MENU

Σιχαίνομαι τις απονομές. Οι περισσότερες είναι κακοσχεδιασμένες και... κιτς. Τα περισσότερα σκηνοθετικά πλάνα είναι άθλια. Φυσικός ήχος δεν υπάρχει. Οι κάμερες συνήθως εστιάζουν στο τρόπαιο ή στις εξέδρες και σχεδόν ποτέ στους πρωταγωνιστές. Για να είμαι ειλικρινής τις περισσότερες δεν προλαβαίνω να τις δω καν, αφού τέτοια ώρα που ο κόσμος καίγεται -συνήθως- γράφω το ματς που προηγήθηκε. Αυτή τη φορά όμως ήταν διαφορετικά...

Δεν με άγγιξε τίποτα από όλα αυτά που έκανε η Λέστερ. Τα πανηγύρια δεν έχουν χρώμα, χώρα ή εθνικότητα. Η χαρά είναι παντού χαρά. Ο κόσμος γιορτάζει, γλεντάει, πίνει, κάνει χαζομάρες, φτάνει στα άκρα, ξεδίνει. Γίνεται. Θα ξαναγίνει. Δεν συγκινήθηκα με την παρουσία του τυφλού Ιταλού τενόρου Αντρέα Μποτσέλι, δεν την... άκουσα που όλο το Λέστερ βάφτηκε στα μπλε, δεν είχε τίποτα να μου πει το ευγενικό πρόσωπο του καλού κυριούλη Ρανιέρι, ο οποίος έμοιαζε στα... χαμένα.

Το παραμύθι της Λέστερ το ρούφηξα από την αρχή ως το τέλος, κατά την διάρκεια της σεζόν. Με άγγιξε. Με συγκίνησε. Με δίδαξε. Τελείωσε όμως τα μεσάνυχτα της Δευτέρας, όταν το θαύμα επικυρώθηκε και μαθηματικά. Η φετινή πορεία της Λέστερ ήταν ένα δώρο, μία διδαχή για όλο τον πλανήτη. Η φιέστα της όμως ήταν (ή θα έπρεπε να είναι) μόνο για αυτούς. Τα πάρτι έχουν νόημα μόνο για τους προσκεκλημένους, όχι για αυτούς που θα ήθελαν να είναι εκεί και για διάφορους λόγους απέχουν κι ούτε πρόκειται να ζήσουν κάτι τέτοιο.

Θα μου ήταν ακόμα μία αδιάφορη τελετή στέψης, αν δεν υπήρχε εκείνη η στιγμή. Εκείνο το δευτερόλεπτο, που πιάνει μόνο το δικό σου μάτι ή το δικό σου αυτί και σε κάνει να ανατριχιάζεις. Αυτό το ουρλιαχτό θαρρώ πως το έχω ακόμα μέσα στα αφτιά μου.

Έχω δει πολλούς ανθρώπους να σηκώνουν τρόπαια. Άλλους να τα υψώνουν, χοροπηδώντας σαν μικρά παιδιά. Άλλους να μην βλέπουν μπροστά τους από τα δακρυσμένα μάτια. Άλλους να το κάνουν ψύχραιμα, ποζάροντας για μία όμορφη, αθάνατη πόζα. Έχω δει ανθρώπους να… σπάνε την κούπα. Έχω δει αρχηγούς να πνίγονται από τους συμπαίκτες του, δίχως να γεμίσουν από την στιγμή.

Έχω δακρύσει στην απονομή του Champions League από τον Ερίκ Αμπιντάλ κι έχω πέσει στα πατώματα στο Euro 2004, όταν ο σκηνοθέτης έκανε δύο από τα χειρότερα πλάνα (ένα μακρινό κι ένα πλάγιο) χάνοντας όλο το ζουμί από την κούπα που σήκωσε ο Θοδωρής Ζαγοράκης. Τέτοιο ουρλιαχτό όμως δεν είχα ξανακούσει…

Έχει πολλές υπέροχες ιστορίες αυτή η Λέστερ. Αμέτρητες. Όλες είναι μία και μία. Όλες τους στέκονται σαν αυτόνομη Χολιγουντιανή ταινία. Η δική του όμως είναι λιγάκι διαφορετική. Ο Βάρντι μπορεί να έπαιξε στα χωράφια και στα τοπικά, αλλά είχε κάτι. Είχε ταχύτητα, έκρηξη, εκτελεστική δεινότητα. Ο Μαχρέζ μπορεί να ήταν χαμένος στις μικρές κατηγορίες της Γαλλίας, αλλά γεννήθηκε ζογκλέρ, μάγος. Ο Ν’ Γκολό Καντέ μπορεί να ήταν χαμένος στην ανωνυμία, αλλά γεννήθηκε με... τρία πνευμόνια. Ο Ρανιέρι δεν ήρθε από το πουθενά. Προπόνησε ομαδάρες. Όλοι οι πρωταγωνιστές της Λέστερ, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο ήταν ποδοσφαιριστές. Γεννήθηκαν με κορμιά για μπάλα. Εκείνος δεν είχε ούτε καν αυτό…

Μεγάλωσε στην σκληρή γειτονιά του Meadows του Νότιγχαμ, το ιδανικό μέρος για να βρει κανείς όπλα, ναρκωτικά ή εκδιδόμενες γυναίκες. Πολλά φιλαράκια του πέθαναν ή κατέληξαν στην φυλακή. Εκείνος είχε τρεις αγάπες. Κατά σειρά προτίμησης: το φαΐ, την μπάλα και το σχολείο! Στα 15 του τον έδιωξαν από την Νοτς Κάουντι, αφού του είπαν ότι δεν κάνει για μπάλα. Άρχισε να σπουδάζει διοίκηση επιχειρήσεων, να παίζει στα περίφημα Sunday Leagues και στα πάρκα με την Dunkirk, μέχρι που όλα άλλαξαν το καλοκαίρι του 2002.

Ήταν ήδη 18 ετών, όταν του πρότειναν ένα δοκιμαστικό στην Νότιγχαμ. Δεν είχε καν παπούτσια με τάπες! Ο θρύλος λέει ότι ο προπονητής των ακαδημιών Τζον Πέμπερτον τον έκρυψε εκείνη την ημέρα από τον προπονητή της ομάδας Πολ Χαρτ. Ήταν τόσο χοντρός, που οι κάλτσες του δεν σηκώνονταν πάνω από τον αστράγαλο! Η φανέλα του έμοιαζε σαν βαφτιστική. Ζύγιζε 106 κιλά (!) και έμοιαζε περισσότερο με παλαιστή, παρά με ποδοσφαιριστή. Κι όμως έμεινε! Και τα κατάφερε! Η μεταγραφή του έκλεισε με την Νότιγχαμ να στέλνει στην Dunkirk δύο ζευγάρια από στολές!

Εκτός από junk food όλα αυτά τα χρόνια έφαγε μπόλικα ποδοσφαιρικά σκ…ά. Έμεινε μία ζωή στο Νότιγχαμ, στα πέτρινα της χρόνια. Μία γεμάτη δεκαετία (2002-12), όπου οι πίκρες ήταν περισσότερες από τις χαρές. Έπαιξε για πρώτη φορά στην Premier League στα 30 του. Δεν είναι ο καλύτερος κεντρικός αμυντικός που έπαιξε ποτέ στην γη, αλλά είναι ο πιο ταιριαστός για αυτή την παρέα που μαζεύτηκε στο Λέστερ. Ο Κλαούντιο Ρανιέρι από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε τον «βάφτισε» Μπαλού, παρομοιάζοντας τον με την καλοκάγαθη αρκούδα από το Βιβλίο της ζούγκλας. Μιλάει σπάνια, αλλά όταν το κάνει όλοι ακούνε. Είναι ο τέλειος αρχηγός. Ο συναισθηματικός ηγέτης αυτή της ομάδας.

Δεν έχασε λεπτό φέτος από αυτή την τρελή πορεία. Έπαιξε άρρωστος, έπαιξε τραυματίας, έπαιξε με ενοχλήσεις. Από την ημέρα που μετακόμισε στο Λέστερ (2002) έχει παίξει στο 97% των επίσημων παιχνιδιών της. Έζησε τα πάντα. Από το Α ως το Ω. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα αυτού του παραμυθιού, ένιωσε σαν τα παιδιά που πρέπει να τσιμπηθούν για να διαπιστώσουν αν είναι αλήθεια. Είχε βάλει τα χέρια του στα… χερούλια της κούπας, αλλά χρειάστηκε ακόμα μία ματιά ψηλά, στον Θεό για να σιγουρευτεί ότι είναι αλήθεια. Ο Γουές Μόργκαν πήρε μία βαθιά ανάσα και έβγαλε το πιο συγκλονιστικό ουρλιαχτό που έχω ακούσει ποτέ από αρχηγό.

Η απεργία των δημοσιογράφων και ο φυσικός ήχος, βοήθησε αυτό το ουρλιαχτό, ώστε να διαπεράσει κάθε μου κύτταρο. Ένα ουρλιαχτό απόκοσμο, που κάλυψε τα πάντα. Κατευθείαν από τα έγκατα της ψυχής του. Ειλικρινές. Αυθεντικό. Ένα ουρλιαχτό που έκρυβε πίσω του την ταλαιπώρια μιας ζωής. Ένα ουρλιαχτό καρτερίας, βασάνων, δουλειάς, δικαίωσης από κάποιον που δεν είχε τίποτα Θεόσταλτο στα χέρια του. Ο ωραιότερος και πιο ειλικρινής πανηγυρισμός που είδα ποτέ μου…

https://www.youtube.com/embed/vBj9LJBEMgA
Αυτό το ουρλιαχτό…