Πίσω στο 2005… Ο Ρόναλντ Βάργκας, το «μαύρο μαργαριτάρι» του Γκουατίρε όπως τον φωνάζουν, έχει ξεκινήσει δειλά και κάνει τα πρώτα του βήματα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Δεν ήταν από εκείνα τα παιδιά που ονειρεύονταν να παίξουν μπάλα. Ξεκίνησε επειδή του το ζήτησε η αδελφή του Πατρίτσια, πήγε στην ίδια ομάδα με τον αδελφό του και από το πουθενά, προέκυψε ένα σπουδαίο ταλέντο. Οι προπονητές που τον έβλεπαν έμεναν άναυδοι, χωρίς καν να γνωρίζουν το όνομά τους. «Ήξεραν μόνο από πού κατάγομαι», διηγείται ο Ρόναλντ που ανέβαινε τα σκαλοπάτια με μια ανάσα!
«Στην πρώτη μου προπόνηση άρχισα να βάζω γκολ και τότε μόνο απέκτησα ενθουσιασμό για όλο αυτό», θυμάται για την πρώτη του εμπειρία που ήταν σε ηλικία πέντε ετών και όταν αργότερα άρχισε να σκοράρει από κάθε σημείο του γηπέδου – ακόμα και από το κέντρο – η Caracas Fc πλησίασε και τον απέκτησε. Ο Βάργκας ήταν 16 χρονών, έγινε μέλος της σπουδαιότερης ομάδας της Βενεζουέλας, κλήθηκε στις Εθνικές κάτω των 17 και κάτω των 20 ετών, βρήκε τον ποδοσφαιρικό του πατέρα στο πρόσωπο του Νέλσον Καρέρο, αντιμετώπισε παίκτες όπως ο Λιονέλ Μέσι στα λατινοαμερικάνικα τουρνουά και αποφάσισε ότι ο κόσμος του ποδοσφαίρου τού ταιριάζει!
Σε ένα από αυτά τα τουρνουά, τον Ιανουάριο του 2005, ο Ρόναλντ θα έφτιαχνε ακόμα καλύτερο όνομα για τον εαυτό του, όμως στην επιστροφή του στη Βενεζουέλα θα τον περίμενε ένα ασύλληπτο για την ηλικία του σοκ. Οι εξετάσεις δείχνουν ότι είχε βρεθεί θετικός στην ουσία ναδρολόνη και το ποδόσφαιρο δεν ήταν πια ο μαγικός του κόσμος. «Οι άνθρωποι δε γνωρίζουν και απλά βγάζουν συμπεράσματα. Θεωρούσαν ότι το ντόπινγκ είναι σαν ναρκωτικά και ποτέ δε θέλαμε τέτοιες ουσίες στην οικογένειά μας. Με όσα γίνονταν γύρω μου ένιωθα ότι δεν μπορούσα και δεν ήθελα να συνεχίσω. Αποφάσισα να φύγω για τις Ηνωμένες Πολιτείες και να συνεχίσω τις σπουδές μου. Εκείνο το διάστημα, άλλωστε σπούδαζα και στη Βενεζουέλα, αλλά προτιμούσα να φύγω από τη χώρα».
Οι βαλίτσες ήταν έτοιμες και η απόφαση ειλημμένη. Η ομάδα, όμως, που πρακτικά τον καταδίκασε πρόσφερε ως απολογία ένα εξασφαλισμένο μέλλον. «Ήταν χαζό όλο αυτό που έγινε. Ήμουν μικρός και δε γνώριζα. Δεν πίστευα ότι μπορεί να σου δίνουν κάποιοι άνθρωποι ουσίες χωρίς να σου το λένε και να σε οδηγήσουν σε μια τέτοια περιπέτεια. Έμαθα από όλο αυτό. Και προσπαθώ να διδάξω κάτι σε όλους τους μικρούς που ξεκινάνε το ποδόσφαιρο». Η Καράκας του έδωσε επαγγελματικό συμβόλαιο. Οι φίλοι και οι γνωστοί τον πίεσαν να μην φύγει και ο Βάργκας κάπως έτσι έμεινε ο Ρονίτα που παίζει και όχι ο Ρόναλντ που τον παρακολουθεί.
«Ήταν μια μαύρη περίοδος στη ζωή μου, όμως μέσα από αυτή ήρθε όλο αυτό το άσπρο που ζω», θα πει καιρό αργότερα. Όμως, τα δύο αυτά χρώματα, τα δύο αυτά άκρα, θα συνέχιζαν να τον συνοδεύουν στην καριέρα του…
Στο δρόμο για τη Μαδρίτη…
«Είναι η φαντασίωσή του. Με τη βοήθεια του Θεού θα γίνει σπουδαίος. Όλοι οι σπουδαίοι έχουν ένα «R» στο όνομά τους. Ροναλντίνιο, Ρονάλντο, Κριστιάνο Ρονάλντο και Ρόναλντ». Ακόμα κι αν υπάρχουν φραγμοί και όρια στο που πιστεύει ένας άνθρωπος ότι θα φτάσει, δεν υπάρχουν με τίποτα όρια στο που πιστεύει η μαμά του ότι μπορεί να φτάσει. Για την Μαρμπελίς Αρανγκουρέν, αλλά και τον πατέρα του Ρόναλντ, Πέντρο δεν υπήρχε λόγος να μπουν περιορισμοί. Ρεάλ ονειρεύεται το παιδί; Ε, στη Ρεάλ θα παίξει!
«Ό,τι έχω και ό,τι είμαι το οφείλω στην οικογένειά μου. Η μαμά μου είναι ο νούμερο ένα θαυμαστής μου», παρατηρεί ο Βάργκας, σε περίπτωση που έμεινε κάποιος να αμφιβάλλει και η μαμά του θα χρειαζόταν να ξεκινήσει τα μεγάλα ταξίδια από τον Ιούνιο του 2008. Ο γιος της είχε την εξέλιξη που όλοι περίμεναν και το ενδιαφέρον από την Ευρώπη εκείνο το καλοκαίρι έφερε τρεις βελγικές ομάδες στην πόρτα του. Η Μπριζ έκανε την καλύτερη πρόταση και στην κεντρική Ευρώπη ο άσος από το θερμό Καράκας, όπου έναν Γενάρη καταγράφηκε η χαμηλή θερμοκρασία ρεκόρ των 7 βαθμών Κελσίου, βίωσε ένα μεγάλο σοκ.
«Η πρώτη μου χρονιά ήταν χάλια! Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι είναι τόσο βαρύς ο χειμώνας στο Βέλγιο. Χρειάστηκα πολύ χρόνο για να προσαρμοστώ», παραδέχτηκε και παρότι οι γονείς του έκαναν εναλλάξ ταξίδια για να είναι κοντά του, η κατάσταση βελτιώθηκε μόνο όταν βρήκε τον Ρομπέρτο Ροσάλες (νυν παίκτης της Μάλαγα) και οι δυο τους έγιναν σαν αδέλφια. Μόνο που ο… θετός αδελφός του έφυγε το 2010 για την Ολλανδία και ένα χρόνο μετά ο Ρόναλντ Βάργκας θα ζούσε τον δεύτερο εφιάλτη της καριέρας του.
Στην καλύτερη σεζόν της καριέρας του, ο επιθετικός από τη Βενεζουέλα σκόραρε ακατάπαυστα. Ομάδες σαν τη Βαλένθια, τη Μάλαγα, τη Σεβίλλη και τη Βιγιαρεάλ ετοιμάζονταν να κάνουν το ισπανικό του όνειρο πραγματικότητα, όμως στις 6 Φεβρουαρίου του 2011 έρχεται το πρώτο σοκ. Ρήξη έσω, έξω συνδέσμων και μηνίσκου στο γόνατό του. Η μεταγραφή του παγώνει, η Μπριζ το ίδιο και το αίμα του Ρόναλντ έβραζε! Αποφασίζει να πάει στην Άντερλεχτ, που πληρώνει την αντίπαλό της 2,5 εκ. ευρώ και αποκτά τον 25χρονο επιθετικό. Η αποθεραπεία του κρατάει εφτά μήνες, όμως μόλις 35 μέρες μετά την επιστροφή του στις 21 Σεπτεμβρίου, ο Βάργκας χτυπάει ξανά! Ρήξη επιγονατίδας και τέσσερις μήνες έξω!
«Όταν έμαθα τη σοβαρότητα του τραυματισμού σκέφτηκα «ότι όλα τελείωσαν και δε θα το ξεπεράσω δεύτερη φορά». Εντέλει, όμως, με έκανε πιο δυνατό και δε με σταμάτησε από το να προχωρήσω στη ζωή μου». Ο Ρόναλντ Βάργκας το πάλεψε και πάλι. Έπαιρνε δύναμη από τις ελάχιστες βραδιές που είχε πατήσει χορτάρι όλο εκείνο το διάστημα. Ένα γκολ στο Σεπτέμβριο του 2011, οι σκόρπιες συμμετοχές τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, η δεύτερη επιστροφή του ένα χρόνο μετά, το νικητήριο γκολ της προσωπικής του λύτρωσης απέναντι στη Μπριζ στο 89ο λεπτό την 1η Δεκεμβρίου του 2012. Δυστυχώς, το κεφάλαιο δεν είχε κλείσει. Τρίτη επέμβαση στον Απρίλιο του 2013, αυτή τη φορά όχι λόγω τραυματισμού, αλλά για να επιδιορθωθεί οριστικά το πρόβλημά του.
Ο Ρόναλντ Βάργκας επιστρέφει το Νοέμβριο, όμως πλέον δεν βρίσκει χώρο στην Άντερλεχτ. Ζυγίζοντας τις επιλογές του φεύγει για την Τουρκία και στην Μπαλικέσιρσπορτ σώζει την καριέρα του. Πετυχαίνει έξι γκολ, δίνει πέντε ασίστ, καλείται ξανά στην Εθνική ομάδα και παίζει στο Κόπα Αμέρικα, υπογράφει στην ΑΕΚ. Στα 30 του πλέον χρόνια γνωρίζει ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι για να κερδίσει όσα του στέρησε η ατυχία.
«Όσα έγιναν ήταν απρόσμενα κι έκοψαν στα δύο την πορεία μου. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα οργισμένος γιατί ξέρω ότι θα έκανα πολλά περισσότερα χωρίς τους τραυματισμούς μου. Είμαι δυνατός και δεν τα παρατάω. Θέλω να πετύχω περισσότερα απ’ όσα πριν χτυπήσω και να γίνω ακόμα καλύτερος απ’ ό,τι ήμουν». Η Ισπανία παραμένει ο προορισμός που ονειρεύεται για την καριέρα του. Η συνέχεια στην ιστορία γράφεται ακόμα. Ποια θα είναι; Μόνο μη ρωτήσετε τη μαμά του…