MENU

Το όνομά του είναι και πάλι στις πρώτες σελίδες. Όχι των εφημερίδων - αφού ο Τύπος αργά και σταθερά σβήνει από τις συνήθειες της κοινωνίας – αλλά σε εκείνες των ιστοσελίδων. Έφτασε 37 ετών και στις 29 Νοεμβρίου θα κλείσει τα 38. Αρκετά ώριμος για να πρωταγωνιστήσει σε ταινία των αδελφών Κοέν. Αρκετά περπατημένος για να ενσαρκώσει τον ρόλο του τυχοδιώκτη που βρίσκεται στο λάθος σημείο, τη λάθος στιγμή και περνάει το υπόλοιπο της ζωής του σε μια καταδίωξη γεμάτη βία και τυχαία περιστατικά, προσπαθώντας να επιβιώσει.

Και η επιβίωση του Dimi ήταν πάντα μακριά από τον Δημήτρη. Μακριά από τον Κωνσταντόπουλο και μακριά από την Ελλάδα. Το μόνο που θα μπορούσε να λησμονεί από την πατρίδα του είναι η διασκέδαση. «Είχα πει στον πρόεδρο πως δεν προλαβαίνουμε να φέρουμε κάποιο μεγάλο όνομα από τα μπουζούκια», είχε τις προάλλες χαριτολογώντας. Γνωρίζει, όμως, πως αν είχε τα μπουζούκια – ή όταν είχε τα μπουζούκια – ήταν απλά μελλοθάνατος στην Ελλάδα!

Η επιρροή του Πίτερ!

Τρεις γενιές παρατάχθηκαν περήφανες στο «King Power Stadium» και φωτογραφήθηκαν με το τρόπαιο του πρωταθλητή. Ο Κάσπερ, ο διάσημος μπαμπάς του και ο μικρός Μαξ που ήρθε στη ζωή πριν έξι χρόνια και μοιραία θα πρέπει να συνεχίσει την παράδοση. Η επίδραση των Σμάιχελ, όμως, το προηγούμενο Σάββατο έφτανε μέχρι και 150 μίλια βόρεια, σε μια άλλη πόλη που ζούσε και ανέπνεε για μια ποδοσφαιρική επιτυχία. Πολύ περισσότερο και από το Λέστερ, αφού οι απολύσεις στη χαλυβουργία είχαν προκαλέσει σοκ στην τοπική κοινωνία.

Το Μίντλεσμπρο πανηγύρισε την άνοδο στην Premier League, πανηγύρισε και τα 250 εκ. ευρώ που θα μπουν στο ταμείο του συλλόγου. Οι δύο ιστορίες ενώνονται κάτω από την ανατρεπτική παιδική ηλικία του Δημήτρη Κωνσταντόπουλου. Ο Dimi γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Δηλαδή, μεγάλωσε τη δεκαετία του ’80 και ενηλικιώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Δηλαδή, το 1987 ήταν εννέα χρονών και το περιβάλλον του ήταν ο Νίκος Γκάλης, ο Παναγιώτης Γιαννάκης, ο Παναγιώτης Φασούλας, ο Μπάνε Πρέλεβιτς και η Μαρινέλλα! Έπαιξε μπάσκετ και με ύψος 1μ.93 δε θα ήταν αδύνατο να σταθεί στο εθνικό σπορ εκείνων των χρόνων. Κι όμως…

15 χρονών – περίπου δηλαδή όταν ο ΠΑΟΚ έπαιζε στο φάιναλ φορ της Αθήνας και ο Άρης κατακτούσε το Κύπελλο Κυπελλούχων – αποφάσισε να ασχοληθεί αποκλειστικά με το ποδόσφαιρο και να κάνει την καριέρα του τερματοφύλακα που ονειρευόταν. Έπαιξε στον Μέγα Αλέξανδρο, στον Εθνικό Πυλαίας, στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης και 18 χρονών έφυγε για τον τόπο καταγωγής του πατέρα του, την Καλαμάτα. Η φιλοδοξία του δεν ήταν απλά να παίξει επαγγελματικά στην Ελλάδα. Ήταν να φύγει στο εξωτερικό, ανομολόγητο αμάρτημα ακόμα για εκείνη την εποχή.

Αιτία ήταν μία ή μάλλον ένας… «Ήμουν λάτρης του Πίτερ Σμάιχελ και γι’ αυτό ήθελα πάντα να δοκιμάσω την τύχη μου στην Αγγλία», εξομολογήθηκε σε μια από τις πρώτες συνεντεύξεις του στο νησί, όπου βρέθηκε από σπόντα.

Βλέπετε, η Καλαμάτα θα ήταν η δεύτερη πατρίδα που δεν θα τον χωρούσε μετά τη γενέτειρά του. Στη «μαύρη θύελλα» έμεινε τέσσερα χρόνια κι έπαιξε δέκα ματς σε Α’ Εθνική και κύπελλο. Πήγε δανεικός στο Αιγάλεω, γύρισε κι έπαιξε ακόμα οκτώ ματς σε Β’ Εθνική και κύπελλο, πριν καταλάβει ότι δεν είχε τύχη στη χώρα του. Το 2002 αποφάσισε να φύγει και αφού απέτυχε να βρει συμβόλαιο στην αγαπημένη του Αγγλία, κατέληξε στην Πορτογαλία και την Σπόρτινγκ Φαρένσε.

Μετά από 1,5 χρόνο ήρθε το μήνυμα που περίμενε καιρό. Η Χάρτλπουλ, μια ομάδα τρίτης κατηγορίας εκείνη την εποχή, τον κάλεσε για δοκιμαστικό και ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος επιτέλους θα γινόταν Dimi! «Όταν πήγα στην πρώτη μου ομάδα στην Αγγλία, τη Χαλ. Είχαμε ένα Σκωτσέζο προπονητή και αμέσως λόγω της τάσης που έχουν να κόβουν τα ονόματα, μου έδωσε το «Ντίμι», που έμεινε και εδώ», διηγείται για την εποχή που άρχισε να ζει το παιδικό του όνειρο. «Είχα το μικρόβιο της Αγγλίας από μικρός. Έβλεπα αγγλικό ποδόσφαιρο και ήθελα να πάω με τον ένα ή άλλο τρόπο και να δοκιμάσω».

Δεν ήταν όλες οι σεζόν εύκολες. Υπήρχαν χρονιές που ήταν βασικός, χρονιές που λατρεύτηκε, χρονιές που έμεινε στον πάγκο, χρονιές που έφευγε δανεικός δεξιά κι αριστερά, χρονιές που έμοιαζε να κλείνει ο κύκλος του στην Αγγλία. Από την Χάρτλπουλ, πήρε μεταγραφή το 2007 στη Κόβεντρι κι άρχισε η κατηφόρα. Πήγε στη Νότινγχαμ, μετά στη Σουόνσι, μετά ήρθαν οι γκέλες με την Κάρντιφ, η επιστροφή στην Κόβεντρι και μια δύσκολη απόφαση το 2010. Ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος θα επέστρεφε στην Ελλάδα.

Who is Dimi?

Είναι περίεργο να σε ξέρουν στην Αγγλία και να σε αγνοούν στη χώρα σου. Κι όμως, ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος βρήκε συμβόλαιο κυρίως επειδή τον γνώριζε ο Δημήτρης Καλαΐτζιδης (σ.σ. βοηθός του Μπάμπη Τεννέ στην Κέρκυρα εκείνη την εποχή) από τους Αμπελόκηπους. Ήρθε στην Ελλάδα 32 χρονών, με μία φιλοδοξία. «Ήταν δύσκολη απόφαση κι ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους ήταν ότι παίζοντας στην Ελλάδα θα συμμετείχα στην Εθνική. Κάτι που έγινε φυσικά. Υπάρχουν πολλά προβλήματα στο Ελληνικό ποδόσφαιρο, αλλά δεν ήταν άσχημη η δική μου επιστροφή. Συνδέθηκε με μια καλή πορεία προσωπική και με την κλήση μου στην Εθνική, οπότε για εμένα τα πράγματα ήταν καλά».

Στο τέλος της σεζόν τον γνώριζαν όλοι. Και τον ήθελαν οι περισσότεροι. Ολυμπιακός και ΑΕΚ προσέγγισαν τους Φαίακες για την απόκτησή του και νικήτρια βγήκε η Ένωση που τον ήθελε και την ήθελε περισσότερο. Βασική αρχή σε όλη την καριέρα του – ακόμα και τώρα στα 38 του – είναι ότι προτιμάει να παίζει απ’ το να κάθεται. Τα πράγματα, όμως, ήρθαν έτσι που αναγκαστικά θα καθόταν στην ΑΕΚ και, μάλιστα, όχι στον πάγκο. Ο Dimi ξεκίνησε βασικός. Είχε μια μαύρη νύχτα στο Βέλγιο, από εκείνες που οι τερματοφύλακες ουρλιάζουν στους αμυντικούς σαν την νοικοκυρά που έκαψε το φαγητό, αλλά της έφταιγε η γειτόνισσα γιατί την πήρε τηλέφωνο! Σύντομα ήρθαν τα χειρότερα.

Στις 28 Σεπτεμβρίου πέρασε την πόρτα του χειρουργείου για επέμβαση στη μέση και επιστρέφει 1η Δεκεμβρίου. Το εκτός έδρας ματς με την Άντερλεχτ ήταν το τελευταίο που έπαιξε (και πολύ πιθανόν να επηρέασε η κατάστασή του την απόδοσή του) και το εντός έδρας ήταν εκείνο που επανήλθε. Μέχρι τον Μάρτιο είχε αραιές εμφανίσεις και τότε κατορθώνει να πάρει θέση βασικού μέχρι το τέλος της σεζόν. Στο καλοκαίρι της μεγάλης φυγής, ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος παρά της οφειλές προς το πρόσωπό του αποφασίζει να μείνει στην ΑΕΚ και χρίζεται εκ των αρχηγών του συλλόγου.

«Δεν το βάζω στα πόδια. Προσπαθώ να πάρω και να δώσω ό,τι μπορώ σε όποια ομάδα είμαι. Η ομάδα θα βγει από αυτό το αδιέξοδο. Έτσι δείχνουν τα πράγματα και έτσι ελπίζουμε. Και δεν θα ήθελα να είμαι εγώ ένας από τους παράγοντες που θα έφερνα την ομάδα σε δύσκολη θέση», δηλώνει στην προετοιμασία, όμως σύντομα θα διαπιστώσει και εκείνος πόσο λάθος υπολόγισε τα πράγματα. Η ΑΕΚ βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Χάνει το ένα ματς μετά το άλλος και ο Κωνσταντόπουλος σαν σημείο των καιρών και εκείνος κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο.

Η αστάθειά του κοστίζει στο ματς με τον Αστέρα Τρίπολης, κοστίζει στο ματς με τον Λεβαδειακό και ο ίδιος έχει πεισμώσει τόσο ώστε να κλείνει τα μάτια στο προφανές. «Θα πω απλά ότι στο τέλος του πρωταθλήματος θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου, θα δώσω το 150% των δυνάμεών μου για να βοηθήσω την ΑΕΚ να ξεφύγει από το σημείο που βρίσκεται». Το προφανές ήταν αυτό που ερχόταν για την ΑΕΚ, όμως ο Κωνσταντόπουλος αρνείται να διαπραγματευτεί τον Ιανουάριο με την Ανόρθωση που εκφράζει το ενδιαφέρον της.

«Σκέφτηκα πολύ συναισθηματικά, αλλά και λογικά. Η καρδιά και το μυαλό μου έλεγε, ότι η θέση μου είναι στην ΑΕΚ». Έμεινε και ήπιε το ποτήρι μέχρι το τέλος. «Νιώθαμε σαν πειραματόζωα. Έγιναν απίστευτα πράγματα από την αρχή της περιόδου, αν και το κακό είχε αρχίσει να φαίνεται από πέρυσι. Μερικοί νόμιζαν όταν επειδή είμαστε ΑΕΚ, αν πάμε να απλώσουμε τις φανέλες στο γήπεδο θα κερδίσουν μόνες τους. Ο προγραμματισμός ήταν κάκιστος από το ξεκίνημα. Από το καλοκαίρι φαινόταν ότι το πράγμα δεν πάει καλά με την οργάνωση που υπήρχε γενικά σε όλα τα επίπεδα».

Το 2013 αποφάσισε και πάλι να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Θα επέστρεφε, πλέον, μόνο για να διασκεδάζει στα μπουζούκια ή για κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως ο θρησκευτικός του γάμος με την Αγγλίδα σύζυγό του το 2015. Στην Ελλάδα, τίποτα δεν του ταίριαζε. Ακόμα και την φιλοδοξία της Εθνικής δεν κατάφερε παρά να την εκπληρώσει για ένα φεγγάρι. Γύρισε πριν δυο χρόνια στο αγαπημένο του νησί. Υπέγραψε στη Μίντλεσμπρο και στα κρυφά έφτιαχνε πάλι την καριέρα του. Κι ας είχε φτάσει, πλέον, 36 ετών.

«Τα πάντα είναι θέμα χαρακτήρα. Εγώ και 38 χρόνων να φτάσω θα προσπαθώ να γίνομαι καλύτερος», είχε πει στα 32 του. Και το κατάφερε! Αρκεί να μην είναι στην Ελλάδα!

Δημήτρης Κωνσταντόπουλος: Άλλο Dimi κι άλλο Δημήτρης!