Ετσι όπως εξελίχθηκε η φετινή σεζόν για τον Παναθηναϊκό στο ξεκίνημά της το κυρίαρχο ζητούμενο στην ομάδα ήταν να τραβήξει το χειρόφρενο και να βάλει επιτέλους τέλος στην κατηφόρα.
Να μαζέψει ο σύλλογος τα κομμάτια του, να γυρίσει σελίδα και να μπει σταδιακά σε νέα τροχιά συσπείρωσης, αναγνωρίζοντας τους πραγματικούς “εχθρούς” και δημιουργώντας πάνω σε νέες βάσεις ένα ποδοσφαιρικό πρότζεκτ, ανταγωνιστικό, ελκυστικό και πρωτίστως ελπιδοφόρο. Με όποια όπλα διαθέτει.
Είτε το θέλουμε είτε όχι ο εφιάλτης του πρώτου μισού της σεζόν έχει προκαλέσει μεγάλες πληγές που απαιτούν χρόνο για να επουλωθούν και ως γνωστόν η αρετή της υπομονής και της ψυχραιμίας δεν αποτελεί ίδιον του (νεο)Ελληνα. Ομως…
Στην παρούσα χρονική στιγμή ο Παναθηναϊκός δείχνει να έχει αποκτήσει ξανά σφυγμούς, μοιάζει να έχει τα αντισώματα ως οργανισμός για να αντιδράσει οριστικά και να επανέλθει στη ζωή. Κι αυτό είναι τεράστιας σημασίας ζήτημα για τη φάση που περνάει ο σύλλογος.
Ο Παναθηναϊκός, σύμφωνα με την κοινή ποδοσφαιρική λογική, σταδιακά και με μαθηματική ακρίβεια θα βελτιώνεται. Θα αποκτά τη σφραγίδα του (νέου) προπονητή του, θα ενσωματώσει μέσα από τα παιχνίδια τους παίκτες που τόσο πολύ του έλειψαν στο ξεκίνημα της σεζόν (Εσιέν, Σάντσεθ, Τελάντερ, Καλτσάς, Βέμερ, κλπ) και θα διαμορφώνει αγωνιστική ταυτότητα ως ομάδα, αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητά του.
Κάλλιο αργά, παρά ποτέ.
Αργησε να αναδείξει τον ηγέτη του στην άμυνα, αλλά τον βρίσκει στο πρόσωπο του Σάντσεθ, έναν στόπερ που τα χαρακτηριστικά και η ποιότητά του δεν βρίσκονται στο ελληνικό πρωτάθλημα. Καθυστέρησε, αλλά ενσωμάτωσε τον Μάικλ Εσιέν στη μεσαία του γραμμή, έναν μέσο που στα… κανονικά του έχει για πρωινό όλους τους εγχώριους ανταγωνιστές του.
Και στη γραμμή κρούσης του διαθέτει τον κορυφαίο στράικερ του πρωταθλήματος, Μάρκους Μπεργκ, αλλά και τον καλύτερο Ελληνα, Νίκο Καρέλη. Η ραχοκοκαλία (στόπερ, αμυντικό χαφ, στράικερ) συνεπώς υπάρχει και είναι αντικειμενικά άκρως ανταγωνιστική.
Ειδικότερα ο Εσιέν αρχίζει σιγά σιγά να θυμίζει έναν κανονικό αμυντικό μέσο υψηλού επιπέδου για τα δεδομένα της χώρας μας. Εναν ποδοσφαιριστή που ξεχειλίζει από ποιότητα και παραστάσεις και, παρά τα προβλήματα των τραυματισμών του, αποτελεί πολυτέλεια για το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Ο Γκανέζος άσος βρίσκει ρυθμό μέσα από τα παιχνίδια και αποτελεί τη μεγαλύτερη ελπίδα αυτής της νέας αρχής του Παναθηναϊκού. Αρκεί από μόνη της η απίστευτη βαθιά μπαλιά με το εξωτερικό προς τον Καλτσά στο 53’ για να εμπεδώσει κανείς την τεράστια κλάση του.
Ομως στο ποδόσφαιρο αυτό που μετράει πάνω απ΄ όλα είναι το σύνολο. Και η εικόνα του συνόλου, αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του προπονητή.
Ο Στραματσόνι είναι νέος στο Τριφύλλι. Ως εκ τούτου ακόμα μαθαίνει τους παίκτες του, προσπαθεί να περάσει την αγωνιστική φιλοσοφία του και φυσιολογικά αναζητά το ενδεδειγμένο σύστημα της ομάδας με βάσει το έμψυχο δυναμικό της.
Ανεξάρτητα όλων των παραπάνω, του συστήματος που επιλέγει κάθε φορά και τροποποιεί ακόμα και στη διάρκεια των αγώνων, των προσώπων της ενδεκάδας και των αλλαγών του, ο Ιταλός φαίνεται πως δουλεύει μεθοδικά.
Χωρίς κολλήματα και με μοναδικά κριτήρια τη διατήρηση της συνοχής των γραμμών με τον όποιο σχηματισμό, αλλά και την προσαρμογή των παικτών στα “θέλω” του.
Η πραγματικότητα μιλάει από μόνης της: ο Αμπεϊντ έγινε αλλαγή στην ανάπαυλα των ημιχρόνων χωρίς δεύτερη κουβέντα και τη θέση του πήρε ο (εξαιρετικός την Κυριακή) Καλτσάς που ήταν εκτός αποστολής στη Βέροια.
Κίνηση με ρίσκο ασφαλώς που του βγήκε όμως πανηγυρικά με τον Ελληνα εξτρέμ να κάνει “παπάδες”. Εμεινε εκτός 11άδας ο Ταυλαρίδης που δεν ήταν καλά με τον Ηρακλή και επέλεξε τον Κουτρουμπή, ήταν κακός τακτικά ο Νίνης με την Παναχαϊκή, έμεινε ξανά εκτός αποστολής. Το μήνυμα είναι σαφές: “Δεν κάνεις αυτά που θέλω; στον πάγκο ή στην εξέδρα, μέχρι να τα κάνεις”. Δίχως εμπάθειες, χωρίς διπλωματίες και φούμαρα.