Το πιθανότερο στο προβλέψιμο μέλλον είναι ότι πρώτα θα επιστρέψει σε Παγκόσμιο ή Ευρωπαϊκό κάποτε η Ελλάδα, και μετά η Ολλανδία.
Αυτοί κυμαίνονται ένα επίπεδο επάνω σε ταχύτητα, σε τεχνική, σε συνδυαστικές κινήσεις στους χώρους ανάμεσα στις γραμμές. Το έχουν, παιδιόθεν αν θέλετε. Αλλά, ως νέοι ενήλικες πλέον, η πνευματική συγκρότησή τους δεν αρκεί για να το βγάζουν σε διάρκεια. Το έκαναν, με υψηλή συγκέντρωση, ένα εικοσάλεπτο στην αρχή. Παίζοντας τρεις εναντίον δύο, οπότε έφταναν συνεχώς με πλεονέκτημα, στους χαφ.
Εάν, δε, πρόσεχαν τις τελικές αποφάσεις τους σε κάποια κρίσιμα σπασίματα της μπάλας, θα έμπαιναν μες στα δίχτυα περισσότερες από μία φορές. Προηγήθηκαν, εν πάση περιπτώσει. Για ακριβώς τόσο, όμως, ήταν. Για ως εκεί. Μετά, χάθηκαν. Εσβησαν. Μετά, έμεινε ένας Γιάνσεν, ο σέντερ-φορ, ένα πράγματι γεμάτο κι αξιοπρόσεκτο πακέτο, να τα βάζει (ένας, εκείνος) με όλα τα δικά μας θηρία πίσω.
Πνευματική συγκρότηση. Νοητική δύναμη. Υπευθυνότητα. Πνεύμα ομάδας. Σ’ αυτά, ένα απτό δείγμα ήταν πώς άφησαν τον Φορτούνη να κάνει τη βόλτα του προτού βγάλει τον Τοροσίδη σε θέση για τη σέντρα-ασίστ στον Μήτρογλου, κυμαίνονται πολύ χαμηλά. Η όλη κατάσταση, ανέραστη, λειτουργεί διαδραστικά. Στα ολλανδικά μέσα, πριν, έψαχνες να βρεις (κάτι για) το ματς πιο πολύ κι απ’ όσο στα ελληνικά.
Στα ελληνικά μέσα, μετά, μονομιάς η Εθνική ξανάγινε (από…Μυκόνου) δεν-ξέρω-τι. Αγίου Ορους, ίσως. Ξανατράβηξε την προσοχή. Η ελάχιστη προσοχή, θυμίζω ότι τα παιγνίδια τον Ιούνιο στην Αυστραλία (και δεν ήταν μόνον αυτά, τους πολλούς τελευταίους μήνες, που) δεν τα έδειξε καν η TV, σημαίνει απαξίωση. Εστω έτσι ωστόσο, στη μικροκοινωνία των διεθνών είχε επέλθει μια κάποια αποσυμπίεση.
Απ’ το Αϊντχοφεν (ένιωθαν ότι) δεν πρόσμενε κανείς, το παραμικρό. Προνομιακό! Επιπλέον, πέρα απ’ τα 4-4-2 κ.λπ., σημαντικό ήταν οι πεσμένες μύτες. Δημιουργικά θορυβημένοι, από επαγγελματικές ανασφάλειες της εποχής, ποδοσφαιριστές. Οσοι τρώνε πάγκο ή εξέδρα εκεί που ανήκουν, εμφανίστηκαν στο κάτι-πρέπει-να-κάνουμε mood. Δεν τους προσφέρονται, εδώ-και-τώρα, άλλες διέξοδοι. Τρέχουμε, λοιπόν.
Το πιο βασικό, ιδίως εάν θελήσουμε να δούμε το Αϊντχοφεν σαν συνέχεια της Μελβούρνης, είναι ότι η Εθνική αρχίζει σιγά-σιγά ν’ αποδιώχνει τον ιό της ήττας. Φερόε, Λουξεμβούργο, επίσημο, φιλικό, οπουδήποτε, απ’ τον οποιονδήποτε. Όταν ο Μπλιντ απέσυρε, στα 20 λεπτά του β’ μέρους, Σνάιντερ/Στρόοτμαν, η πιθανότητα νίκης έγινε ευκαιρία νίκης. Σχεδόν, υποχρέωση νίκης.
Η ελληνική ομάδα ανταποκρίθηκε, άμεσα. Ορμησε, και την άρπαξε. Κανείς δεν έχασε, από μία νίκη στην Ολλανδία. Αλλ’ είχαμε ξεχάσει, πώς ήταν. Η συνήθεια της νίκης. Οι ελληνικές νίκες άλλωστε, σπανίως είναι καθαρή αγωνιστική υπεροχή. Αν θυμηθώ ταξίδια σε τέτοια ημερολογιακή φάση (Ζάλτσμπουργκ, Οσλο, Βελιγράδι, Μπρατισλάβα, Νόρσεπιγκ, Κονστάντσα), οι πιο πολλές νίκες ήταν «από συνήθεια».
Από μαθητεία, να το πω διαφορετικά. Η επερχόμενη γενεά, δίπλα στην απερχόμενη. Πάντοτε, κάτι αφήνει εκείνος που φεύγει σ’ εκείνον που μένει και το συνεχίζει. Απόδειξη της ημέρας, η κουβέντα του Ανδρέα Σάμαρη μετά τη νίκη. Η συνείδηση, ότι ο αγώνας με το Γιβραλτάρ στο Φάρο «θα είναι πιο δύσκολος» απ’ το φιλικό στο Αϊντχοφεν. Καταλαβαίνουμε όλοι, πώς το εννοεί. Και πού το διδάχθηκε.