Υπάρχει μια έντονη δόση ειρωνείας στη ζωή. Εντονότατη. Ορισμένες φορές μπορεί να μοιάζει με ξεκαρδιστικό αστείο, μπορεί - αν είσαι σε θέση να εκτιμήσεις τον σαρκασμό - να γελάσεις με την ψυχή σου και να προχωρήσεις. Θα το κάνεις στα μικρά, στα ασήμαντα, στα περαστικά. Άλλες φορές αναρωτιέσαι. Πώς γίνεται τα σπουδαιότερα πλεονεκτήματα των ανθρώπων να είναι εκείνα που θα τους προδώσουν; Πώς γίνεται ένα χαρακτηριστικό που τους συνόδευε σε μια ολόκληρη καριέρα, να αποδειχθεί ανεπαρκές στην κρισιμότερη στιγμή της ζωής τους;
Ο Ρενέ Χένρικσεν πάσχει από μια ανίατη μορφή καρκίνου. Μυελωμάτωση αναφέρεται στα ιατρικά βιβλία ή αλλιώς πολλαπλό μυέλωμα μυελού των οστών. Συμπτώματα δίνει: Οσφυαλγία, ναυτία, δυσκοιλιότητα, κόπωση, συχνές λοιμώξεις, απώλεια βάρους, αδυναμία και άλλα. Συχνά, δεν αρχίζουν τα συμπτώματα πριν να έχει προχωρήσει αρκετά η ασθένεια. Συχνά, είμαστε εμείς οι άνθρωποι που αδυνατούμε να ακούσουμε το σώμα μας. Κι εδώ έρχεται η ειρωνεία της ζωής.
Ένας ποδοσφαιριστής που είχε ως κύριο γνώρισμά του να προλαβαίνει τον κίνδυνο πριν δημιουργηθεί, δεν πρόλαβε την επίθεση του καρκίνου. Και πρέπει να δοκιμάσει μια άμυνα, που ποτέ του δεν είχε διδαχθεί…
Ο «καθαρός» Χένρικσεν!
Το μικρό του όνομα παραπέμπει σε καθαρότητα, σε αγνότητα. Ωστόσο το 1999 το «google translate» ήταν μόνο σενάριο για ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ο Ρενέ Χένρικσεν βγήκε στις εφημερίδες στις 16 Αυγούστου του 1999. Η «Αθλητική Φωνή» (σ.σ. καθότι Δευτέρα) τον υποδέχτηκε με ένα αφιέρωμα στη σελίδα 3. Έγραφε για έναν ποδοσφαιριστή που είναι έμπειρος, καλός χειριστής της μπάλας και με πολύ γρήγορες επεμβάσεις στο χώρο ευθύνης του. Ήταν στόχος του Παναθηναϊκού, έγραφε, τουλάχιστον ένα μήνα και προσωπική επιλογή του Γιάννη Κυράστα. Λάτρης, μας ενημέρωνε, της ροκ και ποπ μουσικής με παρατσούκλι «άλογο».

Έτσι χαρακτήριζαν οι Δανοί δημοσιογράφοι τον Ρενέ Χένρικσεν τον έμπειρο αμυντικό, ο οποίος έπαιρνε την πρώτη και μοναδική μεταγραφή της καριέρας του στα 30 του χρόνια και καθετί που θα γνώριζε στην Αθήνα θα ήταν καινούργιο. Προχωρόντας πλέον στη σελίδα 4 της «Αθλητικής Φωνής» θα υπάρχουν κι άλλα στοιχεία. Καθαρά ποδοσφαιρικά για την καριέρα του στην Ακαντέμισκ Μπόλντκλαμπ, εκεί απ’ όπου ξεκίνησε κι εκεί όπου μετά τον Παναθηναϊκό επέστρεψε. Μέχρι και δηλώσεις του φιλοξενούνται. Οι πρώτες ως παίκτη των πρασίνων.
«Βρήκα μια πολύ καλή ατμόσφαιρα στην Αθήνα. Ο Παναθηναϊκός παίζει σ’ ένα πραγματικά εκπληκτικό και επιβλητικό Ολυμπιακό Στάδιο, ενώ το ίδιο εντυπωσιακό είναι και το γεγονός ότι διαθέτει δικές του εγκαταστάσεις με δικά του ξενοδοχεία και ό,τι άλλο χρειάζεται η ομάδα». Μια καινούργια εποχή ξεκινούσε για τον Ρενέ, αλλά και για τον Παναθηναϊκό. Αμφότεροι, εκείνη τη στιγμή το αγνοούσαν. Ποτέ δεν ξέρεις στο ξεκίνημα τι είναι αυτό που θα σε σημαδέψει.
Ο Χένρικσεν αγάπησε την Ελλάδα. Ήρθε με την κοπέλα του, η οποία σύντομα έγινε γυναίκα του κι εδώ γεννήθηκαν τα δύο του παιδιά. Επέστρεψαν όλοι μαζί το 2006, όταν ένας τραυματισμός έριξε βίαια τους τίτλους τέλους στην καριέρα του και ο Παναθηναϊκός θέλησε να τον τιμήσει στο ΟΑΚΑ. Το απόλαυσε, όπως σχεδόν όλες τις στιγμές του με το τριφύλλι. Την πορεία με τον Γιάννη Κυράστα, τον ίδιο τον Γιάννη Κυράστα, τα ευρωπαϊκά ματς, το Champions League, τη ζωή στην Αθήνα, τον ήλιο και τη θάλασσα.
Έμαθε να αντέχει την ελληνική νοοτροπία, ακόμα κι αν έπρεπε να σκεπάσει το κεφάλι του με μια μπάλα για να μπει στον αγωνιστικό χώρο της Ριζούπολης. Είχε τότε, τον Μάιο του 2003, ήδη τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα για να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω του. Στη χώρα μας θα μείνει έξι χρόνια! Έξι χρόνια από το καλοκαίρι του 1999, όταν μέχρι και ο αγωνιστικός «Ριζοσπάστης» υποδεχόταν με ενθουσιασμό τη μεταγραφή του.
«Μ’ ένα... δανέζικο «άλογο» ο Παναθηναϊκός ολοκλήρωσε τις μεταγραφές του. Για τα επόμενα τρία χρόνια τη φανέλα με το τριφύλλι θα φοράει ο Ρενέ Χένρικσεν (παρατσούκλι του «το άλογο»). Ο 30χρονος παίκτης αγωνίζεται στη θέση του λίμπερο και καθιερώθηκε στην εθνική ομάδα της χώρας του από το τελευταίο Μουντιάλ της Γαλλίας. Αγωνιζόταν στην ιστορική ομάδα της ΑΒ Κοπεγχάγης.
Ο Χένρικσεν θα εισπράξει για τα επόμενα τρία χρόνια, που θα αγωνίζεται στον αθηναϊκό σύλλογο, περίπου 360 εκατομμύρια δραχμές, ενώ η πρώην ομάδα του πήρε περίπου 600 εκατομμύρια δραχμές. Ο πρώην «πράσινος» παίκτης και νυν μάνατζερ Άρνε Ντόκεν, σε δηλώσεις του, χαρακτήρισε το Χένρικσεν πολύ γρήγορο και έξυπνο στο παιχνίδι του. «Έχει αίσθηση χώρου και μπάλας, παίρνει κατάλληλες θέσεις. Διαθέτει εμπειρία, μιλάει συνέχεια και κατευθύνει τους συμπαίχτες του. Μπορεί να γίνει ο ηγέτης στην άμυνα του Παναθηναϊκού».
Και ηγέτης έγινε! Ο «σιωπηλός αμυντικός», όπως κατά καιρούς τον έλεγαν οι συμπατριώτες του (σ.σ. ειδικά όταν έπρεπε να τον συγκρίνουν με τον φωνακλά Σμάιχελ που είχε από πίσω του) υπήρξε ένας από τους καλύτερους οπισθοφύλακες που κόσμησε ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Ένας παίκτης 136 συμμετοχών στο πρωτάθλημα με 13 κίτρινων καρτών και μίας αποβολής! Μόνο στον αγώνα Ιωνικός-Παναθηναϊκός στις 29 Νοεμβρίου του 1999 αποβλήθηκε με δύο κίτρινες κάρτες, ενώ τη σεζόν 2001-02 σε συνολικά 41 ματς δέχτηκε μία (!!!) κίτρινη κάρτα κι αυτή στο αδιάφορο ματς κυπέλλου Μαρκό-Παναθηναϊκός.
Το 2005 έπεσαν οι τίτλοι τέλους στην καριέρα του στον Παναθηναϊκό. Το κληροδότημα που άφησε πίσω του, η φανέλα με το νούμερο «2» που δεν την λες και παραδοσιακή κεντρικού αμυντικού, ήταν ασήκωτα. Επί χρόνια, το τριφύλλι βάφτιζε διαφορετικά τον παίκτη που θα «κλείδωνε» το κέντρο της άμυνας. Πες το «hummer», πες το «ηγέτη», πες το «βράχο», πες το «κολώνα», πες το όπως θες. Ποτέ δεν μπορούσες να το πεις Ρενέ Χένρικσεν. Γιατί ποτέ δεν βρέθηκε για τον Παναθηναϊκό παίκτης με την αξία, τη διορατικότητα, την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του.
Γιατί ήταν διαφορετικός ο Ρενέ..
Δεν υπάρχει κάτι πρωτότυπο εκεί πίσω στα χρόνια του 1970 στη Δανία. Ο μεγάλος του αδερφός Λαρς, οι γονείς του Μερέτε και Μπέργκε, θα μιλήσουν για ένα αγόρι που ήθελε πάντα να έχει μια μπάλα στα πόδια του. Ακόμα κι όταν έβλεπε τηλεόραση ή εκνεύριζε τη μητέρα του όταν διαρκώς «σκότωνε» τα λουλούδια της στον κήπο.
Ο Ρενέ Χένρικσεν μεγάλωσε να γίνει διαφορετικός. Επειδή για χρόνια προτιμούσε να παίζει στη Γ’ Εθνική με τους φίλους του, παρά να πάει σε κάποια καλύτερη ομάδα. Επειδή στα πρώτα χρόνια της εφηβείας του, παράτησε το ποδόσφαιρο και το σχολείο και για έναν ολόκληρο χρόνο αναγκάστηκε να μείνει εσώκλειστος στο σπίτι, καθότι έπασχε από λοιμώδη μονοπυρήνωση. Επειδή η ασθένεια τού άφησε το «κουσούρι» να έχει πάντα λίγο χειρότερη φυσική κατάσταση κι έτσι έμαθε να προλαβαίνει τις καταστάσεις πριν δημιουργηθούν. Επειδή μόλις σταμάτησε το ποδόσφαιρο θέλησε να γυρίσει τον κόσμο και πήγε για δύο μήνες στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.
Επειδή η επιλογή του, όταν αποφάσισε να βρει έναν τρόπο ξανά να αθλείται και να ανταγωνίζεται ήταν κόντρα στη φυσική του κατάσταση. Έγινε μαραθωνοδρόμος. Επειδή όταν τον ρώτησαν γιατί προπονείται απάντησε: «Παλεύω μόνο κόντρα στον εαυτό μου».
Όχι, τότε δεν ήξερε πόσο χρειάζεται ακόμα να παλέψει απέναντι στο ίδιο του το σώμα. Ο Ρενέ Χένρικσεν δεν πρόλαβε αυτή τη φορά να δει το κακό να έρχεται. Θα βρει, όμως, τρόπο να το αναχαιτίσει.
