«Η μόνη διαφορά ανάμεσα στον άγιο και τον αμαρτωλό είναι ότι κάθε άγιος έχει ένα παρελθόν και κάθε αμαρτωλός ένα μέλλον».
Όσκαρ Ουάιλντ
Στο βιβλίο του, «Άγιος ή αμαρτωλός» ο Ίαν Ράνκιν εξετάζει την περίπτωση του επιθεωρητή Τζον Ρέμπους, ενός παλιομοδίτη αστυνομικού, με βαθιές ανθρώπινες αδυναμίες, ο οποίος επιστρέφοντας στο αστυνομικό σώμα του Εδιμβούργου με χαμηλότερο βαθμό από αυτόν που αποστρατεύτηκε είναι πιο δύστροπος, πιο βασανισμένος.
Μία υπόθεση 30 ετών ξανανοίγει και ξαφνικά ο Ρέμπους κατηγορείται για λανθασμένους χειρισμούς, με αποτέλεσμα ο ήρωας μας να βρίσκεται στο επίκεντρο μίας ατέρμονης σύγκρουσης ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Αλήθεια, είναι άγιος ή αμαρτωλός;

Άγιος Ίκερ
Αποτελεί σαρξ εκ της σαρκός της Ρεάλ, που από τα 9 του χρόνια αποτελεί το μοναδικό σπιτικό που γνώρισε εκτός από το πατρικό του στην κωμόπολη του Μόστολες, δυο τσιγάρα απόσταση από το κέντρο της Μαδρίτης.
Δεν αποποιήθηκε ποτέ την ετικέτα του αυθεντικού «χωριάτη» μακριά από την λάμψη και την βιτρίνα της χλιδάτης «βασίλισσας»: «Εγώ δεν είμαι galactico, εγώ είμαι από το Mostoles», συνήθιζε να λέει με καμάρι, επιλέγοντας τη δημόσια εικόνα του τύπου της διπλανής πόρτας.
Μία ζωή υπήρξε political correct. Το καλό παιδί, η ήρεμη δύναμη, η φωνή της λογικής. Το clean cut πρόσωπο που θα επέλεγε κανείς για να στήσει πάνω του την επικοινωνιακή πολιτική κάθε συλλόγου.
Εξάλλου ουδείς άγιος δεν αγιοποιήθηκε εν ζωή, εκτός από τον… San Iker.
Δεν ήταν μόνο οι αποκρούσεις, οι επιτυχίες του, τα τρόπαια του, η δημόσια εικόνα του, το ηγετικό του προφίλ που του χάρισαν την «αγιοσύνη». Είχε μία παράξενη οικουμενικότητα, που τον έκανε δημοφιλή ακόμα και στους πιο σκληροπυρηνικούς Καταλανούς ή τους παραδοσιακά δύσκολους Βάσκους.
Είχε το δικό του ξεχωριστό τρόπο να μαγνητίζει και να προσελκύει συμπάθειες, λειτουργώντας σαν… κόλλα σε μία βαθιά διχοτομημένη χώρα. Ένας πραγματικός Άγιος, που στο τέλος του παραμυθιού παντρεύτηκε την Πριγκίπισσα Σάρα (Καρμπονέρο) και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Ήταν όμως έτσι;
Ο Άγιος Ίκερ εκτός από σαρξ εκ της σαρκός της «βασίλισσας» ήταν συνάμα κράτος εν κράτει, λειτουργώντας ως άτυπο γραφείο τύπου με μερικές υπέροχα δομημένες συνεντεύξεις στην αγαπημένη του Marca, την οποία δεν ξέχασε ακόμα και παραμονές του ντέρμπι της Πόρτο με την Μπενφίκα. Όχι δεν μίλησε για το πορτογαλικό clasico, μα για την αγαπημένη του Ρεάλ Μαδρίτης με ατάκες όπως: «Πάντα με συγκλόνιζε να παίζω στο Μπερναμπέου», «επέλεξα να αποχωρήσω από μόνος μου για να μην μετατρέψω την ομάδα σε τσίρκο λόγω τις διαμάχης μου με τον Μουρίνιο».
Πάνω σε αυτό το… μεγάλο στόμα του «Άγιου Ίκερ» στήριξε ο Ζοσέ Μουρίνιο το διόλου κολακευτικό παρατσούκλι «topor», το οποίο του κόλλησε πριν τον καθαιρέσει οριστικά. Ήταν ένας ιδιωματισμός που προερχόταν από τις λέξεις «topo» (χαφιές) και portero (τερματοφύλακας), με τον special one να υποστηρίζει ότι ο Ισπανός τερματοφύλακας χρησιμοποιούσε την Σάρα Καρμπονέρο για να διαρρέει όλα τα μυστικά από τα άδυτα των αποδυτηρίων και ότι πρωτοστάτησε (μαζί με τον Σέρχιο Ράμος) στο κίνημα «ο Μουρίνιο ή εμείς», που τελικά ανάγκασε τον Φλορεντίνο Πέρεθ να πει adios και στους δύο. Μήπως τελικά ο Άγιος, έκρυβε καλά για χρόνια τον αμαρτωλό του βίο;
Έφυγε από την «βασίλισσα» με δάκρυα στα μάτια σε μία φορτισμένη συναισθηματικά συνέντευξη τύπου, περίπου ως «τελειωμένος». Γέρος (στα 34), σκουριασμένος και πιο ευάλωτος από ποτέ. Η Πόρτο δέχθηκε την πρόκληση, τον έκανε τον πιο ακριβοπληρωμένο (μακράν) παίκτη του πορτογαλικού πρωταθλήματος (με ετήσιες απολαβές κοντά στα 3 εκατομμύρια ευρώ), όμως ο San Iker έμοιαζε με έναν κοινό θνητό, που αντί να μεταδώσει σιγουριά και πνεύμα νικητή στην ομάδα, έψαχνε να βρει την χαμένη του αυτοπεποίθηση.
Πολλά εύκολα λάθη, αστάθεια, κάποια γελοία γκολ και μία ατάκα μαχαιριά στην καρδιά από τον Πίντο Ντα Κόστα, που βλέποντας την ομάδα του πέρυσι την άνοιξη μακριά από κάθε τίτλο χαρακτήρισε την μεταγραφή του Ίκερ Κασίγιας ως «φιάσκο»!
Αν μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και να τον εξαφανίσει, θα το έκανε. Καμία ομάδα στον πλανήτη δεν δέχθηκε να επωμιστεί το βαρύ συμβόλαιο ενός τερματοφύλακα που βάδιζε στην λάθος (για ένα αθλητή) πλευρά των 30. Έμεινε στους «δράκους» αναγκαστικά. Υποχρεωτικά. Κατά τύχη.
Κι εκεί που δεν τον υπολόγιζε κανείς, κάνει σεζόν καριέρας, λες κι ένα μαγικό ραβδί τον μεταμόρφωσε σε εκείνο τον λαστιχένιο Τιραμόλα που δεν άφηνε τίποτα να περάσει. Οι δικές του καθοριστικές επεμβάσεις στα τελευταία λεπτά έκριναν τα ντέρμπι με την Μπράγκα (1-0) και την Σπόρτινγκ Λισσαβόνας.
Η δική του αύρα έφερε άλλο άνεμο στα αποδυτήρια. Μετά από 26 αγωνιστικές, η Πόρτο έχει δεχθεί μόλις 12 γκολ (ο Κασίγιας δεν έχει χάσει λεπτό στο πρωτάθλημα), έχει την καλύτερη άμυνα στο πρωτάθλημα και χάρη στην αναγέννηση του San Iker πάει στο ντέρμπι τίτλου στο «Ντα Λουζ» για να κλέψει το πρωτάθλημα, που αν έρθει, θα είναι το πρώτο μετά από τέσσερα άγονα, στείρα, πέτρινα χρόνια.

«Αμαρτωλός» Κώστας
Η φρέσκια εξομολόγηση του Γιώργου Δώνη στους σπουδαστές του ΙΕΚ Ακμή το πρωί της Παρασκευής είναι μία από τις πιο αυθεντικές περιγραφές για το ποιόν του Κώστα Μήτρογλου: «Λίγο πριν παίξουμε στον Ατρόμητο τον τελικό Κυπέλλου του 2012 με τον Ολυμπιακό έχουμε ένα ματς στη Λιβαδιά. Ο Κώστας μπαίνει αλλαγή, σκοράρει, και το ματς λήγει 2-2. Στα αποδυτήρια, όπως το συνηθίζαμε, είχαμε πίτσες για να παίρνουν οι παίκτες άμεσα υδατάνθρακες. Όλοι κάθισαν και έφαγαν. Ο Μήτρογλου έκανε μπάνιο, πήρε την πίτσα παραμάσχαλα και βγήκε προς τα έξω. Του λέω "Κώστα που πας;" Και μου απαντάει: "Κόουτς δεν μπορώ να φάω πίτσα χωρίς να έχω coca-cola! Να σταματήσουμε κάπου να πάρω μία;».
Πάνω - κάτω αυτός ήταν ο Κώστας. Ένα μεγάλο παιδί, που απείχε έτη φωτός από το πρότυπο του σωστού αθλητή. Εν αντιθέσει με τον Άγιο Ίκερ, ο Mitrogolo επέλεγε να είναι μονίμως στην απέναντι πλευρά. Ένας κατ’ επιλογήν «αμαρτωλός», πολύ μακριά από τα «πρέπει». Η coca-cola ως συνοδεία της πίτσας δεν ήταν η μοναδική από τις μικρές του αμαρτίες, που είχε στην δική του κοσμοθεωρία βασικούς πυλώνες το junk food, το τζιν και τα χαζο-ξενύχτια συνήθως σπίτι. Όσο τα έβαζε στο γήπεδο, ουδείς ασχολήθηκε ποτέ με τα κιλά του, το περιττό λίπος, την μέτρια (έως κακή) φυσική κατάσταση.
Δεν υπήρξε ποτέ καθωσπρέπει ή έστω political correct. Η ράθυμη εικόνα του με ακουστικά στα αυτιά και σαγιονάρες να προσπερνά νωχελικά με ένα νεύμα τους εκπροσώπους στην μεικτή ζώνη για μερικές δηλώσεις ήταν ότι πιο αντιπροσωπευτικό της αλλεργίας του προς κάθε μορφή δημοσιότητας. Εξάλλου οι δικές του λέξεις, προτάσεις, δηλώσεις ήταν πάντα τα γκολ. Γιατί θα έπρεπε να στηθεί μπροστά στα μικρόφωνα;
Για χρόνια επέλεγε να παίζει με τον δικό του άγραφο ποδοσφαιρικό νόμο. Δεν ενδιαφέρθηκε σχεδόν ποτέ από προπονητικές οδηγίες, δεν ψάχτηκε ποτέ στο βίντεο για να μελετήσει τα αδύναμα σημεία του επόμενου προσωπικού του αντιπάλου, έπαιζε μόνο με το ένστικτο σαν ένα άγριο αρπακτικό της ζούγκλας. Ήταν μόνος, απέναντι σε όλους τους άλλους.
Δεν φρόντισε να φτιάξει μηχανισμούς άμυνας και αυτοπροστασίας κι επέλεξε να αφήσει να σέρνεται εντός συνόρων μία fake εικόνα ενός καλτ-ήρωα που γινόταν αντικείμενο χλεύης, μολονότι συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους κορυφαίους στράικερ της Ευρώπης. Δεν προσπάθησε ποτέ να φτιασιδώσει το προφίλ του, ούτε να παραπονεθεί. Ένα περίεργο, απόκοσμο, μοναχικό, δυσανάγνωστο παιδί, παράταιρο με την εποχή του.
Για πρώτη φορά «την άκουσε» στερεοφωνικά στην Αγγλία, όταν οι βασανιστικές προπονήσεις πεζοναυτών του Φέλιξ Μάγκατ τον έκαναν στιλάκι. Fit που λένε και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εκεί έμαθε αγγλικά, άνοιξε το μυαλό του, εξελίχθηκε ως προσωπικότητα. Μπορεί να μην έπιασε (κυρίως ενός βασανιστικού τραυματισμού) στην απαιτητική Premier League, όμως έβαλε τις βάσεις για την ολική του μεταμόρφωση σε αυτό που είναι σήμερα.
Οι κακές συνήθειες έχουν κοπεί πια μαχαίρι. Η διατροφή του είναι πιο αυστηρή από ποτέ κι όχι κατ’ ανάγκη. Το σωματικό του βάρος δεν ανέβηκε ποτέ πάνω από τα 83 κιλά, την ώρα που στην Ελλάδα πολλές φορές έπαιζε στην κατηγορία 90+. Το ποσοστό λίπους στο κορμί του μόλις και μετά βίας φτάνει το 7%, κάτι πρωτόγνωρο για δαύτον. Βγάζει πια για πλάκα τις κοπιαστικές προπονήσεις του Ρούι Βιτόρια και νιώθει ότι βγαίνει από τον ρυθμό του, όταν καμιά φορά στην Εθνική η έμφαση δίνεται στην τακτική και στο χαλάρωμα.
Ετοιμάζεται να γίνει πατέρας, είναι πιο δραστήριος από ποτέ στα social media και η γλώσσα του σιγά - σιγά αρχίζει και λύνεται. Προσέχει πολύ περισσότερα τομείς που αγνοούσε παντελώς, όπως η σωστή αποθεραπεία μετά τους αγώνες, επιτέλους κάνει ζωή αθλητή. Κι αυτό φαίνεται προς τα έξω.
Οι δύο συνεχόμενες σοκαριστικά καλές σεζόν (φέτος με 25 γκολ κάνει την πιο παραγωγική σεζόν της καριέρας του) στην Πορτογαλία δεν ήρθαν κατά τύχη. Δεν οφείλονται στο «εύκολο» πρωτάθλημα (για την ακρίβεια η Primeira Liga είναι ένα από τα πρωταθλήματα όπου σημειώνονται τα λιγότερα γκολ κατά μέσο όρο στην Ευρώπη), ούτε στο γεγονός ότι όλη η Μπενφίκα παίζει γι’ αυτόν και τον ταΐζει με πάσες.
Το «φαινόμενο» Mitrogolo έχει τις ρίζες του σε μία ολική αλλαγή στάση ζωής, σε μία πραγματική εσωτερική αναγέννηση που μετεξέλιξε το εκ γενετής χάρισμα που έχει, αυτή την έκτη αίσθηση χάρη στην οποία μπορεί και βρίσκει δίχτυα με κλειστά μάτια.
Τις τρεις προηγούμενες φορές που βρήκε απέναντι του τον Ίκερ Κασίγιας επί πορτογαλικού, δεν έφυγε ποτέ νικητής από το γήπεδο (2 ήττες, μία ισοπαλία), έστω κι αν στο αντίστοιχο περσινό παιχνίδι στο «Ντα Λούζ» (1-2) άνοιξε τον δρόμο με ένα από τα τυπικά «τελειώματα Μήτρογλου».
Αλήθεια ποιός είναι ο άγιος και ποιός ο αμαρτωλός; Όπως και στην περίπτωση του επιθεωρητή Ρέμπους, το ερώτημα θα μείνει αιώνια χωρίς απάντηση. Εξάλλου, οι άγιοι δεν θα είχαν καμία αξία δίχως τους αμαρτωλούς και οι αμαρτωλοί καμία σωτηρία δίχως τους αγίους…