Το ότι οι Βέλγοι μας έχουν κάνει γκόμενες παντού είναι σίγουρα ένα θέμα που χωράει ανάλυση. Ειδικά εκεί στο Λεκανοπέδιο να το κοιτάξετε.
Ημέρα αποκλεισμού του Ολυμπιακού, κάτι που προφανώς φέρνει χαρά στο 70% των Ελλήνων. Δεν υπάρχει πλέον το «ελληνική ομάδα είναι, υποστηρίζουμε να κερδίσει». Υπάρχει το «είναι εκφραστής της «σήψης» και πρέπει να γκρεμοτσακιστεί». Αυτή είναι η αλήθεια όσο πικρή κι αν είναι.
Παρά τις κορόνες που ακούγαμε την ώρα της μετάδοσης και δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που βλέπαμε, η Άντερλεχτ ήταν μία κλάση ανώτερη από τον Ολυμπιακό. Και είναι λογικό ο προπονητής της να είναι αγανακτισμένος που η ομάδα του έπαιξε χωρίς κανέναν σοβαρό λόγο παράταση, χάνοντας ενέργεια για το παιχνίδι πρωταθλήματος που έρχεται.
Ο άνθρωπος γνωρίζει καλά πως αν βγούνε οι κόκκινες στους παίκτες του Ολυμπιακού και δεν δοθεί το πιο αστείο πέναλτι της ιστορίας των ευρωπαϊκών αγώνων, θα φύγει με ένα ξεκούραστο 0-2 και από το 60΄θα κάνει διαχείριση δυνάμεων.
Αυτό που είδαμε, ξεφτιλίζει πρώτον την ΟΥΕΦΑ που αφήνει διαιτητές να κάνουν όργια δίνοντας την αίσθηση πως αυτή είναι η γραμμή της και βέβαια ξεφτιλίζει όλους εμάς που είμαστε επαγγελματίες δημοσιογράφοι και πρέπει να θεωρήσουμε συνάδελφο αυτόν που περιγράφει τον αγώνα.
Αντιλαμβάνομαι πως όταν κάνεις μετάδοση με το πιστόλι στον κρόταφο, έχοντας δει τρεις συναδέλφους σου να δέχονται χυδαία επικοινωνιακή επίθεση, ο ένας μάλιστα να χάνει τη δουλειά του, είναι λογικό να γύρεις προς την ελληνική ομάδα. Αυτό όμως που ζήσαμε χθες, ήταν ντροπιαστικό.
Όλοι κάνουμε τις γκέλες μας, έχουμε κακές μέρες, εγώ σίγουρα έχω το κουσούρι του εκνευρισμού όταν συμβαίνει κάτι που δεν μου αρέσει, αλλά αυτό το πράγμα ξεφεύγει από κάθε όριο.
Σε μία εποχή που βαλλόμαστε από παντού, η χθεσινή μετάδοση είναι απλά η ταφόπλακα για όλους μας. Και σιγά μην μπορέσεις να πείσεις το κοινό που δεν σε παρακολουθεί στενά και ξέρεις ποιος είσαι, ότι κάνεις μία δουλειά που δεν επηρεάζεται από μικροσυμφέροντα.
Η δημοσιογραφία της μαριονέτας και του εκβιασμού, εννοείται πως αβαντάρεται από την διοίκηση του ΟΤΕ. Δεν ξέρω πως τον λένε αυτόν που αποφασίζει, όμως αν ήμουν μέτοχος δεν υπήρχε περίπτωση σήμερα να συνεχίζει να διαχειρίζεται ένα πρότζεκτ εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Το πρώτο πράγμα που θα έκανα πρωί – πρωί, θα ήταν να τον φωνάξω στο γραφείο μου και να τον τελειώσω. Ο τρόπος που ανταποκρίθηκε στη πίεση που του ασκήθηκε, θυμίζει τον μπακάλη της γειτονιάς, όχι ένα μεγαλοστέλεχος ενός κολοσσού.
Αν για τον ποδοσφαιρικό Ολυμπιακό ήταν μία ντροπιαστική μέρα, για την αθλητική δημοσιογραφία ήταν η ταφόπλακα.
Την Τετάρτη, ο ΠΑΟΚ υποδέχεται τον Ολυμπιακό στη Τούμπα. Ειλικρινά, δεν μπορώ να κατανοήσω με πιο σκεπτικό θα στείλουν άνθρωπο να μεταδώσει το παιχνίδι αυτό. Ο καλύτερος του κόσμου να είναι – που για μένα υπήρχε εκεί και τον έδιωξαν – δεν θα μπορέσει να πείσει κανέναν. Σε ένα κλίμα τεταμένο, σε ένα κλίμα μίσους και απαξίωσης, ο δημοσιογράφος καλείται εξαιτίας των χυδαίων χειρισμών των διοικητικών προϊσταμένων να πείσει πως δεν είναι ελέφαντας.
Ποδοσφαιρικά, ο Ολυμπιακός πληρώνει τις αμαρτίες του. Όταν έχεις εξασφαλισμένο πρωτάθλημα, όταν έχεις οδηγήσει τους ανταγωνιστές του σε επενδύσεις πανικού ή σε μη επενδύσεις και δεν αισθάνεσαι πίεση, όταν οδηγείσαι σε μία λογική «αγοράζω μόνο για να πουλήσω» με κερασάκι κανέναν Καμπιάσο, θα έρθει η στιγμή που θα αποδειχτεί πως μία Άντερλεχτ είναι πολύ καλύτερη ομάδα από εσένα.
Όσο το επίπεδο του πρωταθλήματος πέφτει, τόσο θα εμφανίζεται και η διαφορά από τους υπόλοιπους. Και αυτό αφορά συνολικά το εγχώριο προϊόν για το οποίο βέβαια η πρώτη ομάδα που δεν ενδιαφέρεται να αναβαθμίσει είναι ο Ολυμπιακός.