Ιούνιος 2011, το πρωτάθλημα έχει τελειώσει, η Εθνική παίζει φιλικό (επειδή τα λεφτά ήταν καλά) με το Εκουαδόρ στη Νέα Υόρκη, ο Φερνάντο Σάντος αφήνει χύμα στο κύμα τους διεθνείς, «βγείτε έξω και κάνετε ό,τι θέλετε, ραντεβού στο ξενοδοχείο δύο ώρες πριν το ματς», ο Πιλάβιος στην Αθήνα παίρνει μηνύματα «μη φρικάρεις, δεν είναι τίποτα, απλώς πάμε για τρίμπαλο».
Αλλά στο γήπεδο η ομάδα, ως συνήθως τότε, βγάζει την ίδια εκείνη λυσσαλέα άρνηση να ηττηθεί. Με Κοτσόλη τέρμα, με αριστερό μπακ Βίντρα, Φωτάκης και Καφές βασικοί, Κατσουράνης και Καραγκούνης πάγκο. Καμία σημασία, ποιοι και πού. Σκύλιασαν. Αντί τρίμπαλο, ένα-ένα.
Για όσα στερεότυπα χτίστηκαν επάνω στη δωδεκαετή εποποιία, απέναντι υπάρχει η μία και μοναδική πραγματικότητα. Η εποποιία ήλθε, με τη χαλαρότητα του κοινόβιου. Ποτέ, με την πειθαρχία του στρατού. «Πήραμε Ευρωπαϊκό με πατάτες τηγανιτές» που είχε πει, κάποτε, ο Ζαγοράκης. Χαλαρότητα, υπό τις δύο κρίσιμες προϋποθέσεις. Μία, η επιβλητική προσωπικότητα όσων ήξεραν να διακρίνουν και να διαχωρίζουν τις στιγμές. Πότε κάνουμε χαβαλέ, ποτέ σοβαρευόμαστε. Δύο, η αφανής δουλειά στην ψυχή και στο μυαλό «μικρών παιδιών».
Γιατί οι ποδοσφαιριστές, αυτό είναι. Μικρά παιδιά. Ακριβώς εδώ, στο μυαλό τους και στην ψυχή τους, ήταν ο ρόλος του Φύσσα. Προ ημερών στο gazzetta.gr ο Χοσέ Χολέβας, ένας τύπος μακρυά από συσχετισμούς και σκοπιμότητες, εντελώς εκτός της επίσημης γραμμής, κοινώς στην κοσμάρα του, είπε την αλήθεια του. «Ο Φύσσας έκανε σπουδαία δουλειά, δεν ξέρω γιατί δεν τον κράτησαν, δεν το καταλαβαίνω». Πού να του εξηγείς…
Αντιλαμβάνεται κανείς ότι, επικοινωνιακά, πλασάρεται καλύτερα το αυστηρό ωράριο, οι κάμψεις, η γερμανική μενταλιτέ, η ένταση απ’ το πρωί ως το βράδι, ότι οι δημοσιογράφοι δεν μπαίνουν στο τσάρτερ της αποστολής (με τους δημοσιογράφους μέσα, πάντως, στην τετραετία Φερνάντο Σάντος η Εθνική έκανε μία ήττα σε είκοσι προκριματικούς αγώνες…), ή τώρα η ανοησία να μη κάνουν μπάνιο οι παίκτες μετά την προπόνηση στον Αγιο Κοσμά αλλά να φεύγουν κατευθείαν για το ξενοδοχείο στη Βουλιαγμένη προκειμένου να μη χάνεται χρόνος, όλο αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο.
Η ομάδα, ωστόσο, δεν είναι «επικοινωνία». Είναι ατμόσφαιρα. Οποιος είναι στρατολάτρης, μένει στον σύλλογό του, δεν χρειάζεται την Εθνική. Την Εθνική, τη χρειάζεται όποιος νιώθει την ανάγκη να ξεφύγει απ’ τον σύλλογο και ν’ αποσυμπιεστεί. Να πάει στην παρέα του. Στην οικογένειά του. Όπως όταν επιστρέφει, από τη δουλειά, σπίτι. Δουλειά, ο σύλλογος. Σπίτι, η Εθνική. Στη δουλειά, με τη γραβάτα. Σπίτι, με τις παντόφλες.
‘Η, το άλλο καινούργιο, όλοι στα δωμάτια μετά τις έντεκα. Ολοι στα δωμάτια μετά τις έντεκα, πρακτικά σημαίνει ότι δεν κοιμάται κανείς, δυο-δυο δεν έχουν τι να κάνουν, πλήττουν, αρχίζουν τα τηλεφωνήματα στον έξω κόσμο να πουν καμιά κουβέντα…εκεί που θα την έλεγαν όλοι μαζί, κι αν όχι όλοι μαζί, σκόρπιοι σε τρεις καναπέδες του λόμπι, δέκα εδώ, επτά εκεί, οκτώ παραδίπλα. Η ατμόσφαιρα είναι, όλοι μαζί. Όχι δυο-δυο.
Τον καιρό της εποποιίας, απ’ τα χρόνια Ρέχαγκελ ακόμη, στο εξωτερικό η ομάδα, όσα δωμάτια χρειαζόταν, έκλεινε τόσα «συν ένα». Το εξτρά, το συν ένα, ήταν το καπνιστήριο. Οποιοι ήθελαν να καπνίσουν, εκεί. Και εκεί, μαζί. Όχι ο καθένας χώρια. Ντουμάνιαζαν το ένα δωμάτιο, όχι τα πολλά. Η κρίσιμη ερώτηση, τώρα. Τι λέτε, οι προπονητές…δεν ήξεραν; Η απάντηση. Σε κάτι τέτοια, το ξάγρυπνο μάτι είναι για τους χαζούς. Οι σοφοί κάνουν πως δεν βλέπουν!